Legislator Case Law & Legislation
107/2011 AI generated

107/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 107/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φ.ς Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2705/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

107/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πράξεις, επίσης, του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990).

Keywords

AI generated
agricultural succession law agricultural use rural land ownership agricultural policy abandonment of expropriation agricultural lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 107 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 107/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φ.ς Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ελευθεριάδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Μ. του Κ., 2. Δ. Μ. του Κ. και 3. Φ. συζ. Μ. Μ., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Δερμιτζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2705/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπο Αθανασίου ανέγνωσε την από 24-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς τον τρίτο λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 19/1998, ΟλΑΠ 17/1995).

Οι πράξεις, επίσης, του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990).

Εξάλλου, η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας) ακινήτου αγωγής (ΟλΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Εν πρoκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με την από το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση των αναιρεσιβλήτων κατά της ένδικης διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων Κ. Μ., όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, έχει στην κυριότητά του έναν αγρό εμβαδού 7.415 τετραγωνικών μέτρων, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής ...

και συνορεύει ανατολικά με το ακίνητο των Δ. και Ν. Μ., δυτικά με το ακίνητο του Β. Σ., βόρεια με χάνδακα και νότια με το ακίνητο των Δ. και Ν. Μ. και δρόμο, Συγκεκριμένα, δυνάμει του 9810/22-3-1968 συμβολαίου εκούσιας διανομής του συμβολαιογράφου Κατερίνης Μιχαήλ Διατσίδη, που μετεγγράφει νόμιμα στον τόμο 62 και αριθμό 486 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, ο ενάγων κατέστη κύριος του ημίσεως τμήματος του αγρού και ακολούθως, δυνάμει του .../14-7-1976 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο 102 και αριθμό 479 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, κατέστη κύριος και του υπόλοιπου μέρους του αγρού.

Αφότου ο ενάγων κατέστη κύριος ολόκληρου του ακινήτου το έτος 1976, έκτοτε μέχρι το έτος 1992 κατείχε τον αγρό με τη βούληση να τον έχει ως αποκλειστικά δικό του καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Τον έθεσε υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας.

Τον χρησιμοποιούσε με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του κυρίου και νομέως ενάγοντος.

Ειδικότερα, είχε τον αγρό υπό την εποπτεία του και είχε τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, μέχρι το έτος 1976 καλλιεργούσε τον αγρό με σιτάρι και το έτος 1977 φύτευσε σ' αυτόν συστηματική καλλιέργεια φουντουκιών, την οποία εκμεταλλευόταν αδιάκοπα μέχρι το έτος 1992, συλλέγοντας και διαθέτοντας τους καρπούς.

Επιπλέον, ο ενάγων ήταν ιδιοκτήτης επιχειρήσεως εκμετάλλευσης θεριζοαλωνιστικού συγκροτήματος και αγροτικών καλλιεργειών, επιχείρησης την οποία ασκούσε μαζί με τους δύο εναγόμενους υιούς του στο δικό του όνομα από πολλών ετών, η έναρξη της οποίας δεν προσδιορίσθηκε χρονικά. Η επιχείρηση διέθετε αγροτικά μηχανήματα, όπως θεριζοαλωνιστικές μηχανές, θεριζοαλωνιστική μηχανή ενσίρωσης, συμπληρωματικά εργαλεία του θεριζοαλωνιστικού συγκροτήματος, ένα ξηραντήριο, σιλό, σύνεργα και εργαλεία για τη συγκομιδή φουντουκιών.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι: το έτος 1992 ο ενάγων, ο οποίος είχε ηλικία 62 ετών, επειδή παρουσίαζε προβλήματα υγείας τα οποία επιδεινούντο και αντιμετώπιζε δυσκολία στην κίνηση και εργασία από εμφανισθείσα πάθηση δισκοκήλης που χειροτέρευε, εξαιτίας της οποίας υποβλήθηκε τελικά σε εγχείρηση το έτος 2001, αποφάσισε ν' αποσυρθεί από την ενεργό δραστηριότητα στην επιχείρηση εκμετάλλευσης θεριζοαλωνιστικού συγκροτήματος και αγροτικών καλλιεργειών και ν' αναθέσει τις δραστηριότητες της ίδιας επιχείρησης στους τρεις υιούς του, δηλαδή στους εναγόμενους και τον αδελφό τους Β..

Γι' αυτό, τελικά σε μη προσδιορισθείσα ημερομηνία του έτους 1992, ο ενάγων ανέθεσε προφορικά και μεταβίβασε δωρεάν και άτυπα στα πρόσωπα αυτά την επιχείρηση, καθώς και τον επίδικο αγρό με την φυτεία φουντουκιών που υπήρχε μέσα σ' αυτόν, ενώ ο ίδιος υποαπασχολείτο περιστασιακά στην ίδια επιχείρηση σε βοηθητικές εργασίες μέχρι το έτος 1998.

Η κατάρτιση των εγγράφων της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί όταν θα ήταν εφικτή, μετά τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ορίου για τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος. Δεν προέβη και τυπικά στην άμεση μεταβίβαση της επιχειρήσεως από σκοπιμότητα. Συγκεκριμένα, δεν είχε συμπληρώσει μέχρι τότε το απαιτούμενο όριο για τη συνταξιοδότησή του.

Γι’ αυτό, αν και ουσιαστικά αποτραβήχθηκε από την επιχείρηση, τη διατηρούσε στο όνομά του μέχρι το έτος 1998, προκειμένου να επιτύχει τη συνταξιοδότησή του από τον αρμόδιο φορέα. Μέχρι το έτος αυτό, ο ενάγων απασχολείτο συμπληρωματικά στην επιχείρηση και εργαζόταν ενίοτε περιορισμένα μόνο σε τοπικές θεριζοαλωνιστικές εργασίες εντός του νομού Πιερίας.

Μετά το έτος 1998, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, ο ενάγων απείχε εντελώς από τις εργασίες της επιχειρήσεως, στην οποία έκτοτε δεν είχε απολύτως καμία ενεργό συμμετοχή. Η ενασχόλησή του με τις φουντουκιές του επίδικου αγρού έπαυσε ήδη οριστικά από του έτους 1992. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1992, όταν ο ενάγων μεταβίβασε άτυπα την επιχείρηση, τον αγρό και τη φυτεία των φουντουκιών στους εναγομένους Μ.

Μ., Δ. Μ. και τον αδελφό τους Β. Μ., ο τελευταίος γνωστοποίησε στους υπόλοιπους ότι δεν πρόκειται ν' ασχοληθεί με τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως και ότι θα στραφεί επαγγελματικά σε άλλες δραστηριότητες, πράγμα που τελικά έπραξε. Έτσι, επιδίωξε και προσλήφθηκε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, όπου και απασχολείται ως πυροσβέστης.

Μετά την αποποίηση αυτή του Β. Μ., οι εναπομείναντες δύο εναγόμενοι αδελφοί του αποφάσισαν να ασχοληθούν μόνοι αυτοί με τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως, ενεργώντας σε εντατικότερο ρυθμό και σε μεγαλύτερο εύρος δραστηριοτήτων. Γι' αυτό, μετά τη οριστική παραχώρηση της επιχειρήσεως από τον πατέρα τους προς αυτούς το έτος 1992, την αποχώρηση του τελευταίου και την παραίτηση του αδελφού τους από την ενεργό συμμετοχή στην ίδια επιχείρηση, αποφάσισαν αμφότεροι οι εναγόμενοι από κοινού και επεξέτειναν τις θεριζοαλωνιστικές δραστηριότητες της επιχειρήσεως στη Θεσσαλία και στην υπόλοιπη Μακεδονία.

Για την ευόδωση των νέων αυξημένων σκοπών τους και την ευχερέστερη στέγαση, φύλαξη και συντήρηση των μηχανημάτων της επιχειρήσεως, την οποία πλέον μόνοι αυτοί διαχειρίζονταν, καθώς και για την αποθήκευση των φουντουκιών, αποφάσισαν αμφότεροι και ανήγειραν με δικές τους προσωπικές δαπάνες το ίδιο έτος (1992) μέσα στον επίδικο αγρό μεγάλο υπόστεγο (αποθήκη), συνολικού εμβαδού 300 τετραγωνικών μέτρων.

Ανέθεσαν την κατασκευή στον κατασκευαστή εργολάβο Δ. Π., ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δαπάνησαν προς το σκοπό αυτό το συνολικό ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλαν από κοινού αμφότεροι οι εναγόμενοι. Η επίδικη αυτή αποθήκη ήταν λαμαρινοσκεπής και κατασκευασμένη με βάση από τσιμέντο, τσιμεντόλιθους και τούβλα.

Στη δαπάνη κατασκευής της δεν μετείχε ο ενάγων πατέρας των εναγομένων και ο αδελφός τους Β. Μ.. Έτσι, από το έτος 1992 μέχρι το χρόνο της κρινόμενης αγωγής (16-9-2003) οι εναγόμενοι Μ. Μ. και Δ. Μ., μόνοι αυτοί και χωρίς τη συμμετοχή άλλου προσώπου, ασκούσαν για δικό τους λογαριασμό τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως και εκτελούσαν κάθε έτος θεριζοαλωνιστικό έργο στη Βόρεια Ελλάδα και στη Θεσσαλία, εν γνώσει και με τη συναίνεση του πατέρα τους ενάγοντος μέχρι το τέλος του έτους 2002, στον οποίο κατέβαλαν μηνιαίως το ποσό των 40.000 δραχμών, προκειμένου ν' αντιμετωπίζει τις δικές του προσωπικές δαπάνες και πλήρωναν τις λοιπές δαπάνες διαβιώσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αρχικής συμφωνίας περί παραχωρήσεως της επιχειρήσεως.

Ακόμη, οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν αδιάκοπα, εν γνώσει του ενάγοντος και υπό τα όμματα του τελευταίου, όλα τα μηχανήματα της επιχειρήσεως και την παραπάνω αποθήκη, στην οποία τοποθετούσαν ανελλιπώς τα μηχανήματα προς φύλαξη και τους καρπούς των φουντουκιών που συγκόμιζαν, χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση από μέρους του (ενάγοντος), αφού αυτός είχε ήδη παραχωρήσει το έτος 1992 εκουσίως δωρεάν στους εναγόμενους αφενός μεν την επιχείρηση και αφετέρου τον αγρό με τις φουντουκιές και την αποθήκη.

Σημειώνεται, ότι, αν και η επιχείρηση ασκείτο ουσιαστικά από τους εναγομένους, η ίδια επιχείρηση ασκείτο τυπικά στο όνομα του ενάγοντος μέχρι το έτος 1998. Το έτος αυτό ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε. Γι' αυτό, μετά την εκπλήρωση και του σκοπού αυτού που επιδίωκε, (ο ενάγων) πραγματοποίησε κατά το μήνα Μάιο 1998 την αναβληθείσα μεταβίβαση των κινητών πραγμάτων της επιχειρήσεως στον εναγόμενο υιό του Δ.

Μ. και στην εναγόμενη Φ. συζ. Μ. Μ., σύζυγο του εναγόμενου υιού του. Έτσι, από το χρονικό αυτό σημείο, τα πρόσωπα αυτά κατέστησαν κύριοι των μηχανημάτων της επιχειρήσεως και συνέχισαν να τα χρησιμοποιούν όπως έπρατταν προηγουμένως. Η χρήση των μηχανημάτων και της αποθήκης από τους εναγομένους συνεχίσθηκε ανελλιπώς από το έτος 1992 μέχρι το χρόνο της αγωγής.

Όμως, την 6 Σεπτεμβρίου 2001 προέκυψαν το πρώτον διαφωνίες μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντος. Ο τελευταίος ζήτησε αύξηση στο ποσό που του κατέβαλαν για τις δικές του προσωπικές δαπάνες πλην όμως οι εναγόμενοι υιοί του διαφώνησαν. Γι’ αυτό οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων διαταράχθηκαν. Επειδή οι εναγόμενοι δεν ενέδωσαν στις οικονομικές αξιώσεις του ενάγοντος για την αύξηση της παραπάνω χρηματικής παροχής και λόγω του ότι εμφιλοχώρησαν και άλλες πρόσθετες όμοιες διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων μερών, μετά τον Οκτώβριο 2001 ο ενάγων μετάνιωσε για την παραχώρηση της παραπάνω επιχειρήσεως και του επίδικου αγρού στους εναγομένους υιούς του.

Γι' αυτό, για αντεκδίκηση στην άρνησή τους, τους ανακοίνωσε το πρώτον ότι επιθυμεί την επιστροφή του αγρού και την παύση της χρησιμοποιήσεως της παραπάνω αποθήκης από τους εναγομένους και ότι προτίθεται να μεταβιβάσει το ακίνητο στο όνομα του πυροσβέστη υιού του Β. Μ., ο οποίος δεν μετείχε στην επιχείρηση.

Επιπλέον, τον Ιανουάριο 2002 ζήτησε από αυτούς να εκκενώσουν την αποθήκη και ν' απομακρύνουν τα μηχανήματα από αυτήν. Οι εναγόμενοι διαφώνησαν και δεν ενέδωσαν στις αξιώσεις του, διατυπώνοντας ρητά την άρνησή τους ν' αποχωρήσουν από την αποθήκη και να παραλάβουν από αυτήν τα μηχανήματα της επιχειρήσεως.

Έκτοτε οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων συγγενών διαταράχθηκαν. Οι εναγόμενοι εξακολούθησαν, όμως, να χρησιμοποιούν την αποθήκη όπως και προηγουμένως και συνέχισαν τη χρήση και την κάρπωση της φυτείας φουντουκιών που υπήρχε στον ίδιο αγρό, συλλέγοντας τους καρπούς και κατά τις καλλιεργητικές περιόδους που ακολούθησαν.

Λόγω της παραπάνω αρνήσεως των εναγομένων, ο ενάγων άσκησε εναντίον τους την κρινόμενη αγωγή. Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η άσκηση του κρινόμενου δικαιώματος από τον ενάγοντα και η διεκδίκηση του επίδικου αγρού μαζί με την αποθήκη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ και επιφέρει αποτελέσματα που έρχονται σε αντίθεση με το αίσθημα δικαίου και την ηθική τάξη.

Τούτο διότι, παρά την προηγηθείσα άτυπη παραχώρηση του ίδιου αγρού, η οποία πραγματοποιήθηκε με δική του πρωτοβουλία και πατρική φροντίδα, για την επαγγελματική αποκατάσταση των εναγομένων υιών του και την εξυπηρέτηση των γενικότερων συμφερόντων της οικογενειακής επιχειρήσεως εκμετάλλευσης θεριζοαλωνιστικού συγκροτήματος και αγροτικών καλλιεργειών και την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος ηθελημένης αδιαφορίας του, από το έτος 1992 μέχρι το τέλος του έτους 2002, όσο αφορά την κυριότητα του επίδικου αγρού, τον οποίο, ενσυνείδητα και με οφθαλμοφανή συμπεριφορά που εξωτερίκευε, θεωρούσε ως τμήμα που κείται έξω από τη δική του ιδιοκτησία, τώρα ο ενάγων τον διεκδικεί (τον αγρό) σε βάρος των καλόπιστων εναγομένων υιών και της νύφης του, οι οποίοι, από τη συμπεριφορά όλων των προσώπων που μετείχαν στην προηγηθείσα (1992) άτυπη μεταβίβαση της επιχειρήσεως και του αγρού και εκείνη που ακολούθησε μέχρι την το τέλος του έτους 2002, εύλογα σχημάτισαν την πεποίθηση ότι ο ενάγων πατέρας δεν θα διεκδικήσει ποτέ τον επίδικο αγρό και την αποθήκη, αφού αυτοβούλως και με ρητά εκφρασμένη σύμφωνη δική του επιθυμία τα παραχώρησε οριστικά στους εναγόμενους υιούς του.

Άλλωστε και κατά τη διάρκεια ολόκληρου του ίδιου παραπάνω χρονικού διαστήματος ο ενάγων θεωρούσε ως ισχυρή τη μεταβίβαση του αγρού και επιδίωκε αποκλειστικά και μόνο την είσπραξη του οικονομικού ανταλλάγματος που συμφώνησε με τους εναγομένους υιούς του να του παραχωρούν μηνιαίως ως οικονομικό βοήθημα, για την αντιμετώπιση των αναγκών του, την καταβολή του οποίου ουδέποτε συνέδεσε με την εγκυρότητα της μεταβιβάσεως του αγρού ή της επιχειρήσεως.

Έτσι, από το έτος 1992, αποδεχόμενος τη μεταβίβαση του αγρού προς τους εναγόμενους υιούς του ως ολοκληρωθείσα κατ' αποτέλεσμα, δεν τους ενόχλησε για οποιαδήποτε αιτία για την κυριότητα, την πολυδάπανη κατασκευή και τη χρήση της αποθήκης και ουδέποτε αντιτάχθηκε στη χρήση και κάρπωση που αυτοί ασκούσαν αδιάκοπα στον επίδικο αγρό.

Τώρα, ο ενάγων, μετά τις παραπάνω διαφωνίες που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων μερών, έχοντας μετανιώσει για την πραγματοποιηθείσα μεταβίβαση του αγρού και θέλοντας να επιρρίψει τις συνέπειες της μεταμέλειάς του σε βάρος των εναγόμενων υιών του, τους οποίους επιπλέον θέλει να εκδικηθεί για τη συμπεριφορά τους στο πρόσωπό του προφασίζεται την αυθαίρετη κατάληψη και ενεργώντας με βάση το όψιμο συμφέρον του και το συμφέρον του τρίτου υιού του Β., του οποίου τη συμπεριφορά θεωρεί προσήκουσα και επιδιώκει να τον ωφελήσει γι' αυτό με νεότερη παράδοση του επίδικου αγρού προς αυτόν, αξιώνει την ανατροπή της μεταβιβάσεως και την απόδοση του ακινήτου από τους εναγόμενους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα υποστούν οι καλόπιστοι εναγόμενοι, οι οποίοι, μετά από μεγάλη δαπάνη ύψους 15.000.000 δραχμών, στην οποία υποβλήθηκαν για την κατασκευή της αποθήκης, στήριξαν και οικοδόμησαν την ύπαρξη της επιχειρήσεως τους εκμετάλλευσης θεριζοαλωνιστικού συγκροτήματος και αγροτικών καλλιεργειών στη χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος του αγρού και των εγκαταστάσεων της αποθήκης, η ύπαρξη και η χρήση των οποίων αποβαίνει ζωτικής σημασίας για τη συντήρηση, διατήρηση, και φύλαξη των μηχανημάτων.

Με τα δεδομένα αυτά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, χωρίς να αναιρείται η ύπαρξη του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος επί των επίδικων ακινήτων καθίσταται απαγορευμένη η άσκηση του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ενέχει κατάχρηση δικαιώματος η από μέρους του αναιρεσείοντος, με την ένδικη αγωγή του, άσκηση του δικαιώματός του προς διεκδίκηση του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου.

Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αντιδίκου τους πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, συνεπώς, η ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή δε ως κατ' ουσίαν βάσιμης της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε δεχθεί, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε, κατ' ουσίαν, την αγωγή.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα η μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρο 281 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο και η επ' αυτού λειτουργούσα επιχείρηση μεταβιβάστηκαν, ατύπως, από τον αναιρεσείοντα στους τρεις υιούς του το έτος 1992, εν τούτοις δεν διευκρινίζεται γιατί το έτος 1998 ο αναιρεσείων - ενάγων μεταβίβασε και τυπικά μόνο τα κινητά πράγματα της επιχείρησης στους δεύτερο και τρίτη αναιρεσιβλήτους και δεν μεταβίβασε σ' αυτούς, εφόσον είχε τέτοια πρόθεση, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και το επίδικο ακίνητο.

Επίσης, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων από το έτος 1992 παρουσίαζε προβλήματα υγείας και αποσύρθηκε από την ενεργό δραστηριότητα της ως άνω επιχείρησης, εν τούτοις, περαιτέρω και όλως αντιφατικά, δέχεται ότι μέχρι το έτος 1998 υποαπασχολείτο περιστασιακά σ' αυτή (επιχείρηση) σε βοηθητικές εργασίες. Περαιτέρω δε, ότι ο ίδιος απασχολείτο "συμπληρωματικά στην επιχείρηση και εργαζόταν ενίοτε περιορισμένα μόνο σε τοπικές θεριζοαλωνιστικές εργασίες εντός του νομού Πιερίας".

Επίσης, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων μεταβίβασε δωρεάν και άτυπα στους γιους του την επιχείρηση, καθώς και τον επίδικο αγρό το έτος 1992, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, δέχεται, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στον πατέρα τους μηνιαίως το ποσό των 40.000 δρχ. μέχρι τα τέλη του έτους 2002, "προκειμένου να αντιμετωπίζει τις δικές του προσωπικές δαπάνες και πλήρωναν τις λοιπές δαπάνες διαβιώσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αρχικής συμφωνίας περί παραχωρήσεως της επιχειρήσεως", μολονότι δέχεται και ότι ο αναιρεσείων συνταξιοδοτήθηκε το έτος 1998, λογικά δε με τη σύνταξή του κάλυπτε τις ατομικές του ανάγκες.

Εξάλλου, δέχεται, ότι ο ίδιος ζήτησε αύξηση στο καταβαλλόμενο σ' αυτόν ποσό στις 6-9-2001, λόγος για τον οποίο και διαφώνησε με τους γιους του. Τέλος, δεν διευκρινίζεται, επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η ανεγερθείσα αποθήκη επί του επιδίκου, ανηγέρθη από τους αναιρεσιβλήτους ενεργούντες ως συγκυρίους του επιδίκου ή για τις ανάγκες της επιχείρησής τους, ενόψει και του ότι το Εφετείο δέχεται, ότι την αποθήκη την ανήγειραν οι αναιρεσίβλητοι το έτος 1992 με δικές τους δαπάνες, περαιτέρω όμως δέχεται το ίδιο, ότι την τελευταία παραχώρησε σ' αυτούς "εκουσίως δωρεάν" μεταξύ άλλων, ο πατέρας τους το έτος 1992.

Συνεπώς, το Εφετείο κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2705/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ