Legislator Case Law & Legislation
1079/2020 AI generated

1079/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1079/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Legislator headnote

AI generated

1079/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι ανωτέρω υπηρεσίες που ανατέθηκαν στην πρώτη εναγομένη από την τέταρτη των εναγόντων με την ως άνω έγγραφη σύμβαση, αφορούσαν την κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό των προαναφερόμενων εναγόντων σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 2 § 1 στοιχ. α (Ι) του ν. 2396/1996.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements nullity of agreements and decisions certain consumer contracts non-trade agreement shareholders' agreement company agreement
AI generated
469/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Νοεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4907/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7899/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουνίου 2006 αίτησή της.
470/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
974/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2016 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
1012/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-12-2002 αγωγή-ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6461/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1937/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Απριλίου 2005 αίτησή της και τους από 16 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1005/2006
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Αθανάσιο Μπρίλλη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1079 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1079/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Π., κατοίκου ... 2) Ε.Π. του Η., κατοίκου…. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Παλάζη και Ιωάννη Κουμέτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4779/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/1/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 1, 152 παρ. 1, 153, 154, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος που δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε με απόφαση του δικαστηρίου να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Ως ανώτερη βία κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ θεωρείται κάθε γεγονός το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και σε συγκεκριμένη περίπτωση είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης δικονομικής προθεσμίας, στηριζόμενος στην αρχή της επιείκειας, αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει δε τη δυνατότητα της άρσης με δικαστική απόφαση νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή της ανώτερης βίας ή του δόλου του αντιδίκου του.

Η αίτηση επαναφοράς απευθύνεται στο κατά το άρθρο 154 ΚΠολΔ αρμόδιο δικαστήριο και υποβάλλεται, μεταξύ άλλων, είτε με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης είτε με αυτοτελές δικόγραφο είτε με τις προτάσεις μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 153 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου.

Σε κάθε περίπτωση όμως, για την ολοκλήρωση της άσκησης του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δεν αρκεί μόνο η εντός των τριάντα αυτών ημερών κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου αλλά απαιτείται και η επίδοση του δικογράφου στον αντίδικο του αιτούντος μέσα στην ίδια προθεσμία (άρθρα 155 παρ. 1, 215 παρ. 1, 217 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, για την παραδεκτή και δη εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά η αναγκαία επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου ή της γνώσης του δόλου (αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης), ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς εντός της παραπάνω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης στον καθ' ου αυτή απευθύνεται (ΑΠ 79/2019, ΑΠ 106/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1216/2012).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αυτής αν για οποιοδήποτε λόγο (ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος) απωλέσθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της.

Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 79/2019, ΑΠ 106/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση το αναιρεσείον εκθέτει ότι η κατά νόμο προθεσμία άσκησης αναίρεσης της προσβαλλόμενης 4779/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που του επιδόθηκε στις 24-11-2017, έληγε στις 27-12-2017, ενόψει του γεγονότος ότι η τελευταία ημέρα αυτής (24-12-2017) ήταν Κυριακή και η επομένη και μεθεπομένη (25-12-2017 και 26-12-2017) οι επίσημες αργίες των Χριστουγέννων.

Ότι, εν τω μεταξύ, κατά τις πρωινές ώρες της 22-12-2017, άγνωστοι δράστες τοποθέτησαν βόμβα στην είσοδο του Εφετείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να προκληθούν, σ' αυτό σοβαρές υλικές ζημιές και να ανασταλούν εκ του λόγου αυτού, όλες οι εργασίες της Γραμματείας του, βάσει της υπ' αριθμ.90964/22-12-2017 Υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ Β4565/22-12-2017), από 22 Δεκεμβρίου 2017 έως και τις 5 Ιανουαρίου 2018.

Ότι ενώ είχε εκδοθεί, από αυτό (αναιρεσείον), εμπροθέσμως, ήτοι στις 21-12-2017, το Π 1116876/21-12-2017 σχετικό γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής και καταβληθεί το ηλεκτρονικό παράβολο ..., το οποίο πληρώθηκε αυθημερόν, όπως προκύπτει από την …..απόδειξη συναλλαγής της Alpha Bank, δεν μπόρεσε να καταθέσει, εμπρόθεσμα, ήτοι μέχρι και την 27-12-2017, το αναιρετήριο δικόγραφό του στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, λόγω της προαναφερθείσας αναστολής των εργασιών του.

Ότι, τέλος, επειδή, ενόψει όλων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών είναι προφανής η συνδρομή περίπτωσης ανωτέρας βίας, κατ' άρθρο 152 επ. ΚΠολΔ, αιτείται την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η αναίρεσή του, που κατατέθηκε, εκπρόθεσμα, τη Δευτέρα 08-01-2018, που ήταν η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη, στις 05-01-2018 (ημέρα Παρασκευή), της αναστολής των εργασιών του Εφετείου Αθηνών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει αναφορικά με την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας της ένδικης αίτησης επαναφοράς, ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση) κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, στις 08-01-2018, ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας άσκησης αυτής, που έληγε στις 27-12-2018 και επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο στις 06-02-2018, (βλ.

την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης Ν. Κ.) και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη στις 26-01-2018 (βλ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης Ε.Μ.. Επομένως, το υπό κρίση αίτημα επαναφοράς, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, δεδομένου ότι η αίτηση αναίρεσης, στο δικόγραφο της οποίας αυτή περιλαμβάνεται δεν επιδόθηκε σ' αυτόν εντός της ανωτέρω τριακονθήμερης προθεσμίας, από την άρση (στις 05-01-2018) της επικαλούμενης, από το αναιρεσείον, ανώτερης βίας, ήτοι μέχρι και τις 05-02-2018 (Δευτέρα), δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της (04-02-2018) συνέπιπτε με ημέρα Κυριακή, αλλά (του επιδόθηκε) στις 06-02-2018 (Τρίτη), ήτοι την επομένη ημέρα, μετά από αυτή της συμπλήρωσης της εν λόγω προθεσμίας.

Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά του ως άνω αναιρεσίβλητου, Α. Σ., ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, όμως, η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι παραδεκτή, αφού το αναιρετήριο δικόγραφο, που την περιέχει, της επιδόθηκε στις 26-01-2018, ήτοι εντός τριάντα ημερών, από την κατά τα παραπάνω άρση της ανώτερης βίας, στις 05-01-2018.

Επομένως, η αίτηση αυτή, καθόσον στρέφεται κατά της ως άνω αναιρεσίβλητης, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αφού αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον απώλεσε την ως άνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εξαιτίας της, κατά τ' ανωτέρω αναστολής των εργασιών του Εφετείου Αθηνών, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, δυνάμει της ανωτέρω Υπουργικής Απόφασης, η οποία (αναστολή των εργασιών) ως γεγονός απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί, ακόμη και με τη λήψη, από το αναιρεσείον, μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης, εμπίπτει στην έννοια της, κατά την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, ανώτερης βίας.

Συνακόλουθα, πρέπει να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η έννομη ενέργεια, που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη, να κριθεί αυτή παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Επί της αναίρεσης κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης:

1. Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον υπό στοιχείο Ε λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτό παραπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του νόμιμα προβληθέντος ισχυρισμού του, περί εξοφλήσεως της ένδικης απαίτησης της ως άνω αναιρεσίβλητης και περί συμβατικής παραιτήσεως της τελευταίας από οποιαδήποτε άλλη απαίτησή της κατ' αυτού (αναιρεσείοντος).

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αυτήν απερρίφθησαν, ως αβάσιμοι, όλοι οι λόγοι της έφεσης του αναιρεσείοντος, άρα και ο ανωτέρω λόγος. Άλλωστε, το Εφετείο, με το να δεχθεί και ν' αναγνωρίσει, ότι το οφειλόμενο από το ήδη αναιρεσείον, εναγόμενο, στην αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, ποσό για καλυπτόμενες από το ίδιο επενδυτικές υπηρεσίες της ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία ...

Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε οριστικά με απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τέθηκε σε ειδική χρηματιστηριακή εκκαθάριση, ανέρχεται σε 15.021,22 ευρώ και μετ' αφαίρεση εκείνου των 2.652,06 ευρώ, το οποίο της είχε καταβάλει, (ανέρχεται) σε 12.369,16 ευρώ, έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο εφέσεως και τον απέρριψε, εκ του πράγματος.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο ως άνω λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

2. Ύστερα από απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εκδόθηκε η σχετική με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών και την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων Οδηγία 97/9/ΕΚ της 3ης Μαρτίου 1997, σκοπός της οποίας υπήρξε η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με την δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης, τα οποία να καλύπτουν τους σχετιζόμενους με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή τίτλους ή το κεφάλαιο, που κρατεί μία επιχείρηση επενδύσεων και δεν μπορεί να επιστρέψει σε περίπτωση αδυναμίας της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές.

Η Οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο το υφιστάμενο τότε Κοινό Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Ασφάλειας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών μετονομάσθηκε σε Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών και αναδιαρθρώθηκε, για να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού σύμφωνα με τις προβλέψεις της κοινοτικής νομοθεσίας.

Σκοπός ειδικότερα του εν λόγω Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, κατά το άρθρο 63 του πιο πάνω νόμου, είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέλη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας ΕΠΕΥ να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη, με τον τρόπο αυτό, της σταθερότητας και αξιοπιστίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.

Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, κατά το άρθρο 65 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2651/1998, είναι διαζευκτικά: α) η παροχή γνωστοποίησης στο Συνεγγυητικό από την ΑΕ ΑΠΟΘ, ότι μέλος δεν έχει εκπληρώσει εμπρόθεσμα υποχρεώσεις παράδοσης κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής, β) η υποβολή αίτησης αποζημίωσης στο Συνεγγυητικό από εντολέα, γ) η υποβολή δήλωσης από ΕΠΕΥ προς το Συνεγγυητικό αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεων της προς εντολείς, δ) η έκδοση οριστικής πτωχευτικής απόφασης κατά ΕΠΕΥ και ε) η ανάκληση της σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση.

Εξάλλου, με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 65 του πιο πάνω νόμου 2533/1997 ορίζεται ότι σε περίπτωση θέσης Α.Χ.Ε. ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ. στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 4α του ν. 1809/1988, όπως ισχύει, το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες με βάση όλα τα παραστατικά και άλλα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση της Α.Χ.Ε ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ.

ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή διαβιβάζονται σε αυτό από τον Επόπτη, και τα οποία ο Επόπτης εκκαθάρισης υποχρεούται να διαβιβάσει στο Συνεγγυητικό. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη απαίτησης κατά Ε.Π.Ε.Υ. ως προς την οποία εξετάζεται η αποζημίωση από το Συνεγγυητικό θα αποδεικνύεται από τα στοιχεία, τα οποία εκδίδει η Ε.Π.Ε.Υ.

σύμφωνα με τις κείμενες χρηματιστηριακές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, ενώ αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένου και του όρκου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνεπάγεται ότι ο νομοθέτης θέλησε, όταν ανακαλείται η άδεια σύστασης ΕΠΕΥ και τίθεται αυτή σε ειδική εκκαθάριση, οπότε γεννιέται υποχρέωση του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου για καταβολή αποζημιώσεων σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, να αποδεικνύεται από τα στοιχεία της ΕΠΕΥ η ύπαρξη της απαίτησης του επενδυτή κατά της τελευταίας, για λόγους ασφαλέστερους διακρίβωσης των υφιστάμενων και δεικτικών μερικής αποκατάστασης απαιτήσεων των επενδυτών και για την αποφυγή καταστρατηγήσεων.

Η απόδειξη αυτή δεν αντλείται μόνο από τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία που τηρεί η ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 27 και 28 του ν. 1806/1988 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αλλά μπορεί να βασιστεί και σε άλλα έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από την ΑΕΠΕΥ, όπως είναι οι έγγραφες συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου που αυτή συνάπτει με τους πελάτες της επενδυτές και τα ενημερωτικά δελτία που εκδίδει και αποστέλλει περιοδικά στους τελευταίους.

Ο περιορισμός μόνο στις προαναφερόμενες εγγραφές στα βιβλία της ΑΕΠΕΥ για των απόδειξη της ύπαρξης των απαιτήσεων των επενδυτών, που αξιώνουν από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο την καταβολή της προβλεπόμενης περιορισμένης αποζημίωσης για τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας της ΑΕΠΕΥ προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό ορισμένων επενδυτών, που συγκεντρώνουν όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου, από το δικαίωμα της πιο πάνω αποζημίωσης, για λόγους μη εξαρτώμενους από τους ίδιους, αλλά εντασσόμενους στη σφαίρα δράσης της ΑΕΠΕΥ, η οποία παρέλειψε να ενεργήσει τις αναγκαίες εγγραφές στα βιβλία της για ορισμένους επενδυτές της, των οποίων η ύπαρξη των απαιτήσεων εναντίον της προκύπτει από άλλα αξιόπιστα στοιχεία της ΑΕΠΕΥ.

Με την αποκρουόμενη αυτή εκδοχή επιρρίπτονται στον επενδυτή οι συνέπειες από τις εσωτερικές πλημμέλειες της ΑΕΠΕΥ κατά την τήρηση και ενημέρωση των βιβλίων της, τις οποίες εκείνος δεν γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να αποτρέψει. Άλλωστε μια τέτοια εκδοχή αντιστρετεύεται το σκοπό της πιο πάνω Οδηγίας, αφού αφήνει εκτός του προστατευτικού πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας αυτής απαιτήσεις επενδυτών, που απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της ΑΕΠΕΥ καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών.

Η πιο πάνω ρύθμιση του ν. 2533/1997, η οποία δεν προβλέπεται στην Οδηγία, αλλά αποτελεί επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, είναι ανεκτή στο βαθμό που δεν αντιστρατεύεται το σκοπό της Οδηγίας αυτής και δεν αναιρεί ούτε μειώνει την αποτελεσματικότητά της, και συνακόλουθα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα και το σκοπό της εν λόγω Οδηγίας, πρέπει να νοηθεί, ως εμπεριέχουσα στο εύρος της, εκτός από τα τηρούμενα κατά τις προβλέψεις των σχετικών ειδικών διατάξεων βιβλία και στοιχεία, και άλλα έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από την ΕΠΕΥ (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 982/2014, ΑΠ 858/2014, ΑΠ 1845/2011).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατ' ακριβή αντιγραφή του ενδιαφέροντος την ένδικη αίτηση αναίρεσης μέρους της, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...μεταξύ της τέταρτης των εναγόντων (σημ. ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και της ίδιας ως άνω πρώτης εναγόμενης χρηματιστηριακής ανώνυμης εταιρείας (σημ.

με την επωνυμία "... Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ") καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, με την οποία η πρώτη εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτήν τις αναφερόμενες στις ως άνω συμβάσεις επενδυτικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών (παραγγελιών) για την αγορά και την πώληση μετοχών.

Επομένως, οι ανωτέρω υπηρεσίες που ανατέθηκαν στην πρώτη εναγομένη από την τέταρτη των εναγόντων με την ως άνω έγγραφη σύμβαση, αφορούσαν την κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό των προαναφερόμενων εναγόντων σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 2 § 1 στοιχ. α (Ι) του ν. 2396/1996.

Το έγγραφο κείμενο της ως άνω καταρτισθείσας σύμβασης δεν προσκομίζεται από την τέταρτη ενάγουσα, πλην όμως το δεύτερο εναγόμενο και νυν εκκαλούν συνομολογεί έμμεσα πλην σαφώς ότι η τελευταία είχε καταθέσει χρήματα για την κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα (άρθρο 261 ΚΠολΔ), όπως συνάγεται από την υπ' αριθ.

πρωτ. 894/15-2-2813 επιστολή του δεύτερου εναγομένου προς αυτήν, με την οποία συνομολογείται ότι στην τελευταία είχαν παρασχεθεί από την πρώτη εναγομένη ως άνω χρηματιστηριακή ανώνυμη εταιρεία επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το Συνεγγυητικό...Με την υπ' αριθμ. …. απόφαση τον Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας και τέθηκε αυτή σε ειδική χρηματιστηριακή εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του άρθρου 4α ν. 1806/1988 και ακολούθως όλοι οι ενάγοντες υπέβαλαν στον επόπτη της εκκαθάρισης νομότυπα και εμπρόθεσμα τις αναγγελίες τους, οι οποίες περιήλθαν στην υπό εκκαθάριση χρηματιστηριακή εταιρεία στις 2-6-2005, 22-3-2005 και στις 10-6-2005 αντίστοιχα, με τις οποίες αυτοί ζητούσαν να τους αποδοθούν τα εκεί αναφερόμενα ποσά, τα οποία είτε είχαν καταθέσει σ' αυτήν, προκειμένου να αγοραστούν για λογαριασμό τους ίσης αξίας μετοχές και λοιπά χρηματιστηριακά πράγματα, χωρίς όμως οι σχετικές επενδυτικές πράξεις να έχουν διενεργηθεί μέχρι την κατά τα ανωτέρω ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ως άνω εταιρείας, είτε δικαιούνταν να εισπράξουν ως τίμημα της πώλησης των περιλαμβανόμενων στο χαρτοφυλάκιό τους μετοχών.

Μαζί με τις αναγγελίες τους οι ως άνω...τέταρτη των εναγόντων υπέβαλαν και τα έγγραφα που αποδείκνυαν τις απαιτήσεις τους και συγκεκριμένα: ...η τέταρτη ενάγουσα υπέβαλε μεταξύ άλλων αντίγραφα της υπ' αριθμ….απόδειξης πληρωμής με μετρητά ποσού 10.021,00 ευρώ, που εκδόθηκε από την ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία, βάσει της οποίας προέκυπτε ότι αυτή είχε εισπράξει υπό την τελευταία στις 14-6-2004 το ποσό των 10.021,00 ευρώ, καθώς και της υπ' αριθμ. ...απόδειξης πληρωμής με μετρητά ποσού 2.000,22 ευρώ, που εκδόθηκε από ίδια ως άνω εταιρεία, βάσει της οποίας προέκυπτε ότι αυτή είχε εισπράξει από την τελευταία στις 8-7-2004 το ποσό των 2.000.22 ευρώ.

Μετά τις ανωτέρω αναγγελίες οι απαιτήσεις των εναγόντων επαληθεύθηκαν κατά τη διαδικασία του άρθρου 4α ν. 1806/1988 από τον επόπτη της εκκαθάρισης με βάση τις εγγραφές στα βιβλία και τα στοιχεία της εταιρίας, επειδή όμως πολλοί επενδυτές που είχαν συμβληθεί με την ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία, μεταξύ των οποίων και οι...τέταρτη των εναγόντων, ισχυρίστηκαν ότι τα προαναφερθέντα αποδεικτικά κατάθεσης μετρητών εκ μέρους της υπό εκκαθάριση εταιρείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς που φέρονταν να τηρούνται με δικαιούχους τους ίδιους σε διάφορες τράπεζες, ήταν πλαστογραφημένα από την τελευταία, με αποτέλεσμα ο επόπτης της εκκαθάρισης να υποβάλει σχετικές μηνυτήριες αναφορές ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για τη διαπίστωση της πλαστότητας των σχετικών παραστατικών, οι επαληθεύσεις των απαιτήσεων των εναγόντων πραγματοποιήθηκαν αρχικώς με την επιφύλαξη ότι θα διαπιστωθεί η πλαστότητα των ως άνω αποδεικτικών κατάθεσης ή η ανυπαρξία του αντίστοιχου τραπεζικού λογαριασμού.

Στη συνέχεια, ο επόπτης της εκκαθάρισης ενημέρωσε την Επιτροπή Αποζημιώσεων του δευτέρου εναγόμενου και εκκαλούντος για τις επενδυτικές υπηρεσίες, που δεν ικανοποιήθηκαν, προκειμένου αυτή να αποφασίσει για ποιες από αυτές υπήρχε υποχρέωσή του για την καταβολή αποζημιώσεων. Η ως άνω Επιτροπή Αποζημιώσεων αποφάσισε ότι θα αποφαινόταν για την αποζημίωση των απαιτήσεων που επαληθεύθηκαν, με την επιφύλαξη της διαπίστωσης της πλαστότητας των αποδείξεων είσπραξης μετρητών από τα ταμεία της χρηματιστηριακής εταιρείας και των καταθετηρίων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, όπως ήταν και οι απαιτήσεις των προαναφερόμενων εναγόντων, μετά την έκδοση των σχετικών περί πλαστότητας αποφάσεων των αρμόδιων Δικαστηρίων.

Τελικά, όσον αφορά συγκεκριμένα τους ...και τέταρτη των εναγόντων, αποδείχθηκε ....οι προαναφερόμενες υπ' αριθ. ... και ... αποδείξεις πληρωμής με μετρητά σε ευρώ, από τις οποίες προέκυπτε ότι η τέταρτη ενάγουσα εισέπραξε από την ως άνω εταιρεία το συνολικό ποσό των (10.021,00 + 2.000,22 =) 12.021,22 ευρώ ήταν επίσης πλαστές.

Κατόπιν των ανωτέρω, το δεύτερο εναγόμενο ενημέρωσε όλους τους ενάγοντες για τα ποσά αποζημίωσης που δικαιούνταν για την επίδικη αιτία, ως εξής: ...με το υπ' αριθμ. πρωτ. 894/15-2-2013 έγγραφό του ενημέρωσε την τέταρτη ενάγουσα, ότι με δεδομένο ότι η πρώτη εναγομένη είχε εκδώσει για λογαριασμό της τα αναφερόμενα ανωτέρω πλαστά παραστατικά, αυτή δικαιούται αποζημίωση ποσού 2.652,06 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 66 του ν. 2533/1997, όπως καθορίστηκε με σχετική απόφαση της Επιτροπής Αποζημιώσεων του άρθρου 68 παρ. 6 του ν. 2533/ 1997.

Ακολούθως δε το δεύτερο εναγόμενο κατέβαλε ως αποζημίωση...στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 2.652,06 ευρώ (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση από το δεύτερο εναγόμενο με ημερομηνία 6-4-2013 αποδεικτικό κατάθεσης του ποσού των 2.652,06 ευρώ σε λογαριασμό της τέταρτης ενάγουσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος...Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τον προσκομιζόμενο με επίκληση λογιστικό πίνακα (χρηματική καρτέλα) της κίνησης τον λογαριασμού της τέταρτης ενάγουσας, εμφανίζονται τα ποσά των 10.021.00 ευρώ και των 2.000,22 ευρώ και συνολικά ποσό των 12.021,22 ευρώ, το οποίο συνεπώς αντιστοιχεί στην απόδοση της επένδυσής της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι για το τελευταίο ως άνω συνολικό ποσό είχαν συνταχθεί οι αναφερόμενες ανωτέρω υπ' αριθ. ...

και υπ' αριθ. ...πλαστές αποδείξεις πληρωμής με μετρητά σε ευρώ, τις οποίες η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία δεν είχε κανένα λόγο να καταρτίσει, αν το τελευταίο ως άνω ποσό δεν αφορούσε το οφειλόμενο από την ίδια προς την τέταρτη ενάγουσα προϊόν της απόδοσης του επενδυτικού χαρτοφυλακίου της. Επιπλέον, όπως αποδεικνύεται υπό το προσκομιζόμενο με επίκληση από 6-2-2004 γραμμάτιο είσπραξης της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, η τέταρτη ενάγουσα είχε καταθέσει σε λογαριασμό που τηρούσε η πρώτη εναγομένη στην προαναφερόμενη τράπεζα το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ώστε αυτό να χρησιμοποιηθεί για λογαριασμό της σε καλυπτόμενες από το δεύτερο εναγόμενο επενδυτικές υπηρεσίες.

Όμως, το τελευταίο αυτό ποσό ουδέποτε πιστώθηκε στον λογαριασμό της τέταρτης ενάγουσας, αλλά υπεξαιρέθηκε από την ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία. Επομένως, το δεύτερο εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καλύψει και τα παραπάνω ποσά των 12.071,22 ευρώ και 3.000,00 ευρώ, και συνολικά ποσό 15.021,22 ευρώ, το οποίο αφορούν καλυπτόμενες από το ίδιο επενδυτικές υπηρεσίες, από το οποίο (ποσό) όμως θα πρέπει να αφαιρεθεί το αναφερόμενο ανωτέρω ποσό των 2.652.06 ευρώ, το οποίο έχει ήδη καταβληθεί από το δεύτερο εναγόμενο στην τέταρτη ενάγουσα, πρέπει δε συνακόλουθα να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την τέταρτη ενάyουσα και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του δεύτερου εναγομένου να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των (15.021.22 ευρώ - 2.652,06 €) 12.369,16 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς...την τέταρτη ενάγουσα και υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν να καταβάλει...στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 12.369,16 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής δεν έσφαλε...". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή της ως άνω αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι οφείλεται σ' αυτή το προαναφερθέν χρηματικό ποσό.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και αφού δέχθηκε ότι: α) μεταξύ της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της χρηματιστηριακής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ") καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, με την οποία η τελευταία ανέλαβε, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτήν τις αναφερόμενες στην ως άνω σύμβαση επενδυτικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών (παραγγελιών) για την αγορά και την πώληση μετοχών.

β) Οι ανωτέρω υπηρεσίες που ανατέθηκαν στην ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την ως άνω έγγραφη σύμβαση, αφορούσαν την κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό της σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. γ) Η ως άνω αναιρεσίβλητη είχε καταθέσει τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη χρηματικά ποσά για την κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα και είχαν παρασχεθεί από την ως άνω χρηματιστηριακή ανώνυμη εταιρεία επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το αναιρεσείον.

δ) Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας και τέθηκε αυτή σε ειδική χρηματιστηριακή εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του άρθρου 4α ν. 1806/1988. ε) η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στον επόπτη της εκκαθάρισης νομότυπα και εμπρόθεσμα την αναγγελία της, με την οποία αυτή ζητούσε να της αποδοθούν τα ένδικα χρηματικά ποσά, επισυνάπτοντας σ' αυτή και τα έγγραφα, που αποδείκνυαν τις ένδικες απαιτήσεις της.

στ) Η οφειλή της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, ανέρχεται σε 15.021,22 ευρώ, για χρηματικές απαιτήσεις της, που απορρέουν από καλυπτόμενες, από το αναιρεσείον, επενδυτικές υπηρεσίες και μετ' αφαίρεση του ποσού των 2.652.06 ευρώ, που αυτό (αναιρεσείον) είχε ήδη καταβάλει στην αντίδικό του, έκρινε, την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, εν μέρει, ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι το αναιρεσείον, εναγόμενο, οφείλει στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 12.369,16 ευρώ, δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περ.

α (ι, ιι) ν. 2396/1996, 2 παρ. 12 περ. α', δ' ν. 2533/1997, που ήταν εφαρμοστέες και (ορθά) εφαρμόσθηκαν, εν προκειμένω και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης. Τούτο δε διότι, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση σ' αυτή και άλλων αιτιολογιών, πέραν των όσων, ως άνω, διαλαμβάνονται.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, της υπό κρίση αίτησης, καθόσον αυτή στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κρίνεται αβάσιμος.

3. Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς, η κάθε μία, το διατακτικό της και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται με ειδικό λόγο αναίρεσης ή δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 13/1995, 25/1994).

Με τον ίδιο αναιρετικό λόγο (δεύτερο), κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, γιατί, με επάλληλη αιτιολογία του, στήριξε την απόδειξη του ύψους της ένδικης οφειλής του αναιρεσείοντος προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη σε πλαστά, όπως το ίδιο έκρινε, έγγραφα και συγκεκριμένα στις υπ' αριθμ. ... και …. αποδείξεις. Ο λόγος, όμως, αυτός, ορθώς εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 11 α' του ΚΠολΔ (αλλά, ακόμη και από τον αριθμό 10 του ίδιου Κώδικα, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος), είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στηρίχθηκε, κυρίως, στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και επαλλήλως στα επίμαχα πλαστά έγγραφα (ΑΠ 2106/2007).

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσιβλήτους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, που νίκησαν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν, με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08-01-2018 αίτηση, για αναίρεση της 4779/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ