Supreme Court dismisses appeal rejecting claim for excess pension severance pay based on statutory interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for additional severance pay. The appellant argued he was entitled to a higher pension benefit, but the court found he had already received a sum exceeding the legal maximum. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the request for the difference.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 and 144 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that when an employee has already received a pension severance payment exceeding the statutory maximum, a subsequent claim for the difference is inadmissible and the appeal must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 107 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 107/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Τασιοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.ΠολΔ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων Κοινωνικής Αλληλεγγύης" (Ο.Π.Ε.Κ.Α.), όπως μετονομάσθηκε ο "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων" (Ο.Γ.Α.) και κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεώνη Χουντάλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5635/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/1/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29/1/2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 84/2020, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5635/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 30/3/2018 εφέσεως του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων Κοινωνικής Αλληλεγγύης" (ΟΠΕΚΑ) κατά της 276/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντα αναιρεσείοντα Ν. Κ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση και δικάζοντας επί της από 10/2/2011 αγωγής το πιο πάνω δικαστήριο απέρριψε αυτή. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων με την από 10/2/2021 αγωγή του, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι διορίσθηκε, ως τακτικός υπάλληλος του ΟΓΑ και ανέλαβε υπηρεσία στις 13/2/1984 με βαθμό Α7 του κλάδου Γεωπόνων, ότι εργάσθηκε στον ΟΓΑ έως και την 1/11/1988, οπότε μετατάχθηκε με μεταφορά της οργανικής του θέσης στον ΕΛΓΑ, από τον οποίο αποχώρησε κατόπιν παραιτήσεως του, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του την 1/5/2010.
Ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του στον ΟΓΑ και εκ μετατάξεως στον ΕΛΓΑ ανέρχεται σε 21 χρόνια, 10 μήνες και 19 ημέρες μέχρι τις 31/12/2005. Ότι κατά την αποχώρησή του, του καταβλήθηκε μειωμένη αποζημίωση, λόγω συνταξιοδότησης ποσού 76.860,12 ευρώ, επειδή δεν συνυπολογίσθηκε σ' αυτήν το μηνιαίο επίδομα εποπτείας, που καταβαλλόταν σ' αυτόν και αποτελούσε τμήμα των τακτικών αποδοχών του κατά την αποχώρησή του, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 14.732,59 ευρώ, ποσό το οποίο ζήτησε με την αγωγή του να του καταβάλει το εναγόμενο με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 276/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να του καταβάλει το πιο πάνω ποσό με το νόμιμο τόκο. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 30/3/2018 έφεσή του. Κατόπιν εκδόθηκε η 5635/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος.
Με την πιο πάνω απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου εφέσεως ότι ο αναιρεσείων έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για πλήρη σύνταξη γήρατος εδικαιούτο μεν την αποζημίωση του άρθρου 1 του Ν. 2012/1920 αλλά μειωμένη κατά ποσοστό 50% κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 εδ.
β' του Ν. 3198/1955, συνεπώς αυτός εδικαιούτο 45.796,36 ευρώ. Αφού, όμως αυτός είχε λάβει υπέρτερο του οφειλομένου ποσού δηλαδή 76.860,12 ευρώ η αγωγή απορρίφθηκε, ως νόμω αβάσιμη. Εκτός των άλλων κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 εφαρμόζεται και για τους υπαγόμενους στον Κανονισμό του ΟΓΑ, όπως και ο αναιρεσείων.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι μη νομίμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1995 παρά το γεγονός ότι στην αγωγή του είχε επικαλεσθεί άλλες διατάξεις, προς θεμελίωση των αγωγικών του αξιώσεων. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ νόμω βάσιμη είναι η αγωγή, όταν αληθινών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που παρατίθενται στην ιστορική της βάση πληρούται το πραγματικό των κανόνων δικαίου, που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα και ταυτόχρονα δεν πληρούται το πραγματικό άλλων κανόνων δικαίου, που συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματος αυτού, το πραγματικό των οποίων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Όμως για το νόμω βάσιμο της αγωγής δεν αρκεί η ιστορική βάση αυτής να πληροί το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που ρητά ή σιωπηρά επικαλείται ο ενάγων αλλά θα πρέπει ταυτόχρονα να μην πληροί το πραγματικό άλλων κανόνων δικαίου, που οδηγούν σε κατάλυση του δικαιώματος, που άγεται προς δικαστική διάγνωση, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Επίσης, ισχυρισμοί που σχετίζονται με το νόμω βάσιμο της αγωγής λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού πρόκειται, για προνομιακούς ισχυρισμούς, που στηρίζουν αυτεπάγγελτα τους εφαρμοζόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1806/2017 και ΑΠ 1366/2012). Επομένως, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας τη νομική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ.
β' του Ν. 3198/1995, οι οποίες είχαν ως συνέπεια την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος χωρίς αυτό να δεσμεύεται, ως προς την κρίση του από το γεγονός ότι αυτός δεν είχε επικαλεσθεί τις πιο πάνω διατάξεις με το δικόγραφο της αγωγής του, απορριπτόμενου κατά συνέπεια, ως αβασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ).
Με το δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 δεν εφαρμόζεται στους συνταξιούχους υπαλλήλους του ΟΓΑ ούτε στους εξομοιούμενους με αυτούς υπαλλήλους του ΕΛΓΑ, όπως ο ίδιος αλλά αντιθέτως το άρθρο 42 παρ. 8 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΟΓΑ παραπέμπει στο Ν. 2112/1920 μόνο ως προς τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης. Έτσι οι αποχωρούντες, λόγω συμπλήρωσης 35ας καθώς και οι για οποιονδήποτε λόγο αποχωρούντες ή απολυόμενοι συνταξιοδοτούμενοι υπάλληλοι του ΟΓΑ δικαιούνται το ανώτατο όριο της οριζόμενης στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 αποζημίωσης, η οποία υπολογίζεται επί του συνόλου των τακτικών τους αποδοχών κατά τον τελευταίο, πριν την αποχώρησή τους μήνα. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του ΟΓΑ ούτε, όπως ίσχυαν, κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4169/1961 αφού αναφέρονταν σε ιδιωτικούς υπαλλήλους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ αλλά ούτε και με την μορφή που αυτές ίσχυσαν μετά την αντικατάστασή τους με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 διότι η τροποποίηση αυτή είναι μεταγενέστερη του Κανονισμού του ΟΓΑ.
Σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 8 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του ΟΓΑ, που εγκρίθηκε με την 177647/8720/13/16-9-1961 ΚΥΑ των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, που εφαρμόζεται και στους υπαλλήλους του ΕΛΓΑ κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 13 του Ν. 1790/1988 οι υπάλληλοι του ΟΓΑ, που αποχωρούν λόγω συμπληρώσεως του προβλεπομένου ορίου ηλικίας λαμβάνουν αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που αυτός ορίζει στις οποίες το πιο πάνω άρθρο παραπέμπει, ως προς το ύψος και τις προϋποθέσεις καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, ενώ ο πιο πάνω νόμος συμπληρώθηκε ως προς τον τρόπο και την έκταση εφαρμογής του από το Ν. 3198/1955.
Στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 ορίζεται ότι "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού Οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρώσιν είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι, τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου." Επομένως, για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 εδ.
β' του Ν. 3198/1955, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να πρόκειται για μισθωτό που συνδέεται με τον εργοδότη του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους υπαλλήλους του ΟΓΑ, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΟΓΑ συνδέονται με τον Οργανισμό με έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, β) να υπάγεται στην ασφάλιση οποιουδήποτε οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και να συμπλήρωσε ή συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για τη λήψη συντάξεως γήρατος και γ) να αποχώρησε από την εργασία του ή να απομακρύνθηκε από τον εργοδότη, αν πρόκειται για υπάλληλο.
Επομένως, οι κάθε είδους μισθωτοί, οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπληρώνουν τις νόμιμες προϋποθέσεις λήψεως συντάξεως γήρατος παραιτούμενοι λαμβάνουν, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε επικουρικώς ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους του ΟΓΑ και στους εξομοιούμενους με αυτούς υπαλλήλους του ΕΛΓΑ, όπως ο αναιρεσείων, αφού στις διατάξεις του άρθρου 42 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του ΟΓΑ γίνεται ρητή παραπομπή σε ότι αφορά την αποζημίωση, λόγω συνταξιοδότησης στις διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν.
Επίσης, είναι σαφής η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 42 του πιο πάνω Κανονισμού, όπου η παραπομπή στις διατάξεις του Ν. 2112/1920 γίνεται, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε (ΑΠ 1806/2017). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναριεσιβαλλόμενης αποφάσεως αυτή έκρινε ότι η νόμιμη αποζημίωση, λόγω συνταξιοδότησης, που ο ενάγων - αναιρεσείων εδικαιούτο να λάβει κατ' εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ανερχόταν λόγω της ιδιότητάς του, ως κυρίως ασφαλισμένος στο 50% της προβλεπομένης από το άρθρο 1 του Ν. 2112/1920 αποζημίωσης στο ποσό των 45.796,35 ευρώ (91.592,71 ευρώ:2).
Εφόσον όμως ο τελευταίος έχει ήδη λάβει, όπως προκύπτει από την αγωγή και τα αποδεικτικά μέσα ποσό υπέρτερο του νομίμου, δηλαδή 76.860,12 ευρώ, μη νόμιμα ζητούσε με την αγωγή του τη διαφορά ποσού 14.732,59 ευρώ (91.592,71-76.860,12 ευρώ), που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση εποπτείας, που δεν συνυπολογίσθηκε στην αποζημίωση αυτή.
Επομένως, ορθά απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος, απορριπτομένου ως αβασίμου του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν υπήρξε ιδιαίτερη δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/1/2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 84/2020 αίτηση αναίρεσης της 5635/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ