Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to proper service of summons to absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment on procedural grounds. The appellant argued that the lower court failed to properly apply traffic laws, but the court found the substantive arguments baseless. The decision was grounded in the fact that the summons to the absent defendants was legally served and timely, making their absence valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine ex officio whether absent parties expedited the hearing; if the summons was legally and timely served, the hearing proceeds despite their absence, and the appeal is dismissed if the substantive grounds are unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1079 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1079/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Γ., 2) Α. Π. του Γ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11407/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1874/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις με αριθ. 5071Ε/17-5-2022 και 5072Ε/17-5-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Χ.
Α., που προσκομίζει, με επίκληση, ο αναιρεσείων ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 23-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 267/30/2022) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17-11-2023) επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων.
Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση, από 23-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 267/30/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 1874/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 1-3-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4760/4056/2019) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ε.
Π., οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του ως οδηγού της με αριθ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και την πρόκληση σε αυτήν υλικών ζημιών. Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 11407/2020 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον ενάγοντα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η, από 21-12-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 58/50/2021) έφεση, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή του ΑΚ και του ν. 2696/1999(Κ.Ο.Κ.) και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την παραδοχή της αγωγής του.
Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθ. 1874/2021, απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 12/2020).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 551/2020).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 522/2021, ΑΠ 306/2021).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω ν. 2696/1999, για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Παραχώρηση προτεραιότητας κατά το ίδιο άρθρο 2 του Κ.Ο.Κ. είναι "η υποχρέωση οδηγού οχήματος να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς του, εάν, ενεργώντας κατ` αυτόν τον τρόπο μπορεί να υποχρεώσει τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 199/2018).
Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στη κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων...
ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Τέλος, κατά το άρθρο 26 του ως άνω νόμου, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4). Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση ή προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 658/2021, ΑΠ 144/2017, ΑΠ 610/2016, ΑΠ 641/2014).
Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση, κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μια οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "T", δηλ. καταλήγει σ` αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητώς στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ` αναλογία μπορεί να ενταχθεί στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.
Επομένως, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού, έναντι των εξ αριστερών υποχρέων (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 859/2021, ΑΠ 871/2013, ΑΠ 184/2009, ΑΠ 635/2007, ΑΠ 630/2007). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων των προαναφερθέντων άρθρων 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι σε διασταύρωση οδών, όπου δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες ούτε σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον οδηγό που έρχεται από δεξιά, ο δε οδηγός που κινείται από αριστερά και πλησιάζει σε διασταύρωση υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του για να μην προκαλέσει στη διασταύρωση κίνδυνο.
Έτσι, η υπαιτιότητα του οδηγού στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, εφόσον υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως του Κ.Ο.Κ. και του επελθόντος αποτελέσματος θα κριθεί με βάση τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 309/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''...
Στις 1.7.2017 και περί ώρα 12:00 π.μ., ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, έβαινε σε ανώνυμη δημοτική οδό με κατεύθυνση από δ.δ. Ραψωμανίκη-Ημαθίας προς το Δημοτικό Στάδιο του δ.δ. Κεφαλοχωρίου Ημαθίας. Η παραπάνω οδός είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς να είναι επαρκώς ορατή η διπλή διαχωριστική των ρευμάτων διαγράμμιση, έχει πλάτος οδοστρώματος 5,00 μ., με πεζοδρόμιο πλάτους 3,00 μ., η άσφαλτος ήταν ξηρά, επικρατούσε φυσικός φωτισμός ημέρας και καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιορίζονταν και κατά τον παραπάνω χρόνο η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, το δε όριο ταχύτητας είναι τα 50 χλμ/ώρα λόγω του κατοικημένου της περιοχής (...).
Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, στη τρίτη εναγόμενη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία κινούνταν στην ίδια ως άνω περιοχή, σε κάθετη της προηγούμενης οδού επίσης ανώνυμη δημοτική οδό από δεξιά της μοτοσικλέτας με σκοπό εξερχόμενος από την οδό στην οποία έβαινε να πραγματοποιήσει δεξιά στροφή και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντος προς το Δημοτικό Στάδιο του δ.δ.
Κεφαλοχωρίου Ημαθίας. Η ανώνυμη δημοτική οδός στην οποία έβαινε ο εναγόμενος οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου έχει εύρος 3,5 μέτρα και τέμνει καθέτως από δεξιά σε σχήμα "Τ" την ανώνυμη οδό κινήσεως της μοτοσικλέτας δηλαδή καταλήγει σ' αυτήν χωρίς να συνεχίζεται. Στη συμβολή των ανωτέρω οδών δεν υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα και στην έκθεση αυτοψίας του επιδίκου και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τα οποία συντασσόμενα, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ.
και 180 Κ.Π.Δ, από την αρμόδια αστυνομική αρχή, είναι δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 438, 439 και 440 ΚΠολΔ (..), η οδός κινήσεως του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται ως ανώνυμη δημοτική οδός, ενώ από κανένα άλλο έγγραφο δεν προκύπτει ότι τούτη αποτελεί ιδιωτική εμβασία, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα-εκκαλούντα που δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο του Τμήματος Οδοποιίας ή εγκεκριμένο Πολεοδομικό Σχέδιο προς απόδειξη των ισχυρισμών του ότι η ως άνω ανώνυμη δημοτική οδός φέρει το χαρακτήρα της ιδιωτικής εμβασίας.
Για την προτεραιότητα διελεύσεως στον ανωτέρω ισόπεδο οδικό κόμβο, ουδεμία επιρροή ασκεί ο χαρακτηρισμός στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με επιμέλεια του ενάγοντος υπ' αριθμ. 72/2017 τεχνική έκθεση ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος του μηχανολόγου-μηχανικού Γ. Τ. ως "κεντρική" ανώνυμη δημοτική οδό, η οδός που κινούνταν ο ενάγων και ως "δευτερεύουσας" σημασίας η οδός που κινούνταν ο πρώτος εναγόμενος, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη Κανονιστικής Απόφασης σε ισχύ του Δημοτικού Συμβουλίου του οικείου Δήμου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση χαρακτηρισμού ως Πρωτεύουσας οδού της οδού κίνησης της μοτοσικλέτας.
Κατά συνέπεια η προτεραιότητα διελεύσεως στον ανωτέρω ισόπεδο οδικό κόμβο, εφόσον δε συντρέχει κάποια από τις απαριθμούμενες στο ως άνω εδ. β' της παρ. 5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ εξαιρέσεις, σύμφωνα με τον κανόνα του εδ. α' της ίδιας διάταξης ανήκει στο κινούμενο επί της τεμνούσης οδού αυτοκίνητο, δηλαδή στο ερχόμενο από δεξιά και στη συγκεκριμένη περίπτωση στο κινούμενο επί της ανώνυμης δημοτικής οδού υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο. Μόλις το τελευταίο όχημα έφθασε στο προαναφερόμενο ισόπεδο οδικό κόμβο, έχοντας πρόθεση να κινηθεί δεξιά προς την κάθετη ανώνυμη οδό κίνησης της μοτοσικλέτας στο ρεύμα αυτής που οδηγεί προς το Δημοτικό Στάδιο του δ.δ. Κεφαλοχωρίου Ημαθίας, αρχικά διέκοψε την πορεία του σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Ε.
Κ. (συνεπιβάτιδα-σύζυγο του πρώτου εναγομένου) και ακολούθως εισήλθε στη διασταύρωση με ελάχιστη ταχύτητα περί τα 10 χλμ/ώρα με πρόθεση να πραγματοποιήσει δεξιό ελιγμό, πλην όμως κατ' εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά και ταυτόχρονα ο ενάγων που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του επί της προαναφερόμενης οδού στα αριστερά του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου με ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα, από αμέλειά του και δη από έλλειψη της προσοχής την οποία μπορούσε και όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγώντας χωρίς σύνεση, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, χωρίς να ασκεί κανένα έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματος του, δεν παραχώρησε προτεραιότητα στο εκ δεξιών του κινούμενο αυτοκίνητο καίτοι είχε ορατότητα που του επέτρεπε να δει ότι αυτό ερχόταν από δεξιά του και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο φτερό της μοτοσικλέτας του στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα και στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο ενάγων και να προκληθούν υλικές ζημιές στα δύο οχήματα.
Από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας και τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες από τον τόπο του ατυχήματος προκύπτει ότι το ατύχημα συνέβη όταν το ως άνω Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας όπου κινούνταν ο ενάγων που έχει πλάτος περί τα 2,50μ το δε πιθανό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων εντοπίζεται από την τροχαία στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας πλησίον της διπλής συνεχόμενης διαγράμμισης που δεν είναι επαρκώς ορατή στους χρήστες της οδού.
Μετά τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα του ενάγοντος εξετράπη αριστερά στο οδόστρωμα καταλείποντας ξέσματα μήκους 20 εκ. στο αντίθετο προς δ.δ. Ραψωμανίκη ρεύμα πορείας, ενώ ο ίδιος ο ενάγων κατέπεσε στο οδόστρωμα αιμόφυρτος, αφήνοντας κηλίδες αίματος τόσο στο ρεύμα πορείας προς Ραψωμανίκη όσο και στην ευρισκόμενη εκτός οδοστρώματος πρασιά του ρεύματος πορείας προς Ραψωμανίκη.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που με βάση τις ατομικές του ικανότητες αλλά και του μέσου συνετού οδηγού υπό ανάλογες περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, και ειδικότερα, ενεργώντας κατά παράβαση των υποχρεώσεων του από τον Κ.Ο.Κ.
και των κανόνων της συνετούς και επιμελούς οδήγησης (άρθρα 12 παρ. 1, 19, 26 παρ. 4, 5 εδ. α' του Ν. 2696/1999 και 330 εδ. β' του ΑΚ), αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο σε σχήμα "Τ" χωρίς σήμανση, στον οποίο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η προτεραιότητα ανήκε στους κινούμενους από τα δεξιά του και επί της τέμνουσας ανωνύμου Δημοτικής οδού όπου κινούνταν το Ι.Χ.Φ.
αυτοκίνητο, καθώς η τελευταία δεν υπάγεται στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ., δεν ακινητοποίησε την μοτοσικλέτα του προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στο κινούμενο επί της τέμνουσας ανωνύμου Δημοτικής οδού Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, που ερχόταν από τα δεξιά του και είχε προτεραιότητα διέλευσης, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα στο κόμβο, με τις πιο πάνω συνέπειες.
Για την ένδικη σύγκρουση κανένα πταίσμα δεν βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό, καθώς αυτός οδηγούσε με σύνεση (άρθρα 12 παρ. 1 ΚΟΚ) και έλεγξε την κίνηση στον δρόμο εισερχόμενος στη παραπάνω διασταύρωση έχοντας δε προτεραιότητα διέλευσης, μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του προ του κόμβου, τηρώντας τη γενική υποχρέωση των οδηγών, που εδράζεται στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ, κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας και λογικής λαμβανομένης υπόψη και της πρόθεσής του να πραγματοποιήσει δεξιό ελιγμό προκειμένου να εισέλθει στο ρεύμα πορεία της μοτοσικλέτας και να ευθυγραμμιστεί με αυτήν, αυτός κινήθηκε με ελάχιστη ταχύτητα που εκτιμάται περί τα 10 χλμ/ώρα κατά την είσοδό του στον κόμβο, δοθέντος ότι η σύγκρουση επήλθε μόλις εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί των ως άνω συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, διαμορφώθηκε από τη συνολική αξιολογική εκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδιαίτερα της από 1/7/2017 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι του Α.Τ.
Αλεξάνδρειας και του συνοδεύοντος αυτή με την ίδια ημερομηνία προχείρου σχεδιαγράμματος. Ενισχύθηκε δε και από τα όσα κατέθεσε στο ακροατήριο η επιμελεία του πρώτου εναγομένου μάρτυρας-συνεπιβάτης του οχήματος του Ε. Κ. αλλά και από τα όσα ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε προανακριτικά για τις συνθήκες του ατυχήματος τόσο στην από 2/7/2017 έκθεση ένορκης εξέτασής του ως μάρτυρα στην οποία αναφέρεται στον εξ αριστερών έλεγχο που πραγματοποίησε προ της εισόδου στον κόμβο και προσδιορίζει την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε σε 10 χλμ/ώρα όσο και στην από 21/9/2017 έκθεση εξέτασής του χωρίς όρκο στην οποία αναφέρεται σε ταχύτητα 50 χλμ/ώρα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος.
Ο ενάγων προανακριτικά και συγκεκριμένα στην από 30/7/2017 έκθεση εξέτασής του ως μάρτυρα υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος οδηγός εξερχόμενος χωρίς να σταματήσει για να ελέγξει την κίνηση τον εμβόλισε στη μέση της μοτοσικλέτας. Ωστόσο οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν αποδείχθηκαν αληθείς καθώς όπως προκύπτει από την από 1-7-2017 έκθεση αυτοψίας (παραγρ.13) που συνέταξαν οι αρμόδιοι αστυνομικοί του Α.Τ.
Αλεξάνδρειας και τις φωτοτυπημένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τη συνοδεύουν, ο ενάγων χτύπησε με το μπροστινό φτερό της δίκυκλης μοτοσικλέτας του στην αριστερή πλευρά (γωνία) του άνωθεν του μπροστινού προφυλακτήρα και το εμπρόσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος. Άλλωστε δεν υπάρχουν υλικές ζημιές καθ' όλο το μήκος του μπροστινού προφυλακτήρα του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ούτε καθ' όλη τη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας (..), όπως θα αναμενόταν, αν ίσχυε η εκδοχή του ατυχήματος που προβάλλει ο ενάγων, ήτοι ότι είχε φθάσει πρώτος στη διασταύρωση των δύο οδών και τότε εμφανίστηκε ξαφνικά το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο και τον εμβόλισε. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τα όσα αναφέρει ο ενάγων στη κρινόμενη αγωγή στο κεφάλαιο των υλικών ζημιών της μοτοσικλέτας για την επιδιόρθωση της οποίας αναλύοντας τη ζημία υποστηρίζει ότι απαιτούνται τα αναφερόμενα ποσά για την αγορά ανταλλακτικών μεταξύ των οποίων ενός άξονα εμπρός τροχού, ενός αποστάτη εμπρός άξονα, ενός παξιμαδιού εμπρός άξονα, μιας μπουκάλας εμπρός ανάρτησης, ενός φτερού εμπρός τροχού....
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε τα ίδια, ότι δηλαδή το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και απέρριψε την αγωγή με την ίδια αιτιολογία, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος...''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει, ομοίως, κατ'ουσία την αγωγή του. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 26 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος οδηγού της με αριθ. κυκλοφορίας ...
δίκυκλης μοτοσικλέτας και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού
αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δεύτερου αναιρεσίβλητου και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω αναιρεσείων οδηγός, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ.
ότι αυτός ενώ κινείτο σε ανώνυμη δημοτική οδό με κατεύθυνση από Δ.Δ. Ραψωμανίκη-Ημαθίας προς το Δημοτικό Στάδιο του Δ.Δ. Κεφαλοχωρίου Ημαθίας, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, με την ταχύτητα των 50 περίπου χλμ/ώρα και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο σε σχήμα "Τ" χωρίς σήμανση, δεν παραχώρησε προτεραιότητα, όπως όφειλε, στο εκ δεξιών του κινούμενο σε ανώνυμη επίσης δημοτική οδό και ήδη εισερχόμενο στην οδό φορτηγό αυτοκίνητο, καθόσον η προτεραιότητα ανήκε στον ως άνω κινούμενο από τα δεξιά του και επί της τέμνουσας ανώνυμης δημοτικής οδού οδηγό του φορτηγού, με αποτέλεσμα να προσκρούσει, πλησίον της διπλής συνεχόμενης διαγράμμισης του ρεύματος πορείας του, με το μπροστινό φτερό της μοτοσικλέτας του στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα και στο μπροστινό αριστερό φτερό του φορτηγού αυτοκινήτου, να επιπέσει επί του οδοστρώματος και να τραυματιστεί.
Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας (αμέλειας) του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, διέλαβε ότι: α) ο εν λόγω οδηγός όταν έφθασε στον ισόπεδο οδικό κόμβο, κινούμενος σε οδό εκ δεξιών της οδού όπου κινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα και έχοντας πρόθεση να κινηθεί δεξιά προς την κάθετη ανώνυμη οδό που οδηγεί προς το Δημοτικό Στάδιο του Δ.Δ.
Κεφαλοχωρίου Ημαθίας, διέκοψε την πορεία του, β) εισήλθε στη διασταύρωση κινούμενος με την ταχύτητα των 10 χλμ/ώρα περίπου, ενεργώντας δεξιό ελιγμό και γ) όταν αυτός είχε εισέλθει ήδη στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω κατεύθυνσης ο αναιρεσείων οδηγός, ξαφνικά, επέπεσε πλησίον της διπλής συνεχόμενης διαγράμμισης του ρεύματος πορείας του επ' αυτού.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παράθεσης ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, α) δεν διευκρινίζεται αν ο οδηγός του φορτηγού είχε ορατότητα να ελέγξει την εξ αριστερών κίνηση της επερχόμενης μοτοσικλέτας, αν μπορούσε να τη δει και αν δεν την είδε για ποιο λόγο συνέβη αυτό, β) ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου διέκοψε την πορεία του πριν την είσοδό του στον ισόπεδο κόμβο και στη συνέχεια εισήλθε στη διασταύρωση με ελάχιστη ταχύτητα, δέχεται και ότι ξαφνικά και ταυτόχρονα ο αναιρεσείων επέπεσε επ' αυτού, γ) δεν προσδιορίζεται η απόσταση που μεσολάβησε μεταξύ της μηχανής και του φορτηγού όταν αυτό διέκοψε την πορεία του προ της διασταύρωσης και δ) διαλαμβάνει αντιφατική περιγραφή του σημείου σύγκρουσης των δύο οχημάτων.
Αυτό δε, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στη προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι συνθήκες των δύο ανώνυμων δημοτικών οδών όπου στον ισόπεδο κόμβο που δημιουργούν συνέβη το ένδικο ατύχημα, το πλάτος αυτών, οι επικρατούσες συνθήκες, η πορεία και η ξαφνική χωρίς έλεγχο εκ μέρους του αναιρεσείοντος οδηγού είσοδός του στον, χωρίς σήμανση, ισόπεδο κόμβο, παραβιάζοντας την εκ δεξιών προτεραιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, ενώ με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις προσδιορίζεται το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων επί της δημοτικής οδού με κατεύθυνση προς το Δ.Δ.
Κεφαλοχωρίου Ημαθίας και ειδικότερα προσδιορίζεται ότι το ατύχημα συνέβη όταν το ως άνω ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας όπου κινείτο ο ενάγων, που έχει πλάτος περί τα 2,50μ., το δε πιθανό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων εντοπίζεται από την Τροχαία στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας πλησίον της διπλής συνεχόμενης διαγράμμισης.
Κατόπιν αυτών, ο (μοναδικός) αναιρετικός λόγος, ορθώς μόνο από τον αριθ. 19 του ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΑΚ και του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε και υπέρ του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσίβλητων δεν θα περιληφθεί διότι οι τελευταίοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 23-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 267/30/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1874/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης (παριστάμενης) των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία,
καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο
β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ