Supreme Court allows appeal against employer's unequal bonus distribution to employees under equal conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the employer's appeal against the lower court's finding of unequal treatment. The employer argued that paying bonuses only to geotechnical staff, while excluding the plaintiff, was justified by specific supervisory duties and statutory insurance regulations. The court agreed that the employer's voluntary bonus scheme did not violate the principle of equal treatment because the excluded employees lacked the same qualifications and specific roles required for the bonus.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 of the Civil Code; Articles 22(1) of the Constitution and 119 of the EEC Treaty: The principle of equal treatment does not prohibit an employer from excluding certain employees from a voluntary benefit if they lack the same qualifications or perform different duties, provided the exclusion is fair and based on legitimate reasons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 107 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 107/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παζιώτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., o oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης : Σ. Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Κρήτα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 25/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 643/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Απριλίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 20 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο ΣΣΕ ή ΔΑ να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Επίσης, δεν παραβιάζεται η ίδια αρχή όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογης ή ίσης αξίας, που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη.
Τέλος, στο άρθρο 27 του "Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 3 παρ. 2 και 12 παρ. γ' του ν. 1790/1988, εγκρίθηκε με τη 10570/29.3.1989 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 260/14.4.89 και έχει ισχύ νόμου, προσδιορίζονται τα έξοδα κινήσεως και αποζημιώσεως των οργάνων ασφαλίσεως του Οργανισμού, ενώ στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι σαν αποζημίωση στους απασχολούμενους γεωπόνους στη διενέργεια των πραγματογνωμοσυνών ζημιών φυτικής παραγωγής καταβάλλεται ποσό, το οποίο ορίζεται κάθε φορά με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού ή κατά διενεργούμενη πραγματογνωμοσύνη ή σε συνδυασμό και των δύο μαζί.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσίβλητη προσελήφθη από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό τον Οκτώβριο του έτους 1996 και εντάχθηκε στον κλάδο ΠΕ 6 πληροφορικής και στον 4ο βαθμό. Σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 27 του "Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων", με την 27/1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος καθορίστηκε το ύψος των εξόδων κινήσεως και της αποζημιώσεως των οργάνων ασφαλίσεως του Οργανισμού, που προσδιορίσθηκαν με την παραπάνω διάταξη και περαιτέρω στην παρ. 2στ' της ίδιας αποφάσεως ορίστηκε ότι "στους γεωτεχνικούς τακτικούς υπαλλήλους του ΕΛΓΑ, Προϊστάμενους Γενικής Διεύθυνσης, Διευθύνσεων, Υπηρεσιών και Τμημάτων της Κεντρικής Διοίκησης και των Προϊσταμένων των Περιφερειακών Υποκαταστημάτων, οι οποίοι από τη φύση των καθηκόντων τους έχουν γενικότερη ευθύνη και εποπτεία επί θεμάτων ασφάλισης και πρόληψης των ζημιών της φυτικής παραγωγής και του ζωϊκού κεφαλαίου, καταβάλλεται κατά μήνα αποζημίωση ακόμα και αν δεν πραγματοποιείται απομάκρυνση από την έδρα τους, η οποία καθορίζεται αντίστοιχα ίση με την αποζημίωση, που κάθε φορά δικαιούνται για 10 ημέρες απασχόλησης για την επισήμανση ζημιών, την άσκηση εποπτείας, παρακολούθηση της πορείας και της εξέλιξης των καλλιεργειών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.
Η ως άνω αποζημίωση καταβάλλεται και στους γεωτεχνικούς τακτικούς υπαλλήλους του ΕΛΓΑ, οι οποίοι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 93 του Κανονισμού προϊστανται αντίστοιχων οργανικών μονάδων, οι οποίες δεν στελεχώνονται από προσωπικό γεωτεχνικών κλάδων του ΕΛΓΑ". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται με σαφήνεια ότι η καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως "και στους γεωτεχνικούς υπαλλήλους" που προΐστανται διευθύνσεων που δεν στελεχώνονται από γεωτεχνικούς υπαλλήλους και δεν έχουν αντικείμενο την επισήμανση ζημιών, την παρακολούθηση της πορείας και εξελίξεως των καλλιεργειών κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων ή τη σύνταξη πραγματογνωμοσυνών, αποτελεί οικειοθελή παροχή, αφού χορηγήθηκε χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση, ότι ο αναιρεσείων με αποφάσεις του τοποθέτησε τους αναφερόμενους στην απόφαση γεωπόνους του κλάδου ΠΕ 1 προϊσταμένους διευθύνσεων (πληροφορικής, στατιστικής κλπ) οι οποίες δεν στελεχώνονται με γεωτεχνικούς υπαλλήλους, ούτε στο αντικείμενό τους περιλαμβάνονται καθήκοντα αντίστοιχα με θέματα ασφαλίσεως και προλήψεως ζημιών, οι οποίοι όμως ελάμβαναν το επίδομα που προαναφέρθηκε, ότι με την 8914/1997 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη τοποθετήθηκε προϊσταμένη του τμήματος λειτουργίας και υποστηρίξεως πληροφορικής και στατιστικής, σε αντικατάσταση άλλου προϊσταμένου γεωπόνου, ο οποίος ελάμβανε το πιο πάνω επίδομα, ότι το έργο που εκτελούσε η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν ανήκει στο κλάδο των γεωτεχνικών, είναι το ίδιο με εκείνο που εκτελούσαν και οι ως άνω γεωτεχνικοί συνάδελφοί της και ότι τέλος παρά το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη και οι πιο πάνω συνάδελφοί της, όταν υπηρετούν ως προϊστάμενοι στις πιο πάνω διευθύνσεις εκτελούν το ίδιο ακριβώς έργο και πρέπει να λαμβάνουν την ίδια αμοιβή, ο αναιρεσείων αρνείται να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη το πιο πάνω επίδομα και ότι έτσι με τη συμπεριφορά του αυτή παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και ενεργεί αντίθετα με την καλή πίστη και είναι ως εκ τούτου υποχρεωμένος να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη το πιο πάνω επίδομα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 27 του "Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων". Η αναιρεσίβλητη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με τους γεωτεχνικούς συναδέλφους της στους οποίους χορηγείται το πιο πάνω επίδομα και δεν έχει τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με αυτούς .
Ούτε έχει σημασία, όπως προαναφέρθηκε, το γεγονός ότι, όταν οι πιο πάνω συνάδελφοι της αναιρεσίβλητης υπηρετούν στις πιο πάνω υπηρεσίες, οι οποίες δεν στελεχώνονται από προσωπικό γεωτεχνικών κλάδων, παρέχουν εργασία ανάλογη και ίσης αξίας με την αναιρεσίβλητη, που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του αναιρεσείοντος.
Ο δικαιολογητικός λόγος της καταβολής του πιο πάνω επιδόματος στους γεωτεχνικούς υπαλλήλους στηρίζεται στο γεγονός ότι αυτοί ασκούν ή έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν εποπτεία επί θεμάτων ασφάλισης και πρόληψης των ζημιών φυτικής παραγωγής και ζωϊκού κεφαλαίου και μάλιστα ανεξάρτητα από το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων των οποίων προΐστανται.
Εξάλλου, η χορήγηση του πιο πάνω επιδόματος στους γεωτεχνικούς υπαλλήλους έγινε για λόγους ίσης μεταχείρισης μεταξύ υπαλλήλων που έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ως αντιστάθμισμα του χορηγηθέντος με το άρθρο 27 του Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής του ΕΛΓΑ επιδόματος στους απασχολούμενους Γεωπόνους στη διενέργεια πραγματογνωμοσυνών των ζημιών φυτικής παραγωγής.
Τέλος πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η τοποθέτηση των δυναμένων να ασκήσουν εποπτεία γεωτεχνικών σε θέσεις προϊσταμένων Οργανικών μονάδων οι οποίες δεν στελεχώνονται από προσωπικό γεωτεχνικών κλάδων του ΕΛΓΑ και δεν έχουν αντικείμενο αντίστοιχο με το αντικείμενο ομολόγων συναδέλφων τους είναι πρόσκαιρη και γίνεται από τη Διοίκηση του ΕΛΓΑ κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος που έχει.
Επομένως, η χορήγηση του πιο πάνω επιδόματος στους γεωτεχνικούς υπαλλήλους που προΐστανται διευθύνσεων που δεν στελεχώνονται από γεωτεχνικούς υπαλλήλους και όχι και στην αναιρεσίβλητη δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και δεν έγινε αντίθετα με την καλή πίστη, όπως δέχθηκε το Εφετείο. Μετά από όλα αυτά οι τρεις λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του περί της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, με τη μνεία στο αναιρετήριο της διάταξης του άρθρου 27 του Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής του ΕΛΓΑ και την επίκληση της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, που είναι αυτονόητο ότι στηρίζεται στις παραπάνω διατάξεις, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 643/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ