Legislator Case Law & Legislation
107/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land boundary dispute, rejecting argument that document was misread rather than misinterpreted.

Case Number 107/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two plaintiffs against a final judgment regarding a land boundary dispute. The plaintiffs argued the lower court misread a sales contract, but the court found this constituted an unreviewable assessment of evidence rather than a diagnostic error. Consequently, the appeal was rejected, and the plaintiffs were ordered to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged misreading of a contract document is inadmissible if it merely challenges the court's unreviewable assessment of evidence and does not demonstrate a diagnostic error in the document's interpretation.

Keywords

AI generated
land boundary dispute appeal inadmissibility misreading of contract unreviewable assessment diagnostic error legal costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 491 para. 4 section e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 107 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 107/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείοντων: 1) Ν. Μ. του Δ., 2) Β. Μ. του Θ., κατοίκων ... (οικισμός ...) του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας Σποράδων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσιλιμίδο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Μενελάου, κατοίκου Βόλου, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Μιχαήλ Βασιλικός και αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 11-03-2020, σύμφωνα με το προσκομισθέν υπ' αριθμόν .../16-3-2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Βόλου και ότι την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, κόρη του, Ο. Α. του Γ., σύζυγος Δ. Τ., κάτοικος ... Βόλου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-03-1996 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, οι αποφάσεις 946/1998, 271/2007, 3/2010 μη οριστικές και 282/2015 οριστική, του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 06-09-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-03-1996 με αριθμό καταθέσεως 105/14.3.1996 διεκδικητική αγωγή του Γ. Α. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά των αρχικών διαδίκων: Μ. χήρας Δ. Μ., Θ. Μ., Σ. Μ. και Ν. Μ.

Εκδόθηκε η 63/1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή λόγω του τεκμηρίου της ομολογίας εκ της ερημοδικίας των εναγομένων, και κατόπιν εφέσεως τούτων η 946/1998 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας που δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κρατώντας την υπόθεση προς έρευνα της αγωγής του εφεσίβλητου.

Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι 271/2007 και 3/2010 επίσης μη οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας αποβίωσε στις 21-05-2013 ο δεύτερος εναγόμενος - εκκαλών Θ. Μ. του Δ., μετά δε τη νόμιμη γνωστοποίηση του θανάτου του η βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίστηκε αρχικά από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α.

Μ. του Α., Μ. Μ. του Α., Β. Μ. του Θ. και Ε. Μ. του Θ.. Ακολούθως εκδόθηκε η 282/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη ως προς την πρώτη και τρίτο των εναγομένων (Μ. Μ. και Σ. Μ.) ενώ ως προς τους λοιπούς εναγομένους έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.

Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ειδικότερα τα με αριθμό 22/2013 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Σκοπέλου, στις 12-11-2013 δημοσιεύθηκε η .../16.9.2011 δημόσια διαθήκη του άνω αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Θ. Μ., με την οποία ο τελευταίος κατέλειπε, μεταξύ άλλων, και τον αγρό εντός του οποίου φέρεται να υφίσταται η επίδικη έκταση στον γιό του Β.

Μ.. Μετά από αυτά την αναίρεση της ως άνω 282/2015 τελεσίδικης απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, Ν. Μ. και Β. Μ., με την από 06-09-2016 αίτησή τους, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 ΚΠολΔ Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α’ 287 και 290 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομίας.

Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου, Μιχαήλ Βασιλικός και δήλωσε ότι ο αυτός αποβίωσε στις 11-03-2020, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε το .../16.3.2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συνταχθεί από το Ληξιαρχείο Βόλου, ενώ δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου του αναιρεσίβλητου συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, θυγατέρα τούτου, Ο. Α. του Γ., σύζυγος Δ. Τ., καθώς οι λοιποί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι οι θυγατέρες του Ε. Α., άγαμη και Ι. Α., διαζευγμένη με δύο τέκνα, το Γ. Α. και την Ε. Α., αποποιήθηκαν άπαντες την κληρονομία του πατέρα και παππού αντίστοιχα (βλ. το .../4.9.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αλοννήσου, Νομού Μαγνησίας και τις .../24.6.2020, .../13.7.2020, .../11.8.2020 και .../14.8.2020 εκθέσεις δήλωσης απολύτου αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Βόλου). Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2) της προσβαλλομένης 282/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν: 1. ενώπιον της εντεταλμένης δικαστή του Πρωτοδικείου Βόλου, που ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 946/1998 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου (βλ. υπ' αριθ. 31/2000 εισηγητική έκθεση) 2. ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (βλ. υπ'αριθμ. 3/2010 πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου Λάρισας, το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από τον πραγματογνώμονα Κ.

Σ., πολιτικό μηχανικό, που ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 946/1998 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου (βλ. την από 25.5.2005 και με αριθμ. κατ. …/2005 "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης"), το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από τον πραγματογνώμονα Δ. Μ., τοπογράφο μηχανικό, που ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 3/2010 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου (βλ.

την από Ιούνιος 2012 και με αριθμό κατ. …/2012 "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης") και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη, α) η προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. πρωτ. .../6.8.2001 βεβαίωση του Δημάρχου Αλοννήσου Ο. Π. περί του ότι το ισόγειο κτίσμα που βρίσκεται στη θέση ... Αλοννήσου και εντός αγροτεμαχίου εμβαδού 6.280 τμ, προϋπάρχει του 1923 και β) οι προσκομιζόμενες από 25-07-2001 δύο υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986 των τρίτων Σ.

Τ. και Δ. Α., ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφενός μεν γιατί αυτές ανακλήθηκαν από τους βεβαιούντες - δηλούντες (βλ. την υπ'αριθμ. πρωτ. .../14.2.2002 "Ανάκληση Βεβαίωσης" του Δημάρχου Αλοννήσου και δηλώσεις ανάκλησης των ιδίων των υπευθύνως δηλούντων στο σώμα των υπεύθυνων δηλώσεων), αφετέρου δε γιατί όπως συνάγεται από το περιεχόμενό τους δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα δίκη, ενώ, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 438 ΚΠολΔ και 106 του ν. 3463/2006 ο Δήμαρχος δεν έχει αρμοδιότητα εκδόσεως βεβαιώσεων με το ανωτέρω περιεχόμενο [...] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Με το υπ'αριθμ. .../30.9.1967 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σκοπέλου, Δ. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σκοπέλου, στον τόμο … και με αριθμό …, ο ενάγων έγινε κύριος ενός αγροκτήματος στη θέση "..." Αλοννήσου, εμβαδού δύο (2) περίπου στρεμμάτων, το οποίο συνόρευε βόρεια με ρέμα, βορειοδυτικά με κοινοτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Μ., νοτιοδυτικά με κοινοτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Γ.

Κ. και νοτιοδυτικά με θάλασσα. Επί του ακινήτου αυτού τόσο ο ενάγων από το έτος 1967, όσο και η δικαιοπάροχος του Σ. χήρα Γ. Σ., από το έτος 1942 ασκούσαν επί του ακινήτου αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, καθαρίζοντας αυτό από τα χόρτα, κατασκευάζοντας πεζούλες, φυτεύοντας δέντρα και συλλέγοντας ακολούθως τους καρπούς τους, ενώ κατασκεύασαν μέσα σ' αυτό κτίσμα, χωρίς να έχει προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος κατασκευής του.

Το Μάϊο του 1990, ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας των λοιπών διαδίκων Δ. Μ., εκμεταλλευόμενος την απουσία του ενάγοντος στο Βόλο, κατέλαβε ένα τμήμα του ανωτέρω ακινήτου του, το οποίο ο ενάγων το προσδιορίζει στο συνημμένο στην αγωγή του τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... και με εμβαδόν 870 τ.μ.

Με το ίδιο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Κ., το ακίνητο του ενάγοντος με νεώτερη καταμέτρηση φέρεται να έχει εμβαδόν 6.280 τμ. Ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ήταν κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ενός ομόρου ακινήτου (αγροτεμάχιο με 30 ελαιόδενδρα), εμβαδού 9.858,05 τμ. Το ακίνητο αυτό μετά το θάνατό του, περιήλθε, δυνάμει της .../23.5.1992 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας στο συμβολαιογράφο Σκοπέλου, Δ.

Τ., στους εναγομένους. Ακολούθως, η πρώτη και ο τρίτος από αυτούς, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1992 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σκοπέλου Δ. Τ. μεταβίβασαν το ποσοστό συγκυριότητας αυτών επί του ως άνω κληρονομηθέντος ακινήτου, στον τέταρτο εναγόμενο Ν. Μ.. Έτσι συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου κατέστησαν οι δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 αντίστοιχα.

Η επίδικη έκταση που παρεμβάλλεται μεταξύ των δύο αυτών αγροτεμαχίων έχει σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου, με εμβαδόν 870 τμ και συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά …-… μήκους 25 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων, δυτικά σε πλευρά …-… μ. με ιδιοκτησία εναγομένων, νότια σε πλευρά …-… μήκους 35 μ.με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος, ανατολικά σε πλευρά …-… μήκους 17 μ.

με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και βορειοανατολικά σε πλευρά …-… μήκους 40μ μ υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος. Σύμφωνα με την από Ιούνιος 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Δ. Μ., τοπογράφου - μηχανικού, που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 3/2010 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, για τη διεξαγωγή νέας (δεύτερης) πραγματογνωμοσύνης, από την επίδικη έκταση των 870 τμ, μόνο ένα μέρος αυτής, εμβαδού 725,05 τμ περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως κυριότητας του ενάγοντος, ενώ η υπόλοιπη επίδικη έκταση την οποία ο πραγματογνώμονας αναβιβάζει σε 230,63 τμ, περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως της κυριότητας των εναγομένων.

Ειδικότερα, η έκταση που περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του ενάγοντος και την οποία κατέλαβε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων αποτυπώνεται στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τα στοιχεία ... και συνορεύει γύρω: α) Δυτικά σε πλευρά …-… μήκους 20,52 μ. με παλαιό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία εναγομένων, β) νοτιοδυτικά σε πλευρά …-… μήκους 15,80 μ.

με παλαιό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία εναγομένων, γ) νότια σε πλευρά …-… μήκους 35 μ. με υπόλοιπη έκταση του ενάγοντος, δ)ανατολικά σε πλευρά …-… μήκους 4,31μ κατά μεν τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο του ενάγοντος με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος, κατά δε τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο των εναγομένων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγομένων.

Στην ανωτέρω κρίση ο πραγματογνώμονας κατέληξε με εφαρμογή των τίτλων των διαδίκων επί του εδάφους, αλλά και από την ερμηνεία των τριών (3) αεροφωτογραφιών που έλαβε με αίτησή του από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού. Εφόσον, λοιπόν, ένα μόνον μέρος του επιδίκου, εμβαδού 725,05 τμ από τη συνολική επίδικη έκταση των 870 τμ περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, αυτός έγινε κύριος του επιδίκου αυτού τμήματος, αφού όπως προαναφέρθηκε επί της ανωτέρω συνολικής ιδιοκτησίας του ο ενάγων ασκούσε από το έτος 1967 και εντεύθεν που του μεταβιβάστηκε η κυριότητα, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, καθαρίζοντας αυτό από τα χόρτα, κατασκευάζοντας πεζούλες, φυτεύοντας δέντρα και συλλέγοντας ακολούθως τους καρπούς τους, ενώ κατασκεύασε μέσα σ'αυτό κτίσμα, χωρίς να έχει προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος κατασκευής του.

Τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσε στο προαναφερόμενο ακίνητο και η δικαιοπάροχός του Σ. χα Γ. Σ., από το έτος 1942 και μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβασή του, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1967 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σκοπέλου Διονυσίου Ντόζη, τον ενάγοντα. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής στο προαναφερόμενο τμήμα του επίδικου ακινήτου ασκούσε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, όπως αναληθώς ισχυρίσθηκαν οι δεύτερος και ο τέταρτος των εναγομένων, αφού ουδέποτε το τμήμα αυτό του επιδίκου περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου τους.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του δεύτερου και του τέταρτου των εναγομένων, ότι αυτοί είναι συγκύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, γιατί ο δικαιοπάροχός τους Δ. Μ. από το έτος 1940 και μέχρι το θάνατό του (26-09-1991) και αυτοί μετά το θάνατό του και εντεύθεν, ασκούσαν επί του ανωτέρω τμήματος του επιδίκου πράξεις νομής, γενόμενοι συγκύριοι αυτού, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος […] |».

Με βάση το ως άνω σκεπτικό με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου Γ. Α., ήδη αποβιώσαντος, δικαιοπαρόχου της κληρονόμου του Ο. Α., που συνεχίζει την παρούσα δίκη και αναγνωρίσθηκε ότι αυτός είναι κύριος τμήματος του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα κύριος ακινήτου εμβαδού 725,05 τμ που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Aλoνήσoυ της νήσου Αλοννήσου, όπως τούτο προσδιορίσθηκε παραπάνω κατά θέση και όρια.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, τρίτο και έκτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, διότι αυτή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς αναιρέσεως προβάλλεται ότι ενώ στον τίτλο κτήσεως που επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος, δηλαδή το ως άνω .../1967 συμβόλαιο, το ακίνητο που απέκτησε από την αληθή κυρία τούτου Σ.

χήρα Γ. Σ. περιγράφονταν ως αγρόκτημα εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων και συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησίες βορείως με κτήμα Δ. Θ. Μ., νοτίως με κτήμα Γ. Κ., ανατολικώς με παραλιακή ακτή και δυτικώς με κτήμα Γ. Κ., ο ίδιος με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι το ακίνητο επί του οποίου αυτός από το έτος 1967 και η δικαιοπάροχος του από το έτος 1942 ασκούσαν πράξεις νομής έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση από την αναφερόμενη στον τίτλο κτήσεως και συγκεκριμένα έκταση 6.280 τ.μ.

και το εμφάνιζε με διαφορετικά όρια "κατ' αντίφαση προς το δικό του τίτλο κτήσεως" και συγκεκριμένα ότι συνορεύει βόρεια με ρέμα, βορειοδυτικά με κοινοτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Μ., νοτιοδυτικά με κοινοτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Κ., με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι ο ανήκων στον αναιρεσίβλητο αγρός είναι εκείνος που αποκτήθηκε με το ως άνω .../30.9.1967 πωλητήριο συμβόλαιο, με αντιφατική, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται ότι έχει μεταβληθεί κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ο προσανατολισμός των ορίων του και έτσι επεκτείνει την ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου προς βορρά σε βάρος της δικής τους ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση κύριος αυτής επί της οποίας "ουδέν δικαίωμα κυριότητας ουδέποτε απέκτησε [...]".

Περαιτέρω με τους ίδιους λόγους αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι αυτή "παραβλέποντας τις τεράστιες αντιφάσεις και τις κυριολεκτικά αυθαίρετες εκτιμήσεις [...]" της με αριθμό καταθέσεως …/2012 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Δ.

Μ. που διατάχθηκε με την 3/2010 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, επιχείρησε να στηριχθεί σ'αυτήν και να "παραπέμπει προς αιτιολόγηση των παραδοχών της [...]" στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία όμως στο κρίσιμο ανωτέρω ζήτημα σε τίποτα δεν επιβεβαιώνει τις συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επί πλέον δε οι παραδοχές της απόφασης αυτής έρχονται σε αντίθεση ακόμη και με τους ίδιους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος και την εμπεριεχόμενη σ'αυτούς δικαστική του ομολογία [...]" και παράλληλα ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξειδικεύει τις κρίσιμες πράξεις νομής που υποτιθεμένως ασκούντο επί της συγκεκριμένης επίδικης εκτάσεως, αλλά προσδιορίζει τις πράξεις νομής που ασκούνταν από την δικαιοπάροχο του ενάγοντος και από τον ίδιο επί της συνολικής αγορασθείσας έκτασης και "όχι ειδικώς τις πράξεις νομής που ασκούντο στο επίδικο τμήμα της εκτάσεως, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης […] δηλαδή ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση ομιλεί για κατασκευή κτίσματος επί ακινήτου του ενάγοντος, διαπιστώνεται τόσον από την ίδια τη δικαστική ομολογία του ενάγοντος, ως αυτή περιέχεται στην αγωγή του [...]" όσο και από το τοπογραφικό διάγραμμα που είναι συνημμένο σ'αυτήν, αλλά και στο από 18-06-2012 τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω πραγματογνώμονα ότι εντός της επίδικης εκτάσεως δεν υφίσταται κανένα κατασκευασθέν από τον ενάγοντα ή την δικαιοπάροχό του κτίσμα, ούτε πεζούλα, αντίθετα τόσο το κτίσμα όσο και η πεζούλα την ύπαρξη της οποίας διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας υφίστανται στο μη επίδικο τμήμα της πράγματι ανηκούσης στον ενάγοντα όμορης έκτασης.

Τέλος, ειδικότερα στον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά παραδοχών της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, στην οποία αποδίδουν "τεράστιες αντιφάσεις" και "ακροβατισμούς", παραθέτοντας σχεδόν όλο το περιεχόμενο αυτής σχετικά τόσο με τη μορφολογία του εδάφους του επίδικου ακινήτου και των συνεχόμενων με αυτό εδαφικών εκτάσεων των διαδίκων, που φέρεται ο πραγματογνώμονας να διαπίστωσε από τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες όσο και του πορίσματος που διεξήγαγε ο ίδιος με βάση όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του, το οποίο αντικρούουν οι αναιρεσείοντες με δικά τους επιχειρήματα, αποδίδοντας μάλιστα μομφή στον πραγματογνώμονα ότι προέβη σε "συνεχείς λογικούς ακροβατισμούς" και ότι "υπερέβη στην πραγματικότητα το ρόλο του".

Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν η προσβαλλόμενη απόφαση που αναγνώρισε ότι ο ενάγων, ήδη αποβιώσας, Γ. Α., ήταν κύριος τμήματος της επίδικης εκτάσεως εμβαδού 725,05 τμ που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Αλοννήσου της νήσου Αλοννήσου, όπως τούτο προσδιορίσθηκε παραπάνω κατά θέση και όρια, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα η προσβαλλομένη απόφαση ασχολήθηκε μόνο με το επίδικο εδαφικό τμήμα των 870 τμ, καθώς μόνο του τμήματος αυτού επεδίωκε με την αγωγή του ο ενάγων να αναγνωρισθεί κύριος και όχι της συνολικής εκτάσεως που αναφέρεται σ'αυτήν, η οποία εμφανίζεται σημαντικά μεγαλύτερη εκείνης που του μεταβιβάστηκε με το ως άνω .../1967 συμβόλαιο, οπότε η μεταβολή της συνολικής εδαφικής εκτάσεως, της οποίας φέρεται με την αγωγή ως κύριος ο αποβιώσας αναιρεσίβλητος καθώς και των ορίων αυτής, (άλλωστε οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι ο Γ.

Α. έχει επεκτείνει το ακίνητό του και σε βάρος άλλων όμορων ιδιοκτησιών) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου από το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά το ουσιώδες ζήτημα στην επίδικη υπόθεση εντοπίσθηκε, ως έδει, στο αν το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται εντός του τίτλου κτήσεως του ενάγοντος, δηλαδή του ως άνω .../30.9.1967 πωλητηρίου συμβολαίου.

Άλλωστε, για το λόγο αυτό διατάχθηκε από το Εφετείο Λάρισας δεύτερη πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου ο πραγματογνώμονας να προβεί σε εφαρμογή του ως άνω συμβολαίου επί του εδάφους, όπως και πράγματι συνέβη. Επί πλέον το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι ο ενάγων ασκούσε από το έτος 1967 και εντεύθεν που του μεταβιβάστηκε η κυριότητα, επί της συνολικής εκτάσεως, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής τις οποίες ασκούσε στην ίδια έκταση και η δικαιοπάροχός του από το έτος 1942 και μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβασή του, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1967 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σκοπέλου Διουνυσίου Ντόζη, στον ίδιο, και ότι αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής στο προαναφερόμενο τμήμα του επίδικου ακινήτου ασκούσε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, αφού ουδέποτε το τμήμα αυτό του επιδίκου περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου τους, δεν διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του καθώς αυτή αναφέρεται σε πράξεις νομής του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου του επί της συνολικής μεταβιβασθείσας με το ως άνω συμβόλαιο έκτασης, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσδιορισμού ειδικότερων πράξεων νομής στο επίδικο εδαφικό τμήμα της συνολικής έκτασης.

Οι προαναφερόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις οποίες αυτοί καταλήγουν σε αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναγνώριση του ενάγοντος ως κυρίου του επίδικου ακινήτου, ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετική με τις οποίες κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Την ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων πλήττουν και οι αιτιάσεις των ερευνώμενων λόγων αναίρεσης σχετικά με το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες αφενός μεν καταλήγουν σε εντελώς αντίθετα συμπεράσματα από εκείνα για τα οποία εκφέρει την επιστημονική του άποψη ο πραγματογνώμονας αφετέρου δε κατά ένα μέρος τους αναφέρονται σε αντιφατικές παραδοχές της ίδιας της πραγματογνωμοσύνης, ενώ η έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας και η ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει να προκύπτουν αμέσως από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης το οποίο και μόνο ελέγχει ο Άρειος Πάγος, και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, όπως είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Συνεπώς οι πρώτος, τρίτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι καθόσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τα επιχειρήματα και τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Επί πλέον ο από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη άμεση ή έμμεση ισχυρισμού λυσιτελούς, παραδεκτού και νόμιμου. Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενόο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 13-14-15/2005) ότι δεν λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης αποδίδουν πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης από τους αριθμούς 8 και 11 περ. γ' ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη σειρά "πραγμάτων", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και σειρά εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συγκεκριμένα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβλεψε: α) τους ισχυρισμούς τους περί υπάρξεως σαφών διαχωριστικών ορίων (πέτρινου μανδρότοιχου) μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, πράγμα το οποίο, όπως επικαλούνται, υποστήριξαν και απέδειξαν ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, αναφερόμενοι αφενός μεν σε τμήμα του πορίσματος της Τεχνικής Έκθεσης της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ.

Α. με τον τίτλο "Παρατηρήσεις - Αντιρρήσεις επί των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., στο οποίο γίνεται μνεία ότι οι λιθοσωροί που στην Αλόννησο ονομάζονται αβραγιές κατασκευάζονται μεταξύ άλλων και για να οριοθετηθούν ιδιοκτησίες και η πραγματογνωμοσύνη δεν εξηγεί γιατί "η προκτήτορας του Α.

δεν κατασκεύασε την αβραγιά της στα όρια τα οποία αυτός επικαλείται σήμερα ..." καθώς "Δεν είναι λογικό και άρα πειστικό μία γυναίκα να μπαίνει στον κόπο μίας τόσο σκληρής εργασίας...φτιάχνοντας με τόση επιμέλεια ένα σαφέστατα γεωμετρικό σχήμα σε μία τυχαία θέση εντός της ιδιοκτησίας της αντί για τα όρια αυτής", β) τις καταθέσεις των μαρτύρων τους Γ.

Π. και Σ. Α.. γ) τους ισχυρισμούς τους περί του ότι η ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου στην πλευρά γειτνίασής της με την δική τους ιδιοκτησία δεν οριοθετούνταν από "κοινοτικό μονοπάτι", γεγονός που αποδεικνύονταν από το "ίδιο το επικαλούμενο από τον αντίδικο ως άνω συμβόλαιο κτήσης του...", ενώ "...ως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αυτό αποτελούσε το αληθές όριο μεταξύ..." των δύο ιδιοκτησιών, γεγονός που αν ήταν αληθές θα έπρεπε να μνημονεύονταν στο συμβόλαιο του αναιρεσίβλητου.

δ) τον ισχυρισμό τους περί χορηγήσεως στον δικαιοπάροχό τους Δ. Θ. Μ. αδείας εκχερσώσεως της επιδίκου εκτάσεως δυνάμει της .../28.3.1957 απόφασης του Ν. Μαγνησίας καθώς και της με αριθμό πρωτοκόλλου .../7.9.1998 βεβαίωσης της Δνσης Δασών του Δασαρχείου Σκοπέλου περί χορηγήσεως της άνω αδείας εκχερσώσεως", έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου Λάρισας.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης κατά το μέρος τους που αφορούν στον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τόσο τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων όσο και τα ως άνω έγγραφα που επίσης προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι ίδιοι χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός. Κατά δε το σχετικό τους μέρος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου είναι απαράδεκτοι διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά αναφέρονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και στην αξιολόγησή τους από το δικαστήριο και σε επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση τούτων.

Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ.

εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../30.9.1967 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σκοπέλου Διονυσίου Ντζόζη, καθώς αναφερόμενη "η προσβαλλόμενη απόφαση στον τίτλο κτήσεως του αντιδίκου που ο ενάγων - αναιρεσίβλητος απέκτησε εξ αγοράς από την Σ.

Σ. δια του ως άνω συμβολαίου και τόσον η ως άνω δικαιοπάροχός του όσον και ο αντίδικος ενεργούσαν επί του ακινήτου πράξεις νομής επί της αγορασθείσης δια του συμβολαίου εκτάσεως, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του ως άνω συμβολαίου δέχεται ότι το αγορασθέν ως άνω ακίνητο [...] συνόρευε βόρεια με ρέμα, βορειοδυτικά με κοινοτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Μ., νοτιοδυτικά με κοινοτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Γ.

Κ. και νοτιοδυτικά με θάλασσα, ενώ κατά το αληθές περιεχόμενο του ... πωλητηρίου συμβολαίου ... το αγορασθέν από τον αντίδικο ακίνητο ... ουδεμία σχέση έχει με την έκταση που αναγνωρίσθηκε ότι ανήκει δήθεν στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, αφού το όλο ακίνητο που απέκτησε ο αντίδικος δια του άνω συμβολαίου .., συνόρευε και συνορεύει όπως επί λέξει περιγράφεται στο ως άνω υπ'αριθμ. .../30.9.1967 πωλητήριο συμβόλαιο ...

βορείως με κτήμα Δ. Μ. (ήτοι με την ιδιοκτησία που σήμερον κύριοι είμεθα εμείς), νοτίως με κτήμα Γ. Κ., ανατολικώς με παραλιακήν ακτήν και δυτικώς με κτήμα Γ. Κ...".

Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του ως άνω συμβολαίου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε, αλλά στην πραγματικότητα ο λόγος αυτός αναφέρεται σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του συμβολαίου αυτού, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Δηλαδή η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου, (παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός σε κάθε περίπτωση θα ήταν αβάσιμος γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, σχετικά με ζήτημα, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα των 725,05τμ., εμπίπτει στο ως άνω συμβόλαιο του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο συμβόλαιο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά τούτο συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα).

Ενόψει τούτων δεν υφίσταται παραμόρφωση εγγράφου και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ενώ, σημειώνεται, ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το ως άνω συνολικό ακίνητο συνορεύει νοτιοδυτικά με κοινοτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Γ. Κ. και νοτιοδυτικά με θάλασσα, ενώ τούτο συνορεύει αναμφιβόλως ανατολικά με θάλασσα, έγινε από προφανή παραδρομή, καθώς στην απόφαση περιλήφθηκαν δύο φορές τα νοτιοδυτικά σύνορα του ακινήτου και δεν έγινε αναφορά στα αναμφισβήτητα ανατολικά σύνορα.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 282/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της ήδη αναιρεσίβλητης, Ο. Α., κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδάφ.ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-09-2016 αίτηση των Ν. Μ. και Β. Μ. για αναίρεση της 282/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ