Legislator Case Law & Legislation
107/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and lack of evidence regarding mental capacity.

Case Number 107/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a contested will. The appellants argued the lower court ignored medical evidence proving the testator lacked mental capacity at the time of writing. The court found the appeal inadmissible because it failed to clearly identify the specific legal error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(3), 566(1), 577(3) and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the legal error alleged, including the violated substantive law provision and the factual basis for the error, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal error specification mental capacity will validity medical evidence code of civil procedure court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 118(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 107 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 107/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντα την γονική μέριμνα της ανηλίκου ... και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Ρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 3. Ψ3 και 4. Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μελισσηνό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 140211/26-8-2003 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4285/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3293/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2008 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-10-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η θανούσα Ζ, σύζυγος του πρώτου αναιρεσείοντα και μητέρα των λοιπών αναιρεσειουσών, κατά το χρόνο σύνταξης της από 22-6-2000 μυστικής διαθήκης της, "είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της και επιπρόσθετα δεν είχε περιορισμένη κατά τρόπο μάλιστα αποφασιστικό τη λειτουργία της βουλήσεώς της εξαιτίας ψυχικής ή άλλης διαταραχής είχε δε την ικανότητα να συλλάβει και εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των διατάξεων της διαθήκης", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη παραβίαση του νόμου και δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της προμνημονευόμενης ουσιαστικής διάταξης οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 - 340 και 346 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 498/1978).

Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται, ότι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σε συνδυασμό της με εκείνη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια πιο πάνω ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 8/2005, 848/2001, 111/1981). Περαιτέρω, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. γ' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.

Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υγείας της θανούσας Ζ, κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας της (από το μήνα Απρίλιο 2000 και μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό της, στις 9-9-2000) και, συνακόλουθα, ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής περί ακύρωσης της επίμαχης μυστικής διαθήκης της εν λόγω θανούσας και επιδίκασης αποζημίωσης στις δεύτερη και τρίτη από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τόσο την από 29-2-2004 ιατρική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή ..., καθώς και την ιατρική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή ..., όσο και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων, που λήφθηκαν νομότυπα, δηλαδή, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκαν οι τελευταίοι με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι η πιο πάνω θανούσα δεν είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της και δεν βρισκόταν σε πνευματική διαύγεια κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, εξαιτίας της επάρατης νόσου (καρκίνου) από την οποία έπασχε.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, ως προς μεν το μέρος του, που αφορά τις προμνημονευόμενες ιατρικές γνωμοδοτήσεις, απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση οι διάδικοι, κατά την έκκλητη δίκη....., την από 29-2-2004, ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή ......, την από 7-10-2004 ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατροδικαστή ... (στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας)..." σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις παραπάνω ιατρικές γνωμοδοτήσεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις γνωμοδοτήσεις αυτές, τις οποίες μάλιστα μνημόνευσε ρητά, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, που αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι συγκεκριμένες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των αναιρεσειόντων, που δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση των Χ1 κ.α. για αναίρεση της 3293/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ