107/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αρ.239/14-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την αριθ.κατάθ. 51/16-2-2004 ανακοίνωση δίκης, την με αριθ.κατάθ. 26/19-1-2004 αγωγή του 1ου ήδη των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2007 μη οριστική και 144/2008 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-1-2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated107/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Full text
Απόφαση 107 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 107/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Ι. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σφέτσου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και 2. Της Εδρεύουσας στην … και νομίμως εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία Ευρωπαϊκή Ένωση Ασφάλειαι Μινέττα ΑΕΕΓΑ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σφέτσου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Της εδρεύουσας στην …και νομίμως εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία VICTORIA, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Στο σημείο αυτό της δίκης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε την παραίτησή του από το δικόγραφο της αναίρεσης της 1-1-2011, ως προς την 3η αναιρεσίβλητη και την συνέχιση της δίκης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αρ.239/14-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την αριθ.κατάθ. 51/16-2-2004 ανακοίνωση δίκης, την με αριθ.κατάθ. 26/19-1-2004 αγωγή του 1ου ήδη των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2007 μη οριστική και 144/2008 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-1-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 21-2-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (Α.Π.240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../8-7-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8-3-2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-11-2013) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου του αναιρεσείοντος στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία VICTORIA.
Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίο υφίσταται όταν ο αναιρεσείων ηττήθηκε ολικώς ή μερικώς με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του που νίκησαν στη δίκη (Ολ. Α.Π. 11/1992, Α.Π. 40/2005). Με την κρινόμενη 1/3-1-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 144/2008 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2). Με την με αριθμό κατάθεσης 239/14-7-2003 αγωγή ο αναιρεσείων ιστορούσε ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο και τις υπόλοιπες περιγραφόμενες συνθήκες, ο πρώτος εναγόμενος - ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη- ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία από αμέλεια του έγινε υπαίτιος συγκρούσεως με την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων) με αποτέλεσμα να υποστεί τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή σωματικές βλάβες και να καταστραφεί ολοσχερώς η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του.
Για τους λόγους αυτούς μετά από παραδεκτό περιορισμό καταψηφιστικών κονδυλίων της αγωγής σε αναγνωριστικό (με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 60.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλουν να του καταβάλουν το ποσό των 561.114,42 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής κατά τους ειδικότερους επιμερισμούς που κάνει με την αγωγή του και με προσωπική κράτηση του πρώτου εναγόμενου λόγω της αδικοπραξίας του.
Με την με αριθμό κατάθεσης 26/19-1-2004 αγωγή ο ενάγων - πρώτος αναιρεσίβλητος (Δ. Π.) ιστορούσε ότι στον ίδιο όπως και στην παραπάνω αγωγή τόπο και χρόνο και κάτω από τις συνθήκες που περιγράφει στην αγωγή του, ο εναγόμενος - αναιρεσείων (Ι. Β.) οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του από αμέλειά του έγινε υπαίτιος σύγκρουσης με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του με αποτέλεσμα να υποστεί το αυτοκίνητό του τις αναφερόμενες στην αγωγή υλικές ζημίες.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 13548,86 ευρώ προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη και για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με προσωπική του κράτηση λόγω της αδικοπραξίας του.
Με την με αριθμό κατάθεσης 51/16-2-2004 αναγωγή ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη τρίτη των αναιρεσίβλητων, στην οποία ήταν ασφαλισμένη κατά το χρόνο του ατυχήματος η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του (δηλαδή η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία VICTORIA) να του καταβάλει όποιο ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα (Δ.
Π.). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο ενάγων παραιτήθηκε παραδεκτά από το αίτημα της αναγωγής του και δήλωσε ότι διορθώνει το είδος του δικογράφου από "αναγωγή" σε "ανακοίνωση δίκης". Κατά τη συζήτηση επίσης της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ασφαλιστική εταιρία "VICTORIA ΑΕ" -τρίτη των αναιρεσίβλητων παρενέβη προσθέτως υπέρ του εναγόμενου-ασφαλισμένου της αναιρεσείοντος και ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος Δ.
Π.-πρώτου αναιρεσίβλητου, προβάλλοντας επικουρικά την ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού κατά ποσοστό 80% στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές και την πρόσθετη παρέμβαση: α) Απέρριψε την με αριθμό κατάθεσης 239/2003 αγωγή του Ι.
Β.-αναιρεσείοντος, β)Κατάργησε τη δίκη ως προς την με αριθμό κατάθεσης 51/16-2-2004 αγωγή του Ι. Β., γ) Απέρριψε την ανακοίνωση δίκης, δ) Δέχθηκε κατά ένα μέρος την με αριθμό κατάθεσης 26/2004 αγωγή του Π. Δ.-πρώτου αναιρεσίβλητου υποχρεώνοντας τον εναγόμενο της ανωτέρω αγωγής (Ι. Β.-αναιρεσείοντος) να καταβάλει στον ενάγοντα-πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 6.365,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ως άνω απόφασης οι διάδικες πλευρές (αναιρεσείων και τρίτη των αναιρεσίβλητων) άσκησαν εφέσεις και ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντέφεση με τις προτάσεις). Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 141/2007 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων (Ι. Β. και Δ. Π.), και στη συνέχεια την 144/2008 απόφαση με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις και την αντέφεση.
Υπό τα ως άνω δεδομένα είναι πρόδηλο, ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη (VICTORIA Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία) δεν υπήρξε αντίδικος και δη νικήσασα του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, καθ' όσο μέρος στρέφεται εναντίον της, ως απαράδεκτη.
Το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη: "Στις 31-7-2001 και ώρα 14.45 ο Δ. Π. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωση Ασφάλειαι Μινέττα Α.Ε.Ε.Γ.Α." κινούνταν επί της Εθνικής οδού Ν.
Μοναστηρίου (Αθηνών) - Τρικάλων με κατεύθυνση προς Τρίκαλα. Την ίδια χρονική στιγμή ο Ι. Β. οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του που ήταν ασφαλισμένη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "VICTORIA" κινούνταν στην ίδια οδό, προς την ίδια κατεύθυνση και πίσω από το προαναφερόμενο αυτοκίνητο (...
Ι.Χ.Ε.). Στο 30,500 χιλιόμετρο της παραπάνω οδού, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως με συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή όπου υπάρχει μεγάλη ευθεία, η ορατότητα δεν περιορίζεται από κανένα εμπόδιο και ενώ ήταν ακόμα ημέρα και η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή, ο Ι. Β. επέπεσε με σφοδρότητα στο πίσω αριστερό μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου (...
Ι.Χ.Ε.) με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Αποτέλεσμα της σφοδρής πρόσκρουσης της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (...) επί του προαναφερόμενου αυτοκινήτου ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (Ι. Β.), καθώς και η πρόκληση υλικών ζημιών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του κρινόμενου τροχαίου περιστατικού είναι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Ι.
Β.. Και τούτο διότι ενόψει των περιστάσεων (οδός διπλής κατεύθυνσης, κίνηση οχημάτων, ύπαρξη προπορευόμενου οχήματος, συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή που απαγορεύει την υπέρβαση οχημάτων και την είσοδό τους στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) οδηγούσε εντελώς απρόσεχτα και αμελώς τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, χωρίς να αξιολογεί και να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τον κίνδυνο, δεν ενήργησε δε στην προκείμενη περίπτωση κανένα αποφευκτικό χειρισμό προς αποτροπή ατυχήματος (έγκαιρη μείωση της ταχύτητας, τροχοπέδη κλπ.).
Επί πλέον δεν τηρούσε αρκετή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτοκίνητο, επιχείρησε δε αιφνίδια και ριψοκίνδυνη υπέρβαση του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει αυτό ακίνδυνα. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την από 30-12-2002 διάταξη της Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καρδίτσας απορρίφθηκε η από 18-7-2002 έγκληση του Ι.
Β., ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά της απορριπτικής δε αυτής διάταξης ο ανωτέρω εγκαλών άσκησε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (Δ. Π.) δεν βαρύνει καμμιά υπαιτιότητα για το κρινόμενο ατύχημα καθόσον αυτός οδηγούσε το όχημά του συνεχώς στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας, δεν πραγματοποίησε δε οιοδήποτε ελιγμό προς τα αριστερά έτσι ώστε να αποφράξει την πορεία της ακολουθούσας δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Πρέπει να τονισθεί, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, ότι αν ο οδηγός του προπορευόμενου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου επιχειρούσε να αλλάξει προς τα αριστερά, παρά την ύπαρξη της απαγορευτικής για τέτοια ενέργεια, διπλής διαχωριστικής γραμμής, κατεύθυνση τότε, το ακολουθούν δίκυκλο όχημα θα έπρεπε να πλήξει το προπορευόμενο ως άνω όχημα (Ι.Χ.Ε.) και στο πλαϊνό, αριστερά και πίσω τμήμα του ενώ το τελευταίο ως σημειώνεται στην συνταγείσα έκθεση αυτοψίας φέρει βλάβες μόνον στο οπίσθιο αριστερό τμήμα όπου και παρατηρούνται "εκτεταμένες βλάβες, γεγονός που μαρτυροί α.
την ευθεία, άμεση και όχι υπό γωνίαν" πτώση του δικύκλου επί του προπορευόμενου αυτοκινήτου και β. την ταχύτητα κατά την πτώση επί του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου της μοτοσυκλέτας εργοστασίου κατασκευής "HONDA" 650 κ.ε.".
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεις και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί αιφνίδιας αλλαγής λωρίδας του προπορευόμενου οχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, από δεξιά προς τα αριστερά, τη στιγμή που ο εν λόγω αναιρεσείων, ευρισκόμενος με την μοτοσικλέτα του στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας προς Καρδίτσα της Ε.Ο.
Αθηνών- Καρδίτσας, ήταν έτοιμος για υπέρβαση του αυτοκινήτου, και κυρίως δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι αυτός τροχοπέδησε τη μοτοσικλέτα του και άφησε ίχνη μήκους 10 μέτρων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και απέρριψε κατ' ουσίαν κρίνοντας αποκλειστικώς υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα.
Έλαβε δε υπόψη και τον ισχυρισμό-επιχείρημα προς στήριξη της υπαιτιότητας του εναγομένου- περί τροχοπέδησης (ως προς τον οποίο ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος), κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα απρόσεκτα και αμελώς, δεν την ενήργησε έγκαιρα. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό, ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός μιλούσε στο κινητό του κατά το χρόνο του ατυχήματος με τον προϊστάμενο του συνεργείου NISSAN, η οποία βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα της πορείας των δύο οχημάτων, με σκοπό τη μετάβασή του στο συνεργείο και, ως εκ τούτου, δεν έλεγξε την όπισθεν αυτού κίνηση των αυτοκινήτων και εισήλθε αιφνιδίως και ανεπιτρέπτως στην αριστερή λωρίδα, προς επαλήθευση του οποίου αυτός είχε ζητήσει την προσκόμιση από τον αντίδικο της λίστας των τηλεφωνικών κλήσεών του από την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, και ότι δεν εκτίμησε την στάση του αναιρεσιβλήτου να μην προσκομίσει τα ανωτέρω στοιχεία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω διαλαμβανόμενα δεν αποτελούν <<πράγματα>>, αλλά επιχειρήματα και δεν ιδρύουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του ΚΠολΔ, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1181/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1γ', διότι , κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 31-7-2001 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Καρδίτσας, από την οποία προκύπτει ότι επί του οδοστρώματος υπήρχαν πριν από το σημείο σύγκρουσης ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του, μήκους 10 μέτρων, σε απόσταση 0,8 μ. από τη διπλή διαχωριστική γραμμή της Εθνικής Οδού.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλο το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση και μεταξύ αυτών, ειδικότερα, το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ανενδοίαστα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έκθεση αυτοψίας, την οποία ειδικώς αναφέρει και αξιολογεί αναφορικά με τα σημεία συγκρούσεως των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. αντίθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 Κ.Πολ.Δ. (A.Π. 1417/2009 Α.Π. 1396/2003). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη των ιχνών τροχοπέδησης επί του οδοστρώματος, που προκύπτουν από δημόσιο έγγραφο (την εν λόγω έκθεση αυτοψίας), που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το βεβαιωθέν περιστατικό, η μέτρηση του οποίου έγινε από τον συντάξαντα, κατ' άρθρ 438 Κ.Πολ.Δ, Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης), διότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν ενήργησε έγκαιρη τροχοπέδηση, η δε καθυστερημένη αντίδρασή του αποτελεί ένα από τα στοιχεία της αμελείας του.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας, με το να δεχθεί ότι αυτός δεν προέβη σε τροχοπέδηση, ενώ από την εν λόγω έκθεση προκύπτουν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 10 μ., προσάπτει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20.
Και ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, για τους ίδιους λόγους που προεκτέθηκαν σε σχέση με τον τέταρτο λόγο. Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 686/2011).
Το Εφετείο με το να εκφέρει την προδιαληφθείσα κρίση, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ανέφερε με σαφήνεια τόσο τη λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Τρίκαλα (αριστερή), στην οποία εκινούντο τα δύο οχήματα, όσο και η πορεία της μοτοσικλέτας πίσω από την πορεία του Ι.Χ.Ε., αποκλείοντας την αλλαγή λωρίδας του τελευταίου κατόπιν ελιγμού, όπως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων, ενώ εξέθεσε και όλα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους έκτο και πρώτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 1/2011 αίτηση για αναίρεση της 144/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ