Legislator Case Law & Legislation
1080/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against employer's dismissal, remands case for re-examination of force majeure defense.

Case Number 1080/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the second defendant (the tenant) but allowed the appeal against the first defendant (the employer). The court found the lower court violated statutory consultation requirements and incorrectly rejected the employer's force majeure defense regarding the lack of operating license. Consequently, the judgment against the employer was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 19 of the Civil Procedure Code; Article 580(3) of the Civil Procedure Code: The employer's dismissal of employees is void if statutory consultation procedures were not followed, and the defense of force majeure is invalid if the administrative authority's refusal of a license was due to external pressure rather than a lack of complete documentation.

Keywords

AI generated
force majeure defense operating license refusal statutory consultation duty dismissal of employees remand for retrial administrative pressure Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Civil Procedure Code
Article 19 of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code
Law 1387/1983
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1080 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1080/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.`

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., έως και 173) Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ....

Εκπροσωπήθηκαν οι : 1ος, 2oς, 3oς, 4oς, 5oς, 6oς, 7oς, 8oς, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος, 26ος, 27ος, 28ος, 29ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 36ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40ος, 41ος, 43ος, 44ος, 45ος, 46ος, 47ος, 48ης, 49ος, 50ος, 51ος, 52ης, 53ης, 54ος, 56ος, 57ος, 58ος, 59ος, 60ος, 61ης, 62ος, 63ος, 64ος, 65ος, 66ος, 67ος, 68ης, 69ος, 70ος, 71ος, 72ος, 73ος, 74ος, 75ος, 76ος, 78ος, 79ος, 80ος, 82ος, 83ος, 84ος, 85ος, 86ος, 87ος, 88ος, 89ος, 90ος, 91ος, 92ος, 93ος, 94η, 96ος, 97ος, 98ος, 99ος, 100ος, 101ος, 102ος, 103ος, 104ος, 106ος, 107ος, 108ος, 109η, 110η, 111ος, 112ος, 115ος, 116ος, 118ος, 119ος, 120ος, 121ος, 122ος, 123ος, 124ος, 125ος, 126ος, 127ος, 128η, 129ος, 131ος, 132ος, 133ος, 134ος, 135ος, 136ος, 137ος, 138ος, 139ος, 140ος, 141ος, 142ος, 143ος, 144ος, 146ος, 147ος, 148ος, 149η, 150ος, 151ος, 152ος, 153ος, 154ος, 155ος, 156ος, 157ος, 158ος, 159ος, 160ος, 161ος, 162ος, 164ος, 165ος, 166ος, 167ος, 168ος, 169ος, 170ος, 171ος, 172ος, 173ος, δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Νίνας Αγγελοπούλου, η οποία δήλωσε ότι : 1) Παραιτούνται οι αναιρεσείοντες από τον όγδοο λόγο αναιρέσεως που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη και 2) Δεν εισάγεται για τους 21ο Γ. Β., 113ο Σ. Ο. και 130ο Α. Π.. Παραστάθηκαν οι : 42η, 55ος, 77ος, 81ος, 95ος, 105ος, 114ος, 117ος, 145ος, 163η 167ος με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τσεριώνη.

Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση : 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (διακριτικός τίτλος ΣΥΕΛ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (διακριτικός τίτλος ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΚΤΑΕ" που εδρεύει στη Δραπετσώνα και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) Γ. Κ., κατοίκου ... με την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της πρώτης των αναιρεσίβλητων εταιριών. 4) Ι. Κ., κατοίκου ... με την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της πρώτης των αναιρεσίβλητων εταιριών. 5) Χ. Σ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της πρώτης των αναιρεσίβλητων εταιριών. Εκπροσωπήθηκαν οι : 1η, 3ος, 4ος, 5ος δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων Μιλτιάδη Καρπέτα και Βασιλείου Γεωργούλα. 2η δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Παπαδημητρίου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-καλούντων και την από 15 Μαρτίου 2000 ανακοίνωση δίκης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 5171/2000 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια το "Σωματείο Εργαζομένων Λιπασμάτων Δραπετσώνας, άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς την από 1η Οκτωβρίου 2001 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των νυν αναιρεσειόντων, που συνεκδικάσθηκε με την έφεση που ασκήθηκε.

Εκδόθηκε η 479/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Νοεμβρίου 2002 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 413/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για καινούργια συζήτηση, με την από 6 Μαϊου 2004 κλήση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 15 Ιανουαρίου 2004 έκθεση του Αρεοπαγίτη Πολύκαρπου Βούλγαρη, που κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή συνεδρίαση, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και τρίτου των λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν, ζήτησαν επίσης την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, οι πληρεξούσιοι των, πρώτης, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσίβλητων την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά τη δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσειόντων ότι δεν εισάγεται ως προς τους αναιρεσείοντες Γ. Β., Σ. Ο. και Α. Π. (21ου, 113ου και 130ου), η οποία έχει την έννοια της παραιτήσεως από την κλήση προς συζήτηση, δεν ερευνάται ως προς αυτούς.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (Ολ. ΑΠ 7/1993 ΑΠ 4/1992). Επομένως, η παραίτηση των αναιρεσειόντων από τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, που αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους πριν από τη προφορική συζήτηση της υποθέσεως, καταχωρίσθηκε δε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, είναι νόμιμη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης αλλά μόνον ως προς το λόγο αυτό της αναιρέσεως που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ). Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πλήττεται με κανένα άλλο λόγο που να αφορά την ως άνω (δεύτερη) αναιρεσίβλητη πρέπει, ως προς αυτήν, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (άρθρ. 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επειδή κατά το άρθρο 1 του Ν. 1387/1983 που φέρει τον τίτλο "έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" και εκδόθηκε για να προσαρμοστεί το Ελληνικό δίκαιο προς την 75/129 Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", τέτοιες απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν στο πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τους 5 εργαζόμενους, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν 20-50 άτομα, και ποσοστό 2-3%, του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2γ του ίδιου Νόμου, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του εδαφίου γ' από το Ν. 2736/1999, οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης. Με τα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους.

Το άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων. Στο άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 2736/1999 παράγραφος 5 που έχει ως εξής: "Η διαδικασία ομαδικών απολύσεων του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης", ενώ με το άρθρο 16 παρ. 6 του τελευταίου αυτού νόμου καταργήθηκε η παράγραφος 2 γ' του άρθρου 2 του Ν. 1387/1983.

Τέλος κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983 ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση του νόμου αυτού είναι άκυρες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με την κατάργηση της παραγρ. 2γ' του άρθρου 2 του ν. 1387/1983 με το άρθρ. 16 παρ. 6 του ν. 2736/1999, και την προσθήκη της ως άνω 5 παραγρ. στο άρθρο 5 του ίδιου Νόμου (1387/83), παραμένει ακέραιη η υποχρέωση του εργοδότη, πριν προβεί σε ομαδικές απολύσεις εργαζομένων στις αναφερόμενες στο νόμο αυτό (1387/83) επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όλες οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα (άρθρο 2), να προβεί σε διαβουλεύσεις ακόμη και στην περίπτωση επικείμενης διακοπής των εργασιών της επιχειρήσεως και ανεξάρτητα από το αν η διακοπή αυτή έγινε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, αφού η εξαίρεση αυτή αφορά μόνο την κατά το άρθρο 5 του νόμου αυτού προθεσμία και διαδικασία των ομαδικών απολύσεως σύμφωνα με την προστεθείσα ως άνω παραγρ. 5 αυτού.

Με τη ρύθμιση αυτή μεταφέρεται σωστά στο εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 98/59/Ε.Κ. του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών Κρατών - Μελών, η οποία κωδικοποιεί την Οδηγία 75/129/Ε.Ο.Κ., όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 92/56/Ε.Ο.Κ. προς το σκοπό προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, με την οποία ενδυναμώνονται και διασφαλίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων για πληροφόρηση, ενημέρωση και διαβούλευση στην περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας της επιχειρήσεως (βλ.

εισηγητική έκθεση του άρθρου 15 του Ν. 2736/1999). Οι ομαδικές απολύσεις που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του προαναφερόμενου νόμου είναι άκυρες (άρθρ. 6 παρ. 1 Ν. 1387/83). Περαιτέρω ανώτερη βία, με τη συνδρομή της οποίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, συνιστά κάθε απρόβλεπτο και τυχαίο γεγονός, που δεν μπορεί ν' αποτραπεί ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνθεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, που ασκούσε από 1-7-1997 στο ευρισκόμενο στην ακτή Βασιλειάδη Πειραιώς και εκτεινόμενο έως την Δραπετσώνα μεγάλο εργοστασιακό συγκρότημα επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας λιπασμάτων, προσέλαβε την ανωτέρω ημερομηνία (1-7-1997) τους αναιρεσείοντες με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρουν την εργασία τους στην επιχείρησή της.

Το ανωτέρω εργοστασιακό συγκρότημα, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, είχε εκμισθώσει η τελευταία στην πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση μισθώσεως που συνήψαν μεταξύ τους την 1-7-1997. Με την ίδια σύμβαση ορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης από 1-7-1997 έως 31-7-1999 για την παραγωγή λιπασμάτων και έως την 31-7-2000 για την απομάκρυνση των λιπασμάτων που θα παράγονταν έως την 31-7-1999.

Η καταληκτική αυτή ημερομηνία της λειτουργίας του εργοστασίου ήταν γνωστή τόσο στην πρώτη αναιρεσίβλητη, όσο και στους αναιρεσείοντες και είχε τεθεί στη σύμβαση μισθώσεως, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο χώρος στον οποίο βρισκόταν το εργοστάσιο είχε ενταχθεί στη ζώνη ενεργού πολεοδομίας και επρόκειτο να διαμορφωθεί στα πλαίσια αναπλάσεως της ευρύτερης περιοχής, ενόψει της διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων του 2004.

Ανεξάρτητα πάντως από το ότι είχε οριστεί η καταληκτική αυτή ημερομηνία στη μίσθωση, τόσο η πρώτη αναιρεσίβλητη, όσο και οι εταιρείες που ασκούσαν προηγουμένως την ίδια επιχείρηση στο ίδιο εργοστασιακό συγκρότημα, αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες, λόγω των συνεχών και εντόνων διαμαρτυριών και αντιδράσεων του δήμου Δραπετσώνας και πολλών άλλων φορέων και κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, οι οποίοι με συνεχείς κινητοποιήσεις και διαβήματα στις αρμόδιες αρχές, αλλά και με προειδοποιήσεις για τη δημιουργία ακραίων καταστάσεων από τους πολίτες, επιδίωκαν την άμεση διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου, επικαλούμενοι τον κίνδυνο που δημιουργούσε για την υγεία των κατοίκων και το περιβάλλον, όλα δε αυτά τα γεγονότα είχαν προκαλέσει αρνητικό κλίμα σε βάρος της επιχείρησης με δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στη φήμη της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι των αγοραστών των προϊόντων της και τη λειτουργία της.

Επιπλέον αυτή αντιμετώπιζε και την άρνηση της αρμόδιας Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Πειραιώς να χορηγήσει άδεια λειτουργίας του εργοστασίου, γεγονός που οφειλόταν στην πίεση που ασκούσε ο δήμος Δραπετσώνας και άλλοι φορείς της περιοχής για να κλείσει το εργοστάσιο. Έτσι, με την 771/1977 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς απορρίφθηκε αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας του εργοστασίου, αλλά έπειτα από την άσκηση προσφυγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την 2489/1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής.

Στη συνέχεια, με την 1741/1997 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, απορρίφθηκε προσφυγή του Νομάρχη κατά της παραπάνω αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, ενώ έπειτα από αίτηση ακυρώσεως του Νομάρχη κατά της αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Η Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχίας Πειραιώς, με το 3419/1999 έγγραφό της, βεβαίωσε την πρώτη αναιρεσίβλητη ότι ο φάκελος που είχε υποβάλει για την έκδοση της άδειας ήταν πλήρης και ζήτησε την κατάθεση συμφωνητικού παράτασης της μισθώσεως προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση αποφάσεως για τη χορήγηση της εν λόγω άδειας.

Παρά τα επίμονα όμως αιτήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η δεύτερη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να συναινέσει στην παράταση της μισθώσεως με τη δικαιολογία ότι η παλαιότητα των εγκαταστάσεων του εργοστασίου και η κακή λειτουργία αυτών εγκυμονούσε κινδύνους για τους εργαζόμενους και τους περιοίκους, ενόψει και των προαναφερομένων κοινωνικών αντιδράσεων.

Συγκεκριμένα, με την από 15-4-1999 επιστολή της προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, δήλωσε προς αυτήν, ότι εμμένει στην λήξη της μισθώσεως, σύμφωνα με τους όρους του μισθωτηρίου και στη συνέχεια, με το από 27-7-1999 εξώδικο έγγραφό της, την καλούσε να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις, και να σταματήσει την παραγωγή λιπασμάτων, σφραγίζοντας τις μονάδες παραγωγής.

Η πρώτη αναιρεσίβλητη έπραξε το μόνο που μπορούσε να πράξει, δηλ. άσκησε την από 19-7-1999 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την οποία ζήτησε ν' αναγνωριστεί ότι η μίσθωση του εργοστασίου διέπεται από τις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την 1-11-1999.

Η δεύτερη όμως αναιρεσίβλητη, με την οποία 2-8-1999 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε τη μίσθωση, λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία συνέχιζε την παραγωγή λιπασμάτων. Ενόψει αυτών, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατόρθωσε να καταθέσει στην αρμόδια Διεύθυνση Βιομηχανίας το συμφωνητικό παρατάσεως της μισθώσεως που της είχε ζητήσει η τελευταία και δεν χορηγήθηκε σ' αυτήν η άδεια λειτουργίας του εργοστασίου.

Με τη μη χορήγηση της άδειας λειτουργίας αυτού ήταν σύμφωνη και η κεντρική διοίκηση, η οποία, συμμεριζόμενη τις πιο πάνω θέσεις του Δήμου Δραπετσώνας και των άλλων φορέων της περιοχής, δεν είχε τη σχετική βούληση. Μετά από αυτά η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία προέβη σε όλες εκείνες τις ενέργειες που μπορούσε και έπρεπε να κάνει αλλά δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τις, ανυπέρβλητες δυσχέρειες που αντιμετώπισε κατά τη λειτουργία του εργοστασίου με ορατό πλέον τον κίνδυνο αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, αναγκάσθηκε στις 22-9-1999, από λόγους ανώτερης βίας, έπειτα από απόφαση της γενικής συνελεύσεώς της, να τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση και να διακόψει οριστικά την παραγωγική της δραστηριότητα, ακολούθως δε στις 20-10-1999 κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της, συμπεριλαμβανομένων και των αναιρεσειόντων, τους οποίους κάλεσε να εισπράξουν τη νόμιμη αποζημίωση, δηλώνοντας ότι, σε περίπτωση αρνήσεώς τους, θα την καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως και έπραξε.

Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε α) ότι οι ανωτέρω ομαδικές απολύσεις, που έγιναν χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 1387/1983 διαδικασία και κατά συνέπεια χωρίς να προηγηθούν οι διαβουλεύσεις με τους εργαζόμενους, είναι έγκυρες, διότι είχε διακοπεί οριστικά η λειτουργία της επιχειρήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, και δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη βεβαίωση της διακοπής αυτής με δικαστική απόφαση, αφού οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εργασίες μιας επιχειρήσεως παύουν ύστερα από δικαστική απόφαση είναι σπάνιες στο Ελληνικό δίκαιο, και β) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη, ακολούθως δε επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων των αναιρεσειόντων και καταβολή σ' αυτούς μισθών υπερημερίας.

Έτσι όπως αποφάσισε το Εφετείο αφενός μεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 1387/1983, ως προς την υποχρέωση του εργοδότη να προέλθει σε διαβουλεύσεις, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τη συνδρομή ανώτερης βίας, που συνεπάγεται την απαλλαγή της πρώτης αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας κατά τους βάσιμους, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτο, καθ' όλα τα μέρη του, και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως.

Ειδικότερα, ως προς τη δεύτερη από τις παραπάνω πλημμέλειες, α) ενώ δέχτηκε ότι η άρνηση της αρμόδιας Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Πειραιώς να χορηγήσει την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας του εργοστασίου οφείλεται στην πίεση που ασκούσε ο Δήμος Δραπετσώνας και άλλοι φορείς της περιοχής, στη συνέχεια δέχεται ότι η ίδια Διεύθυνση, με το υπ' αριθ. 3419/3-8-1999 έγγραφό της, βεβαίωνε την πρώτη αναιρεσίβλητη ότι ο σχετικός φάκελός της ήταν πλήρης και δεν απέμενε κανένα άλλο δικαιολογητικό για την χορήγηση της άδειας εκτός από το συμφωνητικό παρατάσεως της μισθώσεως, β) δέχεται ότι η κεντρική διοίκηση δε είχε βούληση χορηγήσεως της άδειας λειτουργίας του εργοστασίου, και στη συνέχεια ότι η Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχίας Πειραιώς, βεβαίωνε την πρώτη αναιρεσίβλητη, ότι το μόνο δικαιολογητικό που απέμενε και ζητούσε από αυτήν προκειμένου να της χορηγήσει την εν λόγω άδεια ήταν το συμφωνητικό παρατάσεως της μισθώσεως, και γ) δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έπραξε το μόνο που μπορούσε να πράξει, δηλαδή άσκησε την από 19-7-1999 αγωγή της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για να αναγνωριστεί ότι η μίσθωση διέπεται από τις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, της οποίας η συζήτηση ορίστηκε για την 1-11-1999, χωρίς να διευκρινίζει για ποιο λόγο προχώρησε στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων την 20-10-1999 χωρίς να αναμείνει τη συζήτηση της αγωγής αυτής, ούτε αν συζητήθηκε τελικά η αγωγή και αν εκδόθηκε απόφαση επ' αυτής.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Αναιρεί την 497/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ