Supreme Court dismisses appeal on wage claims but allows appeal on procedural grounds, rejecting re-examination of facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the substantive wage claims but allowed the appeal on procedural grounds. The plaintiffs argued that the lower court erred in accepting the wage dispute for the period from January 1, 2013, to the filing of the lawsuit. The court ruled that no legal ground existed for re-examining the facts of this specific issue, binding itself to the prior decision's resolution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court is bound by the legal issue resolved in a lower court decision and cannot re-examine the facts of that issue, resulting in the dismissal of the appeal on that specific point.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1079 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1079/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ορεστιάδος, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ορεστιάδα, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Πολυχρόνη Μαραζίδη και Κωνσταντίνου Κουρτίδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ο. Τ. του Φ., 2) Π. Τ., 3) Ά. Δ. του Γ., 4) Β. Μ. του Γ., 5) Β. Π. του Γ., 6) Κ. Μ. του Δ. και 7) Α. Ρ. του Α., κατοίκων Ο., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Μπαλατσούκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ορεστιάδος. Εκδόθηκαν η 151/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 47/516/39/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-3-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 47/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας (που δίκασε ως Εφετείο), η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 24-9-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 151/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την από 12-11-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 125/2018) αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας την από 12-11-2018 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Δ.Ε.Υ.Α., με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης, προσελήφθησαν από αυτή κατά τις ημερομηνίες και με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους αμειβόμενοι σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις εκάστοτε ισχύουσες Κλαδικές ΣΣΕ για τους εργαζόμενους στις Δ.Ε.Υ.Α.
όλης της Χώρας. Ότι η εναγομένη προέβη σε περικοπές των αποδοχών τους, αρχικά κατά ποσοστό 7% και 3% κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 αντίστοιχα, ενώ ακολούθως προέβη σε περαιτέρω περικοπή αυτών κατά ποσοστό 25% κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του ν. 4024/2011. Ότι οι προαναφερόμενες κατά ποσοστό 7% και 3% περικοπές των αποδοχών τους είναι μη νόμιμες, καθόσον η εναγομένη δεν υπάγεται στις σχετικές διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 και, ως εκ τούτου, η επακολουθήσασα περικοπή αυτών κατά ποσοστό 25% θα έπρεπε να υπολογιστεί επί του ποσού των αποδοχών τους χωρίς τις προηγηθείσες κατά ποσοστό 10% συνολικά περικοπές αυτών.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι η εναγομένη παρανόμως δεν κατέβαλε στους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εξ αυτών τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας των ετών 2013, 2016, 2017 και 2018. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει α) σε έκαστο εξ αυτών για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως την άσκηση της αγωγής και β) στους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εξ αυτών για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2013, 2016, 2017 και 2018, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Ορεστιάδας με την υπ' αριθ. 151/2019 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτηθέντα με την αγωγή ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 24-9-2019 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 47/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας (δικάσαντος ως Εφετείου), με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και δη μόνον ως προς το ανωτέρω υπό στοιχ.
α' αίτημα επιδίκασης μισθολογικών διαφορών, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτηθέντα με την αγωγή, για την ως άνω αιτία, ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το ως άνω υπό στοιχ. β' αίτημα επιδίκασης δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ως προς το σκέλος της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Κατά το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.
Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.
Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ.
που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 ...". Στη συνέχεια, με το άρθρο τρίτο παρ. 4, 5 και 6 ν. 3845/2010 έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (παρ. 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ.
που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (παρ. 5)."Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (παρ. 6). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως", προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους) η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.
Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι: Οι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφή Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση και εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους, καθώς και τις πηγές της χρηματοδοτήσεώς τους, από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (άρθρο 1 παρ. 1 εδ.
γ'). Οι προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο επιχειρήσεις είναι αρμόδιες για τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, ως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και αποβλήτων της περιοχής αρμοδιότητάς τους (άρθρο 1 παρ. 2).
Η σύσταση εκάστης επιχειρήσεως ενεργείται με απόφαση των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, με την οποία θα ορίζεται η επωνυμία, η έδρα, οι δικαιολογούντες τη σύσταση αυτής λόγοι, τα παραχωρούμενα σ' αυτήν περιουσιακά στοιχεία, ο τρόπος εκμεταλλεύσεως των έργων ή υπηρεσιών και τα εξ αυτών έσοδα ως και η περιοχή της επιχειρήσεως (άρθρο 1 παρ. 3 εδ.
α'). Η υπό ενός μόνο Δήμου συνιστάμενη επιχείρηση διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα διατάξεις. Ένα από τα μέλη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που ορίζονται ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προέρχεται από τη μειοψηφία (άρθρο 3 παρ. 1).
Προκειμένου περί επιχειρήσεως συνισταμένης από πλείονες Δήμους ή Κοινότητες [...], αυτή διοικείται από συμβούλιο, ο αριθμός των μελών του οποίου ορίζεται δια των περί συστάσεως της επιχειρήσεως ή μετατροπής του συνδέσμου αποφάσεων των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων. Οι εκπρόσωποι εκάστου Δήμου ή Κοινότητας και οι αναπληρωτές αυτών ορίζονται με απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου (άρθρο 3 παρ. 2). [....] Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους αυτής, αποφασίζει δε επί παντός αφορώντος την επιχείρηση θέματος (άρθρο 5 παρ. 1).
Το Διοικητικό Συμβούλιο ιδίως [....] ζ) εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως οι οποίες περιλαμβάνουν απολογισμό εσόδων - εξόδων, ισολογισμό και κατάσταση ρευστότητας και υποβάλλει αυτές το βραδύτερο εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως του οικονομικού έτους στο Νομάρχη (πλέον Περιφερειακό Διευθυντή) (άρθρο 5 παρ. 2). [....] Με Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας που συντάσσεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά γνώμη των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τις ανάγκες της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού κατά ομάδες ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδας εκπαιδεύσεως, οι αποδοχές και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 παρ. 1).
Οι διατάξεις περί προστασίας των δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχειρήσεως (άρθρο 8 παρ. 3). Από της συστάσεως της επιχειρήσεως οι συμμετέχοντες στην επιχείρηση Δήμοι και Κοινότητες, ως και Σύνδεσμοι στερούνται του δικαιώματος επιβολής τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως (άρθρο 9 παρ. 4).
Πόροι της επιχειρήσεως είναι: α. Το ειδικό τέλος για τη μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως. β. Το ειδικό τέλος επί του εισοδήματος εξ οικοδομών. γ. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως. δ. [...] ε. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου υδρεύσεως. στ. Το τέλος χρήσεως υπονόμου. ζ.
Η αξία καταναλισκόμενου ύδατος. [...] ιβ. Επιχορήγηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως [...] (άρθρο 10 παρ. 1). Οι πόροι της επιχειρήσεως της παραγράφου 1 εδάφιο (α) χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκταση υδρεύσεως και αποχετεύσεως ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων από δάνεια (άρθρο 10 παρ. 2). [...] Οι μελέτες και οι κατασκευές των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) μπορούν να επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) εντός των ορίων των εγκρινόμενων για το σκοπό αυτόν ετήσιων πιστώσεων (άρθρο 13 παρ. 1). [...] Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Λογιστών της παρ. 1 του άρθρου 13 του π.δ. 226/1992 (άρθρο 18 παρ. 1), επιλέγονται από το διοικητικό συμβούλιο (παρ. 2) και διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους (παρ. 3). [...] Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις εξής αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου:
α) Για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης, του τεχνικού προγράμματος έργων, καθώς και για κάθε τροποποίησή τους. β) Για την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων. γ) Για την επιβάρυνση των ακινήτων της επιχείρησης με εμπράγματα δικαιώματα. δ) Για τη σύναψη δανείων. ε) Για τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες (άρθρο 20 παρ. 1).
Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση των πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές (άρθρο 20 παρ. 2). Με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχειρήσεως και ελέγχονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του δήμου ή της κοινότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, ρυθμίζονται κάθε φορά τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές (άρθρο 21 παρ. 1). [...] Μέχρι τη σύνταξη των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπόμενων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως, εφαρμόζονται οι υπάρχοντες αντίστοιχοι κανονισμοί του Δήμου ή Συνδέσμου και σε περίπτωση μη υπάρξεως τοιούτων οι σχετικές περί Δήμων και Κοινοτήτων διατάξεις (άρθρο 21 παρ. 3).
Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα περί εκσκαφών προς ανεύρεση ύδατος και εγκαταστάσεως δικτύου υδρεύσεως εφαρμόζονται και προκειμένου περί των επιχειρήσεων του παρόντος (άρθρο 22 παρ. 3). Τα υπό της επιχειρήσεως εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε τοιαύτα, ως και για τις συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαία ακίνητα, απαλλοτριώνονται αναγκαστικώς υπέρ και με δαπάνες αυτής, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων.
Καθ' όμοιο τρόπο συνιστώνται αναγκαστικώς και δουλείες οιασδήποτε μορφής(άρθρο 24 παρ. 1). Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης (άρθρο 25 παρ. 1). [...] Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που εγκρίνεται από τον Νομάρχη, δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους των μετεχόντων της επιχειρήσεως Δήμων ή Κοινοτήτων ή συνοικισμών αυτών, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου ανεξάρτητου του ενιαίου τοιούτου της επιχειρήσεως (άρθρο 26).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.
Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι ΔΕΥΑ, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν ωστόσο αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:
α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Περαιτέρω, στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης κατά ποσοστό 35% από τις πιστώσεις της επιχείρησης που εγκρίνονται κατ' έτος για τον σκοπό αυτό.
Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών, με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των ΔΕΥΑ ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.
Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των ΔΕΥΑ είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους.
Οι Υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα ως προς τη συνέχεια της παροχής προϊόντων και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτό τον βαθμό αναγκαιότητας δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι το κράτος μέριμνα για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των ΔΕΥΑ με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Την ένταξη δε των ΔΕΥΑ στα δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμάτων δικαιολογεί και η προναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκουν", που έχει τεθεί στις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.
Επιχείρημα δε υπέρ της ευρύτητας του όρου "ανήκουν" προκύπτει και από την εξειδίκευση του όρου σε επόμενα νομοθετήματα. Ειδικότερα, στο νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015", με τον οποίον προβλέφθηκε πλαφόν για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...
εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...]". Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τον ίδιο λόγο όπως και οι επίμαχες, δηλαδή τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο, αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν.
Επομένως, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5, 2 παρ. 2 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 ν. 3845/2010, όπως και σε αυτό των άρθρων 31 παρ. 1α', 3 και 4 ν. 4024/2011 (αλλά και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, που ακολούθησε) και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους, δηλαδή ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμένω Δήμο Ορεστιάδας), υπό την έννοια ότι δημιουργούνται από τους ΟΤΑ χάριν της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, τελούν υπό την εποπτεία τους, ενώ ο έλεγχος και ο διορισμός της πλειοψηφίας της διοίκησής τους γίνεται από τους ΟΤΑ (ΟλΑΠ 5/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 3833/2010 και 3 του ν. 3845/2010, κρίνοντας ότι οι Δ.Ε.Υ.Α.
δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών και συνεπώς δεν είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, συνακόλουθα δε, ότι οι εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Δ.Ε.Υ.Α. γενόμενες, δυνάμει των ως άνω διατάξεων, περικοπές κατά ποσοστό 10% των αποδοχών των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμες.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ορεστιάδας υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5 (όπως η παρ. 5 τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010), 2 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 του ν. 3845/2010, συνεπώς η μείωση που επέβαλε αυτή στις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων, εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, είναι νόμιμη.
Η δε προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε το αντίθετο, παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένα έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την παραπάνω πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι οι μειώσεις των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες έλαβαν χώρα στα πλαίσια των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, είναι νόμιμες.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 47/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως την άσκηση της αγωγής, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 12-11-2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι νόμω αβάσιμη ως προς το αίτημα επιδίκασης μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως την άσκηση της αγωγής και αναιρείται ως προς το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 47/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας (δικάσαντος ως Εφετείου), η οποία έκρινε αντίθετα, δεν υφίσταται δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το εν λόγω Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, καθότι το μόνο που απομένει σ' αυτό είναι η απόρριψη της αγωγής, ως προς το προαναφερόμενο αίτημα, ως νόμω αβάσιμης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν αναιρετικό τμήμα ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο, στη συνέχεια δε, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 24-9-2019 και με αριθ. έκθ. κατάθεσης στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου 13/2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 151/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως την άσκηση της αγωγής, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων, και να απορριφθεί ως προς το κεφάλαιο τούτο η αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 47/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, καθώς και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσίαν την από 24-9-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 13/2019) έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Ορεστιάδας" κατά της υπ' αριθ. 151/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 151/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, καθώς και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.
Κρατεί και δικάζει την από 12-11-2018 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης 125/2018 αγωγή ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως την άσκηση αυτής.
Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ