Supreme Court dismisses appeals against state land ownership claims, citing insufficient factual clarity and proper application of historical laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals filed by private entities and individuals against a lower court ruling confirming Greek state ownership of specific lands. The appellants argued that the lower court failed to fully establish the material facts required to apply historical statutes regarding public property and grazing fees. The court rejected these claims, ruling that the lower court's decision was based on clear, consistent reasoning and that the necessary factual elements for the legal provisions were adequately proven.
Legislator headnote
AI generatedArticles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible only when the lower court's decision creates doubts regarding the substantive application of law due to incomplete or contradictory factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1079 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1079/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των καθών η κλήση - αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 3) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 5) Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ... και 6) Μ. Σ. του Β., κατοίκου .... Οι 1η, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Παπανδρεόπουλο, ο 4ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη και ο 6ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πόλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.12.2002 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2007 του Εφετείου Αιγαίου.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 5.6.2007 αίτηση αναίρεσης των 1ης, 2ης, 3ου, 4ης και 5ης των καθών η κλήση, καθώς και οι από 30.10.2008 πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι και η από 27.7.2007 αίτηση αναίρεσης του 6ου των καθών η κλήση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 454/2011 απόφαση, που παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερο λόγους της από 5.6.2007 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κλπ. και πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς και τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 27.7.2007 συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης του Μ. Σ.. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 1/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τους παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια λόγους και ανέπεμψε την υπόθεση στο αυτό Γ’ Πολιτικό Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφασίσει για τους λοιπούς διατυπούμενους δι’ αυτών λόγους αναιρέσεως.
Την υπόθεση επανέφερε το καλούν Ελληνικό Δημόσιο με την από 5.8.2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε τις από 25.11.2008 εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεων και των προσθέτων λόγων της πρώτης. Ο 4ος καθού η κλήση και οι πληρεξούσιοι των λοιπών καθών η κλήση ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αριθ. 454/2011 απόφαση η του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος αλλά και ενότητας της νομολογίας ως προς το εάν οι διατάξεις του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3-22/1.2.1830, τα ερμηνευτικά του εν λόγω Πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8)1830, οι διατάξεις της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των άρθρων 16, 18, 21 του ν.δ.
της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", εφαρμόζονται ή όχι στις νήσους των Κυκλάδων, και αφορούν, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, επίδικες εκτάσεις που βρίσκονται στα γκρεμνά της Καλντέρας της νήσου ..., γι’ αυτό και παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρ. 563 παρ. 2 εδ (β) Κ.Πολ.Δ.
οι σχετικοί με το ζήτημα αυτό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγοι της από 5.6.2007 αίτησης (υπό στοιχ. Α’ ) αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κλπ. και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της από 27.7.2007 συνεκδικαζόμενης αίτησης (υπό στοιχ.
Β’ ) αναίρεσης του Μ. Σ., για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 51/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία, αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι από 26.4.2005 έφεση του ενάγοντος- εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου - καλούντος Ελληνικού Δημοσίου και από 28.4.2005 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσειόντων - καθών η κλήση Ι.
Α. και της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", απερρίφθη στην ουσία της η από 28.4.2005 έφεση, έγινε δεκτή στην ουσία της η από 26.4.2005 έφεση και εξαφανίστηκε εν μέρει η υπ’ αριθ. 62/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή εν μέρει, αναγνώρισε ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κύριο της επίδικης έκτασης εμβαδού 85,280,75 τ.μ., καθώς και του αιγιαλού εμβαδού 2.015 τ.μ.
και διέταξε την απόδοσή της από τους εναγομένους στο Ελληνικό Δημόσιο. Με την από την από 28.3.2012 κλήση του αναιρεσίβλητου εισήχθησαν προς συζήτηση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου οι παραπεμφθέντες σ’ αυτή πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγοι της από 5.6.2007 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε." κλπ. και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της από 27.7.2007 συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης του Μ. Σ., για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Σχετικά εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1/2013 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι : "κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σαντορίνη, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος." Κατέληξε ότι ορθά εφαρμόστηκαν οι σημειούμενες διατάξεις και απέρριψε τους παραπεμφθέντες στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αντίθετους, από τον αριθμό 1 εδ.1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους (α’ μέρος του πρώτου λόγου της Α’ αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων και δεύτερος λόγος της Β’ αιτήσεως αναιρέσεως).
Στη συνέχεια απέρριψε ως απαράδεκτο τον, από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β Κ.Πολ.Δ., δεύτερο λόγο του πρόσθετου δικογράφου, με τον οποίο διατυπώθηκε η αναιρετική αιτίαση "ότι με την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί του "πασίδηλου" και "παγκοίνως γνωστού" γεγονότος ότι πριν από την απελευθέρωση οι νήσοι των Κυκλάδων αποτελούντο μόνο από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, οι οποίες εξουσιάζοντο κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους Χριστιανούς κυρίους αυτών και επί των οποίων δεν υφίστατο καμία απολύτως εξουσία του Σουλτάνου και κανένα δικαίωμα του Οθωμανικού Δημοσίου και επομένως, μετά την απελευθέρωση, το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε δικαίωμα επ’ αυτών, είτε ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, είτε δυνάμει "δικαιώματος πολέμου", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αυτών κανόνων ουσιαστικού δικαίου", κρίνοντας ότι "προφανές είναι ότι οι ταυτόσημες έννοιες του "παγκοίνως γνωστού" και "πασίδηλου" συνδέονται με την απόδειξη πραγματικού περιστατικού, περιεχόμενο με το οποίο αναφέρονται και στην διάταξη του άρθρου 336 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
και κατά συνέπεια, συνδεόμενη η αποδιδόμενη πλημμέλεια με την προκύπτουσα από την εκτίμηση των αποδείξεων ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν εμπίπτει στο πραγματικό του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου".
Και τέλος όμοια αρνητικά αξιολόγησε, προεχόντως ως αλυσιτελή και άρα απαράδεκτη, και απέρριψε τη διατυπούμενη με τους απομένοντες προς έρευνα δεύτερο λόγο της με στοιχ. Α’ αιτήσεως και τρίτο λόγο της με στοιχ. Β’ αιτήσεως αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837, στο οποίο θεμελιώνεται από νομική άποψη η με στοιχ.
(ΙΙΙ) βάση των αγωγών (κτήση κυριότητας ως αδεσπότου), "εφόσον, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αγωγές έγιναν δεκτές κατά την χαρακτηριζόμενη από εκείνη κύρια με στοιχ. (Ι) ιστορική αυτών βάση, χωρίς παράλληλα να διαλαμβάνεται παραδοχή της ότι η επίδικη εδαφική έκταση περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτο ακίνητο και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837.
Η αναφορά στην έννοια του αδεσπότου στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται στο μουσουλμανικό καθεστώς αναφορικά με τις διακρίσεις των γαιών (με στοιχ. ε’ κατηγορία), που ανήκαν στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου, περιελθούσα εντεύθεν στη συνέχεια στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου.
Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι κατά την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή κατά τη χαρακτηριζόμενη με στοιχ. (α) κύρια βάση της, σε κάθε δε περίπτωση η επ’ αυτής αιτιολογία της, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της." Κατόπιν των ανωτέρω ανέπεμψε κατά τα λοιπά την υπόθεση στο Γ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν οι υπόλοιποι λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, για τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Δυνάμει της από 5.8.2014 κλήσης του αναιρεσίβλητου η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Γ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου και πρέπει συνεπώς η από 5.6.2007 αίτηση αναίρεσης (υπό στοιχ. Α’ ) και το από 30.10.2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων επ’ αυτής, καθώς και η από 27.7.2007 αίτηση αναίρεσης (υπό στοιχ. Β’ ), οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθούν πλέον ως προς τους υπόλοιπους ως άνω λόγους τους (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αρχική επίδικη έκταση έχει συνολικό εμβαδό 91.495,75 τ.μ., εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξαν ο τοπογράφος μηχανικός Χ. Ζ. και ο εργοδηγός Δ. Σ., νόμιμα θεωρημένο από το διευθυντή της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Σύρου Δ.
Λ., προσδιοριζόμενη με τα στοιχεία ... και βρίσκεται στη θέση "..." της τοποθεσίας "..." τής νήσου ... τών Κυκλάδων. Συνορεύει δε, α) βορείως σε πλευρά ... με δημόσιο κτήμα, σε πλευρά ... με ακτογραμμή και σε πλευρά ... με αιγιαλό, β) ανατολικά σε πλευρά ... με δημόσιο κτήμα, γ) νότια σε πλευρά ... με ιδιοκτησίες Ε. Α., Χ. Α., Ι.
Λ. Α. και με διερχόμενο κοινοτικό δρόμο και δ) δυτικά σε πλευρά π, ρ, σ, 1, 2, 3, 4, Δ με δημόσιο κτήμα, όπως τα όρια αυτά απεικονίζονται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα. Σύμφωνα δε με τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η επίδικη έκταση εμφανίζεται σε τρία τμήματα και συγκεκριμένα αα) σ’ αυτό τής επίπεδης επιφάνειας, που είναι στην κορυφή, ββ) στα γκρεμνά και γγ) στον αιγιαλό.
Ήδη, μετά την εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση και την αφαίρεση τού αιγιαλού, εμβαδού 2.015 τ.μ., ο οποίος εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και έγινε δεκτή η αγωγή γι’ αυτό, η επίδικη έκταση περιορίζεται πλέον στα δύο πρώτα τμήματα. Βρίσκεται δε αυτή στα διοικητικά όρια της Κοινότητας ... ...
σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου από το Φάρο του ... και βλέπει προς την πλευρά της "..." και σε υψόμετρο 60 έως 70 μέτρων και περιβάλλεται, εκτός από τη νότια πλευρά, από γυμνά και απόκρημνα πρανή με κλίσεις από 80 έως 120%, τα οποία καταλήγουν στη θάλασσα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι στις 28.8.1955 απεβίωσε στη νήσο Σαντορίνη ο Α.
Α., πατέρας των Ε. Α., Μ. Α. και Ε. Α. αφήνοντας την υπ’ αριθ. ...3.8.1955 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον τού τότε συμβολαιογράφου ... Γ. Α. και δημοσιεύθηκε νόμιμα (υπ’ αριθ. ....11.1955 πρακτικό τού Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου) και μάλιστα 25 ημέρες πριν τον επισυμβάντα θάνατό του. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, ο διαθέτης όρισε ως κληρονόμους του μόνο τα δύο από τα παιδιά του, ήτοι τον Ε.
και Μ., στα οποία άφησε ολόκληρη την υπάρχουσα, κατά το χρόνο της συντάξεως της διαθήκης του, κινητή και ακίνητη περιουσία του, ενώ στο γιο του Ε. Α. δεν κατέλιπε με αυτή κανένα περιουσιακό στοιχείο. Ακολούθως, οι παραπάνω από τη διαθήκη κληρονόμοι του αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά με τις υπ’ αριθ. .../26.12.1955, αντίστοιχες, πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου.
Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, κατά μήνα Μάρτιο τού 1988, δηλαδή μετά παρέλευση τριάντα ετών περίπου από τον επισυμβάντα θάνατο τού πατέρα τους, και τα τρία τέκνα, Ε. Α., Μ. Α. (όγδοος και ένατη των εναγομένων) μαζί με τον αδελφό τους Ε. Α. προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς τού αποθανόντος πατέρα τους με την υπ’ αριθ. .../2.3.1988 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου ...
Μ. - Ρ. Μ.. Όμως, η αποδοχή αυτή έγινε αυτή τη φορά κατά περίεργο τρόπο με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων για ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και για δύο διαφορετικά από αυτά της πιό πάνω διαθήκης ακίνητα, τα οποία φέρονται να βρίσκονται στο ... .... Συγχρόνως δε, δήλωσαν ψευδώς, ότι τα ανωτέρω ακίνητα είχαν περιέλθει στον αποβιώσαντα πατέρα τους με τα προσόντα της χρησικτησίας από το έτος 1921 διαλαμβάνοντας ως όριο και την παραλία.
Συγκεκριμένα, τα δύο αυτά ακίνητα περιγράφονται ως ακολούθως: α) αγρός, εκτάσεως δέκα (10) θηραϊκών ζευγαριών, που βρίσκεται στην περιοχή της Κοινότητας ... ... και περιβάλλεται με βοσκότοπο μέχρι τη θάλασσα, εκτάσεως τού βοσκοτόπου είκοσι (20) θηραϊκών ζευγαριών, δηλαδή συνολικά τριάντα (30) θηραϊκών ζευγαριών, που συνορεύει με παραλία• β) αγρός, εκτάσεως τριών (3) θηραϊκών ζευγαριών, που βρίσκεται στην περιοχή της Κοινότητας ... ...
και συνορεύει με ιδιοκτησίες. Η παρουσία για πρώτη φορά των ως άνω προσώπων στην περιοχή είχε ως αποτέλεσμα να προκαλέσει την εναντίωση τού πρώτου των εναγομένων Ι. Α. Α., ο οποίος έβλεπε να καταπατείται η επικαλούμενη από αυτόν στην ίδια περιοχή δήθεν ακίνητη περιουσία του. Ενόψει τούτου, άσκησε κατά των παραπάνω εναγομένων την από 19.6.1992 (αριθ.
καταθ. …1992) αγωγή διεκδικήσεως ακινήτου, με την οποία, ειδικότερα, εξέθεσε, ότι δολίως και παρανόμως οι εναγόμενοι είχαν δηλώσει με την υπ’ αριθ. .../1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ότι τα παραπάνω ακίνητα είχαν περιέλθει στον πατέρα τους με έκτακτη χρησικτησία. Προέβαλε δε με αυτή ίδιο δικαίωμα κυριότητας ισχυριζόμενος, ότι η θεία του, αδελφή τού πατέρα του, Φ.
Χ. Α., δώρησε σ’ αυτόν ατύπως το έτος 1965 μία χωματούχο γαία θηραϊκής γης, η οποία βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής της Κοινότητας ... ..., εκτάσεως έντεκα (11) στρεμμάτων, την οποία οι ως άνω εναγόμενοι επιχειρούν με τον περιγραφόμενο στο δικόγραφο τρόπο να την ιδιοποιηθούν παρανόμως. Ζήτησε δε, ακολούθως, να αναγνωρισθεί κύριος τού ακινήτου αυτού, όπως ακριβώς περιγράφεται στο υπ’ αριθ. .../13.10.1921 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... ...
Γ. Α. και τον περιγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό αγρό, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών τού Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...), ο οποίος συμπίπτει με το ακίνητο, που διαλαμβάνεται και περιγράφεται στην παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς (για τον ανωτέρω επικαλούμενο από αυτόν τίτλο θα γίνει εκτενής αναφορά και αξιολόγηση παρακάτω).
Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, τελικώς ο ενάγων Ι. Α., παρά την υπάρχουσα υποτίθεται σοβαρή αντιδικία του με τούς εναγομένους και την άσκηση της ως άνω αγωγής του, προέβη με αυτούς σε καθορισμό ορίων ακινήτων, των οποίων ισχυρίζονταν, ότι ήσαν κύριοι συντάσσοντας προς τούτο το υπ’ .../12.11.1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...
Κ. Ρ. - Μ., συζύγου τού Μ. Ρ., εκπροσώπου της πέμπτης των εναγομένων, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.". Όμως, με την επίμαχη συμβολαιογραφική πράξη τα συμβαλλόμενα μέρη δεν καθόρισαν τα όρια ανάμεσα σε υπάρχουσες και διακριτές μεταξύ τους ιδιοκτησίες, αλλά παρανόμως δημιούργησαν με αμοιβαία αναγνώριση τίτλων κυριότητας τέσσερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, εμβαδού 4.603 τ.μ., 4.033 τ.μ., 4.024 τ.μ.
και 10.252 τ.μ., αντίστοιχα, με βάση κυρίως το ίδιο ακίνητο, δηλαδή αυτό που διαλαμβάνεται και περιγράφεται στο παραπάνω υπ’ αριθ. .../13.10.1921 συμβόλαιο, στο οποίο και ευθέως παραπέμπει• ειδικότερα δε, τρεις ιδιοκτησίες των αδελφών Α. και μία του ενάγοντος Ι. Α.. Σημειώνεται, ότι στο συνημμένο στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη από Οκτωβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου μηχανικού Δ.
Γ. και ήδη εναγομένου εμφανίζονται οι παραπάνω κληρονόμοι να έχουν αγρό συνολικά 12.640 τ.μ. και μάλιστα διαχωρισμένο, χωρίς, όμως, να έχει μεσολαβήσει μέχρι τότε μεταξύ τους οποιαδήποτε πράξη διανομής της επαχθείσας κληρονομιαίας περιουσίας τους. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί, ότι με την περιγραφή, την οποία επιχείρησαν τα συμβαλλόμενα μέρη στο επίμαχο υπ’ .../12.11.1992 συμβόλαιο πέτυχαν να τριπλασιάσουν περίπου την αρχική έκταση διαλαμβάνοντας σ’ αυτό επί λέξει τα ακόλουθα: "Το ακίνητο αυτό καταμετρηθέν και αποτυπωθέν στο επισυναπτόμενο από Οκτωβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Δ.
Γ. Γ. (ήδη, τρίτου των εναγομένων) πάντοτε και σύμφωνα με τον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως και σύμφωνα με τούς αναφερόμενους σ’ αυτόν γείτονες έχει έκταση της καλλιεργήσιμης γης 24.038,53 τ.μ. με τις επί πλέον χωματούχες γαίες". Επίσης, στην περιγραφή των συνόρων προστίθεται και βόρειο όριο και συγκεκριμένα "συνορεύει βόρεια με αιγιαλό (παραλία), ενώ τέτοιο όριο δεν μνημονεύεται στο βασικό υπ’ αριθ. .../13.10.1921 συμβόλαιο".
Είναι φανερό, ότι με την εν λόγω υπ’ .../12.11.1992 συμβολαιογραφική πράξη προσπάθησαν οι ενεχόμενοι σ’ αυτό ως συμβαλλόμενοι εναγόμενοι να ισχυροποιήσουν αφ’ ενός μεν το πιο πάνω υπ’ αριθ. .../13.10.1921 συμβόλαιο, αφ’ ετέρου δε την υπ’ αριθ. .../1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς δημιουργώντας και εδραιώνοντας, έτσι, παρανόμως ανύπαρκτους τίτλους, με τούς οποίους αυτοί επεκτάθηκαν.
Εκτός από τη δημιουργία των τεσσάρων αυτοτελών ιδιοκτησιών, έκαναν και αναφορά στο ως άνω συμβόλαιο για υπάρχουσες "χωματούχες γαίες", τις οποίες, όμως, δεν προσδιόρισαν κατ’ έκταση, αλλ’ αναφέρθηκαν κατά τα λοιπά για την αποτύπωσή τους στα από Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 1992, αντίστοιχα, τοπογραφικά διαγράμματα τού τεχνολόγου μηχανικού Δ.
Γ. Γ.. Πλην των ανωτέρω παρανομιών τους θα πρέπει να προστεθεί και το ότι η δημιουργία των τριών οικοπέδων είναι πολεοδομικά παράνομη, κατ’ αρθ. 2 § 3α’ π.δ/τος 19.3.1990, σύμφωνα με την οποία για την αρτιότητα απαιτούνται πλέον δέκα (10) στρέμματα, με αποτέλεσμα τα επίμαχα συμβολαιογραφικά έγγραφα να καθίστανται και εκ τού λόγου τούτου άκυρα (βλ.
την από 15.12.1997 τεχνική έκθεση τού Ε. Σ. αριθ. 4/6). Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι οι αδελφοί Α. τις δημιουργηθείσες πιο πάνω αυτοτελείς ιδιοκτησίες τις μεταβίβασαν στη συνέχεια και συγκεκριμένα τις μεν δύο αυθημερόν, ενώ την τρίτη μετά παρέλευση δύο ημερών από τη σύνταξη τού υπ’ .../2995 συμβολαίου. Συγκεκριμένα, α) ο Ε.
Α. με το υπ’ αριθ. ....12.1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Κ. Ρ. μεταβίβασε το δεύτερο οικόπεδο, υποτιθέμενης ιδιοκτησίας του, εμβαδού 4.033 τ.μ. στους συντάκτες των τοπογραφικών διαγραμμάτων Ά. (Α.) Α. και Δ. Γ. Γ.• β) ο Ε. Α. (έχει ήδη αποβιώσει) με το υπ’ αριθ. .../14.12.1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...
Μ. Ρ. Μ. μεταβίβασε το πρώτο οικόπεδο υποτιθέμενης ιδιοκτησίας του, εμβαδού 4.602 τ.μ., στο Μ. Σ. Ρ., ως εκπρόσωπο της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...Α.Ε."• τέλος, γ) η Μ. Μ. με το υπ’ .../16.12.1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της πιο πάνω συμβολαιογράφου ... Κ. Ρ. μεταβίβασε το τρίτο οικόπεδο υποτιθέμενης ιδιοκτησίας της στους αα) Δ.
Γ. Γ., τεχνολόγο μηχανικό, τρίτο των κατηγορουμένων, και ββ) Γ. Π. Π., υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. ..., δεύτερη των εναγομένων. Ακολούθως, οι προαναφερόμενοι πωλητές και αγοραστές μετά παρέλευση τριμήνου περίπου επανήλθαν και προέβησαν σε καθορισμό ορίων των παραπάνω ιδιοκτησιών συντάσσοντας προς τούτο την υπ’ αριθ. .../11.3.1993 σχετική πράξη ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Μ. Ρ. Μ.. Στην ουσία αυτοί προέβησαν παρανόμως στη δημιουργία δύο νέων ιδιοκτησιών, εκτάσεως 4.985 τ.μ. και 5•56ο τ.μ., αντίστοιχα, στις χωματούχες γαίες των οικοπέδων, οι οποίες φέρονταν, ότι ανήκαν δήθεν στους Ε. Α. και Μ. Α., σύμφωνα με το επικαλούμενο από αυτούς σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα τού πολιτικού μηχανικού Α. (Α.) Α..
Οι, βάσει της παραπάνω επίμαχης και παράνομης συμβολαιογραφικής πράξης, δημιουργηθείσες ιδιοκτησίες μεταβιβάσθηκαν ως ακολούθως: ι) με το υπ’ .../1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ξ. Κ. - Χ. η Μ. Α. μετεβίβασε το ανωτέρω νέο οικόπεδο, όπως αυτό εικονίζεται στο από Οκτωβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα τού τεχνολόγου μηχανικού Α. (Α.) Α.
στην Κ. συζ. Β. Σ. Κ.• 2) με το υπ’ αριθ. ...12.5.1993 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου ο Ε. Α. μεταβίβασε το ανωτέρω νέο οικόπεδο, όπως και αυτό εικονίζεται στο από Οκτωβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα τού τεχνολόγου μηχανικού Α. (Α.) Α. στην ανωτέρω πέμπτη των εναγομένων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", εκπροσωπούμενη από το Μ.
Σ. Ρ.. Σημειώνεται, ότι κατά τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων τους πωλητές αδελφούς Α. εκπροσώπησε ο τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός Ά. (Α.) Α., δυνάμει τού υπ’ αριθ. .../4.12.1992 ειδικού προς τούτο πληρεξουσίου εγγράφου της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου .... Σύμφωνα δε με την από 30.12.1997 τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων τού πολιτικού μηχανικού Ι.
Σ., την οποία συνέταξε κατόπιν εντολής τής Διευθύνσεως Υπουργείου Οικονομικών και μετά από αυτοψία, που διενήργησε στην επίδικη περιοχή μαζί με το Σ. Σ., προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, προκύπτει, ότι οι προαναφερόμενες δύο τελευταίες ιδιοκτησίες που δημιουργήθηκαν και μεταβιβάσθηκαν, αφορούν τα γκρεμνά, πρόκειται για περιοχή, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εκτείνεται στο δεύτερο τμήμα της επίδικης έκτασης, που επονομάζεται και "..." και απεικονίζεται σε όλες τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τα διάδικα μέρη φωτογραφίες [βλ.
τη σταδιακή σχηματική αναπαράσταση της γεωλογικής διαμόρφωσης των γκρεμνών στη νήσο Θήρα μετά τη μεγάλη σεισμική ηφαιστειακή έκρηξη, στο έργο της D. K., Τα Ελληνικά νησιά, εκδ. "...", 1998, σελ. 235 ~ επίσης, το περιοδικό "..." της 31.3.1866 από πηγή της συλλογής ...]. Η δημιουργία τους ανάγεται στη μεγάλη ηφαιστειακή έκρηξη, κατά την οποία διάφορα προϊόντα της εναποτέθηκαν σε οριζόντιες στρώσεις.
Το ύψος τους στη συγκεκριμένη περίπτωση αρχίζει από 50 μ. περίπου και φθάνει στα 75 μ. περίπου με μεγάλες και απότομες κλίσεις. Η κοινή ονομασία της Σαντορίνης, στο σύμπλεγμα της οποίας περιλαμβάνονται οι νήσοι ..., Θηρασίας, Ασπρονησίου και Καμμένων εισήχθη για πρώτη φορά από τον καθηγητή S.. Η γένεση της "..." ανάγεται κατά μεν τον F.
περί το 2000 π.Χ., κατά δε τον R. μεταξύ 1800 και 1500 π.Χ. περίπου, ενώ μεταγενέστερη ενασχόληση έγινε από τους Η. R. και N. P.. Θεωρείται δε η "..." παγκόσμιο μνημείο μοναδικού φυσικού κάλλους και ωραιότητας, αφού, πέραν των λοιπών, έχει γίνει δεκτό, ότι σπανίως αποκαλύπτεται τόσο καθαρά το εσωτερικό και η κατασκευή τού ηφαιστείου.
Παρουσιάζει δε, εκτός από τούς περίεργους σχηματισμούς, και διάφορες φάσεις των εκρήξεων, οι οποίες έλαβαν χώρα, δηλαδή διάφορα μάγματα με τη διαφορετική μορφή καθενός από αυτά, όπως, άλλωστε, φαίνεται και στις απεικονίσεις των εγχρώμων φωτογραφιών, που προσκομίζονται από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο [βλ.
ειδικότερα Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια "Δ.", τομ. 21ος, εκδ. 2η χ.χ., σελ. 537]• Έτσι, με την από 26.9.1972 απόφαση τού Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (βλ. ΦΕΚ 820/7.10.1972 τ.χ. β’ ) και αφού έλαβε υπόψη το αρθ. 1 ν.1469/1950 και την υπ’ αριθ. 34/12.9.1972 σχετική πράξη τού αρμοδίου Αρχαιολογικού Συμβουλίου, κηρύχθηκε η νήσος Θήρα και η "...", ως κόλπος του ηφαιστείου, μετά των νήσων Μικρά και Μεγάλη Καϋμένη, Θηρασία και Ασπρονήσι ως τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, το οποίο τελεί υπό την κρατική προστασία [βλ.
Μ. Π., Οία, Σαντορίνη, εκδ. "...", 1997 σελ. 88, όπου γίνεται ρητή αναφορά, ότι τα γκρεμνά ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο]. Το γεγονός δε τούτο ενισχύει την άποψη, ότι στα γκρεμνά δεν υπήρξαν ποτέ ιδιοκτησίες, αλλ’ ούτε και είχε επιτρέψει κάτι τέτοιο το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο αποδεικνύεται, ότι είχαν περιέλθει δικαιώματι πολέμου από το Τουρκικό Δημόσιο, δυνάμει των ανωτέρω διεθνών συνθηκών και μετά ταύτα κανένας ιδιώτης δεν άσκησε σ’ αυτά οποιαδήποτε διακατοχική πράξη.
Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι οι υπάρχουσες κλίσεις των γκρεμνών, η σύσταση τού εδάφους, οι πνέοντες στην περιοχή δυνατοί άνεμοι, οι οποίοι, σημειωτέον, πλήττουν χωρίς κανένα απολύτως εμπόδιο με όλη τους την ένταση τις απότομες επιφάνειες των γκρεμνών της νήσου ..., σε συνδυασμό, άλλωστε, με την οφειλόμενη στην επίδραση των φυσικών παραγόντων (βροχή, άνεμος, διαφορά θερμοκρασίας κ.ά.), διάβρωση και διολίσθηση των εδαφών αυτών καθιστούν αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευση σ’ αυτά.
Εξαιρούνται μόνο τα σημεία εκείνα, τα οποία επιτρέπουν κάτι τέτοιο και εντοπίζονται στο πόδι τού πρανούς, όπου ανέκαθεν η πρόσβαση είναι ευχερής δια τού εκτεινόμενού ομαλού αιγιαλού, που οδηγεί στο διερχόμενο δημόσιο δρόμο, αλλά και δια της θάλασσας, όπου η κλίση είναι ήπια και όπου καταλήγει και εναποτίθεται το χώμα από τη διάβρωση και απογύμνωση των γκρεμνών.
Η κατάσταση αυτή των γκρεμνών απεικονίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες (και έγχρωμες, όπου είναι δυνατή η πλήρης και λεπτομερής χρωματική αποτύπωσή τους και αεροφωτογραφίες, καθώς και με δορυφορική λήψη). Περιγράφεται δε σαφώς α) στην από Δεκεμβρίου 1999 έκθεση τού γεωλόγου Η. Ν. - Ζ., μάρτυρα τού ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, β) στην από Δεκεμβρίου 1999 έκθεση φωτοερμηνείας, συμπεριλαμβανομένης και της συμπληρωματικής, που συνέταξε ο Α.
Γ., καθηγητής τού Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, γ) στις από 15.12.1997 και 25.11.1997 εκθέσεις τού αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Σ. και δ) στην επιστημονική έρευνα με τίτλο "χαρτογράφηση - εκτίμηση κατολισθητικής επικινδυνότητας της ... του ηφαιστείου Σαντορίνης", που συνέταξε επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αξίζει να επισημανθεί στο σημείο αυτό η προσθήκη της ένορκης κατάθεσης τού ανωτέρω γεωλόγου Η. Ν. - Ζ. τόσο ενώπιον τού πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και ενώπιον τού Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (βλ. πρακτικά της υπ’ αριθ. 28/2002 αποφάσεως τούτου), σύμφωνα με την οποία οι παραπάνω εκτιθέμενοι παράγοντες και οι βάσει αυτών διαμορφούμενες φυσικές δυνάμεις επενεργώντας διαχρονικά και στο παρελθόν καθιστούσαν πιο έντονη την κατάσταση στα γκρεμνά.
Εξάλλου, εκτενής αναφορά γίνεται από τα διάδικα μέρη για τις "ξερολιθιές". Αναφορικά με αυτές πρέπει να σημειωθεί, ότι αναγνωρίζεται από όλους τούς τεχνικούς συμβούλους των εναγομένων η μοναδική ξερολιθιά που υπάρχει στο πρανές κοντά στη θάλασσα, ενώ για τις υπόλοιπες δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους και διαφοροποιούνται κατ’ αριθμό και έτος λήψεως των αεροφωτογραφιών (βλ.
εκθέσεις των Δ. Π., Π. Π., Φ. Ρ., Ε. Μ.). Όμως, πλην της μιας ξερολιθιάς, οι υπόλοιπες είναι μεταγενέστερες με χρόνο κατασκευής τους μετά το έτος 1998. Σημαντικό και ενισχυτικό προς τούτο στοιχείο είναι οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο έγχρωμες φωτογραφίες και συγκεκριμένα στην υπ’ αριθ. "1" με - βέλος διακρίνεται ο μοναδικός αναβαθμός.
Αντίθετα, στην υπ’ αριθ. "2" φωτογραφία - με αποτυπούμενη αυτόματη ημεροχρονολογία λήψεως την 28.2.1998 - διακρίνεται μισοκαταστρεμμένος ο μοναδικός αναβαθμός και καμία ξερολιθιά• στην υπ’ αριθ. "4" φωτογραφία διακρίνονται ευκρινέστατα οι σύγχρονες ξερολιθιές με ημερομηνία λήψης 13.10.2005. Στις φωτογραφίες "7", "8", "9", "10", "11", "12" και "13" απεικονίζονται οι επικαλούμενες από τους εναγομένους ξερολιθιές, των οποίων η σύγχρονη κατασκευή είναι εμφανέστατη, αφού με την πάροδο των ετών ανάμεσα στους αρμούς που αφήνουν οι πέτρες δεν υπάρχει κανένα ξένο στοιχείο που θα ήταν φυσικό επακόλουθο, λόγω της παρέλευσης των ετών και των δυνατών ανέμων και της εξαιτίας αυτών μετακίνησης και αιώρησης σκόνης και κίσσηρης.
Αρκούντως πειστική είναι προς τούτο και η κατάθεση τού μάρτυρα απόδειξης τού Ελληνικού Δημοσίου, ενώ οι μάρτυρες των εναγομένων δεν λαμβάνουν καμία θέση και δεν δικαιολογούν το γεγονός. Έτσι, η διαφορά από τη μοναδική ξερολιθιά που απεικονίζεται στην υπ’ αριθ. "14" φωτογραφία με έντονα τα στοιχεία της παλαιότητάς της είναι εμφανέστατη από τις υπόλοιπες.
Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι κανένας από τούς παραπάνω τεχνικούς συμβούλους δεν επισκέφθηκε την περιοχή και οι παρατηρήσεις τους βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στις διαλαμβανόμενες στις κατ’ ιδίαν εκθέσεις τους αεροφωτογραφίες που έχουν ληφθεί από τη Γεωγραφική Υπηρεσία τού Στρατού. Αξιοσημείωτη είναι προς τούτο η κατάθεση τού Μ.
Ε. Α. ενώπιον τού Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου, σύμφωνα με την οποία έχουν γίνει καινούργιες ξερολιθιές, για να επιτευχθεί η αγροτική καλλιέργεια από τούς νέους ιδιοκτήτες, τούς οποίους δεν γνωρίζει, αν είναι αγρότες. Επίσης, είδε λάστιχα για αυτόματο πότισμα, κάτι που δεν έχουν συναντήσει οι ντόπιοι σε άλλα χωράφια, δηλαδή πρόσφατες ανθρώπινες επενέργειες, που έλαβαν χώρα, προκειμένου να δικαιολογήσουν διακατοχικές πράξεις νομής στην επίδικη έκταση.
Ένα άλλο θέμα, το οποίο ανακύπτει, είναι αυτό της αναφοράς στα συμβολαιογραφικά έγγραφα στη "ζευγαριά" και που έχει μεγάλη σημασία στη γενομένη παράνομη επέκταση όλων των εναγομένων τόσο επί του επιπέδου τμήματος της επίδικης έκτασης, όσο και αυτού των γκρεμνών, γεγονός που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση την έκταση των τριών περίπου ζευγαριών του αρχικού συμβολαίου .../13.10.1921 που επικαλείται ο Ι.
Α. και διαλαμβάνεται σε όλα τα υπόλοιπα παράνομα συμβόλαια. Κατά την επίσημη δε επιστημονική άποψη που στηρίζεται σε αυθεντικές πηγές των Κυκλάδων [βλ. Π. Κ., Λεξικό τού ιδιώματος της Μυκόνου, εκδ. 1996, "πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης"], το μέγεθος της ζευγαριάς ως μονάδας μέτρησης της επιφάνειας των χωραφιών της εν λόγω περιοχής αποτελούσε συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως της ποιότητας του εδάφους κ.λ.π.
Χονδρικά ανέρχεται περίπου στα τρία στρέμματα καλλιεργημένης γης, όπως, άλλωστε αποδεικνύεται και γίνεται δεκτό και από τούς όλους τούς μάρτυρες [βλ., επίσης, Δ. Δ., Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, εκδ. 2η, 1970, σελ. 649 στη λέξη "ζευγάρι", όπου παρέχεται η έννοια εκτάσεως γης, η οποία μπορεί να καλλιεργηθεί με ένα ζεύγος βοών, κατά το χρόνο της αροτριώσεως.
Ο υπολογισμός δε σε 80 περίπου στρέμματα είναι παντελώς αστήρικτος και εκτός πραγματικότητας - εξάλλου, ο Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. 2η, 2002, σελ. 709, όπου στη λέξη "ζευγάρισμα" δίνει την έννοια της οργώσεως με αλέτρι που το σέρνουν δύο ζώα, βόδια ή άλογα, σε χωράφι, αλλά παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στον υπολογισμό της έκτασης, για την οποία δεν γίνεται κανένας λόγος, αλλ’ ούτε και αναφορά στα ιδιώματα των περιοχών των Κυκλάδων].
Οι παραπάνω δε διαπιστώσεις αξιολογούμενες αναδεικνύουν τρία σημαντικά ζητήματα: πρώτο, ότι τα γκρεμνά αποτελούν μοναδικότητα με επιδεικνυόμενο τεράστιο ενδιαφέρον της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας• δεύτερο, ότι με σεβασμό και στο περιβάλλον ουδέποτε ασκήθηκαν σ’ αυτά διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων, που να οδηγούν σε κτήση κυριότητας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κάτι τέτοιο θα ήταν, άλλωστε, και εντελώς εκ φύσεως αδύνατο, αφού, πλην των άλλων, είναι αδύνατη η διαμόρφωση σ’ αυτά ορίων είτε φυσικών είτε τεχνητών• τρίτο, ότι τα γκρεμνά ανήκουν αναμφισβήτητα στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού ουδέποτε δεσπόσθηκαν και δεν κατέστησαν υπό ανθρώπινη επικυριαρχία, νομή και κατοχή με σκοπό την απόκτηση κυριότητας σ’ αυτά, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε αναγνώρισε ιδιωτικά δικαιώματα και περιήλθαν σ’ αυτό δικαιώματι πολέμου από το Τουρκικό Δημόσιο με βάση τις παραπάνω διεθνείς συνθήκες.
Εξάλλου, ο δημόσιος χαρακτήρας των γκρεμνών ήταν γνωστός σε όλους τους κατοίκους από τα παλιά ακόμη χρόνια, όπως, άλλωστε, προκύπτει και από επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο έγγραφα. Συγκεκριμένα δε, α) από το υπ’ αριθ. .../24.4-1900 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Οίας Ιδομενέως Ν.
Σ., νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών, όπου στην αναφορά των συνόρων τού πωλουμένου ακινήτου (σελ. 1η) γίνεται μνεία και για τα δημόσια γκρεμνά, β) από το υπ’ αριθ. .../17.4.1956 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τού συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. Μ., όπου (σελ. 2ΐ) αναφέρεται ως όριο τού πωλουμένου ακινήτου τα δημόσια γκρεμνά, γ) το υπ’ αριθ. 13299/3.9.1975 συμβόλαιο τού συμβολαιογράφου ...
Ε. Μ. Μ., όπου (σελ. 2η) αναφέρεται ως όριο του πωλουμένου ακινήτου τα δημόσια γκρεμνά, και κοινοτική ρυμίδα (πέτρινη σκάλα). Επίσης, και από τα υπ’ αριθ. .../1975, ...1971, .../1899, ...1987 και ...1947 συμβολαιογραφικά έγγραφα, τα οποία διαλαμβάνει το Ελληνικό Δημόσιο στις έγγραφες προτάσεις του, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά για τη γειτνίαση των κατ’ ιδίαν περιγραφομένων ακινήτων με τα δημόσια γκρεμνά, και τα οποία (συμβόλαια) δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τούς εναγομένους.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο Ι. Α. δεν στράφηκε μόνο εναντίον των παραπάνω κληρονόμων τού Α. Α., αλλά και κατά τού Μ. Β. Σ. (έκτου των εναγομένων) ασκώντας κατ’ αυτού εμπράγματη αγωγή, με την οποία διεκδίκησε την επικαλούμενη από τον τελευταίο ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή και πέρα από τις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες που δημιουργήθηκαν παρανόμως.
Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι και η αγωγή αυτή στηρίχθηκε στο ίδιο παραπάνω υπ’ αριθ. .../13.10.1921 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... ... Γ. Α.. Έτσι, ο τίτλος αυτός αναδεικνύεται ως η βάση της δημιουργίας πολλαπλών ιδιοκτησιών με αποτέλεσμα ν’ απαιτείται η περαιτέρω ειδικότερη έρευνα ως προς την πραγματική του υπόσταση.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το εν λόγω συμβόλαιο η Μ. Β. πωλεί στην Φλώρινα γένους Χ. Α., πλην των άλλων και αμπελώνα, που βρίσκεται στη θέση "..." περιοχής ... και Μεγαλοχωρίου τέως Δήμου ..., εκτάσεως δύο (2) ζευγαριών. Σύμφωνα με το εν λόγω συμβόλαιο "γείτονες αυτού πρώην Γ. Τ., Θ., Ε. Α., Ζ. Ζ., Ν. Σ., κοιναί οδοί νύν δε κληρονόμων Ν.
Σ., Ναού ..., κοινάς οδούς και οι αυτοί κληρονόμοι Ν. Σ. εκτεινομένου μέχρι τον αιγιαλού μετά εν αυτώ διαφόρων τμημάτων (πεζουλίων)". Στην ανωτέρω πωλήτρια περιήλθε το ως άνω ακίνητο από δωρεά της Μ. Β. Γ., δυνάμει τού υπ’ αριθ. ...28.4.1916 δωρητηρίου συμβολαίου τού τότε συμβολαιογράφου ... Σ. Ν. Λ.. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό η δωρήτρια Μ.
Β. Γ. δωρίζει "... έναν αμπελώνα με όλας τα περιοχάς του εκτάσεως και δικαιώματά του εκτεινόμενου μέχρι του αιγιαλού κείμενον εις την περιοχήν ... Δήμου ... καλούμενον ... εκτάσεως δυο (2) ζευγαριών έχοντα πλησιαστάς κτήματα Γ. Ν. Ζ., Θ., τού Ε. Α. τού Ζ. Ν. Ζ. Ν. Σ. και οδόν περιελθόντα εκ τού προ τεσσαρακονταετίας ...
Β. Δ. Γ. ... τυγχάνει μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος, δυνάμει τού υπ’ αριθ. ...1860 (συμβολαίου)". Σύμφωνα δε με το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. ...1860 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... ... Π. Γ., Ι. Γ. Α. πωλεί και μεταβιβάζει στο Β. Δ. Γ. ένα ακίνητο, το οποίο περιγράφεται ως ακολούθως: "... τον ιδιόκτητόν του αμπελώνα μεθ’ όλας του τα περιοχάς εκτάσεις και δικαιώματα εκτεινομένου και έως τον αιγιαλόν κείμενον εις την περιοχήν τού ...
Δήμου ... θέσιν - ... εκτάσεως οκτώ (8) ζευγαριών έχοντα πλησιαστάς τετραγωνικός κτήματα των Γ. Ν. Τ. Θ. του Μ. Α. τού Μ. Ξ., Ζ. Ν. Ζ. και του Ν. Ξ. Ζ. και το παραθαλάσσιον". Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν καθίσταται σαφές, ότι ο επικαλούμενος από τον εναγόμενο Ι. Α. βασικός τίτλος τού υπ’ αριθ. .../13.10.1921 συμβολαίου δεν βρίσκεται και δεν έχει καμία σχέση με την περιοχή, αλλά είναι στη θέση "..." ή "..." ... ..., δηλαδή περιοχή, η οποία απέχει περίπου 10 χιλιόμετρα μακρυά από εκεί και βρίσκεται στα νοτιοδυτικά τού Μεγαλοχωρίου (ο μάρτυράς του στην πρώτη πολιτική δίκη την τοποθετεί σε απόσταση δύο (2) χιλιομέτρων).
Επίσης, αξίζει να επισημανθεί, ότι ο Ι. Α. απευθυνόμενος στη "Διεύθυνση Δημόσιας περιουσίας τού Υπουργείου Οικονομικών" υπέβαλε το πρώτο του υπόμνημα, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ως προς αυτόν ακίνητο δεν καλλιεργείτο, αλλά προοριζόταν για εξόρυξη. Η άποψή του, όμως, αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το δεύτερο υπόμνημά του, το οποίο υπέβαλε στην ίδια υπηρεσία και σύμφωνα με την οποία υιοθετεί την έκθεση αυτοψίας της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Νάξου, στην οποία δηλώνεται, ότι η έκταση εκαλλιεργείτο (βλ.
υπ’ αριθ. πρωτ. ...11.3.1999 έγγραφο τού Υπουργείου Οικονομικών, με το οποίο έγινε δεκτή η υπ’ ...1998 γνωμοδότηση τού γνωμοδοτικού συμβουλίου δημοσίων κτημάτων και απέρριψε την αίτησή τούτου). Ακολούθως, επί της ανωτέρω δεύτερης αγωγής τού Ι. Α. εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2/2002 προδικαστική απόφαση τού Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία έταξε τα σχετικά θέματα αποδείξεως, καθώς και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Ο πραγματογνώμων Ι. Ε., αρχιτέκτων μηχανικός, προέβη σε μία εκτενέστατη και λεπτομερή έκθεση πραγματογνωμοσύνης με πλήρη ανάλυση όλων των τίτλων, που παραδόθηκαν, καθώς και με επιτόπια εφαρμογή τους, το πόρισμα της οποίας καταλήγει στο ανωτέρω εκτιθέμενο αποτέλεσμα, ότι, δηλαδή, το υπ’ αριθ. .../13.10.1921 συμβόλαιο δεν αφορά ακίνητο, το οποίο να βρίσκεται στην επίδικη έκταση, αλλά κάποιο άλλο που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." Ακροατηρίου ....
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν, πλην του ανωτέρω πραγματογνώμονα, και 1) ο Ε. Σ., αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 15.12.1997 έκθεσή του (εργασία, που διενήργησε κατ’ εντολή του Ι. Τ., την οποία επισύναψε ο τελευταίος στην από 3•11•1997 μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλε προς την Εισαγγελία τού Αρείου Πάγου) και η οποία αφορά α) στην εφαρμογή τίτλων, β) στη διενέργεια διαχρονικής φωτοερμηνευτικής πραγματογνωμοσύνης και γ) στον προσδιορισμό της μεταβολής του περιβάλλοντος χώρου και της μορφολογίας τού εδάφους και 2) ο πολιτικός μηχανικός Ι.
Σ. στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 8.12.1997 έκθεσή του (εργασία, την οποία διενήργησε κατ’ εντολή της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών). Διεξοδικός μάλιστα είναι ο πρώτος από αυτούς και στην ενώπιον τού πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεσή του. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι η διανοιγείσα μετά ταύτα με τη δεύτερη αγωγή τού ενάγοντος Ι.
Α. υπόθεση δεν είχε ούτε και αυτή δικαστική συνέχεια και, συνεπώς, κατά περίεργο τρόπο στο στάδιο αυτό σταμάτησε και η αντιδικία τους. Έτσι, ο έκτος των εναγομένων, Μ. Β. Σ., εμφανίζεται τόσο στην προηγηθείσα δίκη, όσο και στην ένδικη υπόθεση να έχει βάσει των επικαλούμενων τίτλων του ένα ακίνητο, συνολικής έκτασης 40.553 τ.μ.
και συγκεκριμένα ένα τμήμα εμβαδού 4.200 τ.μ. καλλιεργήσιμης γης, όπως εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ. Μ. με τα στοιχεία ... και ένα όμοιο εμβαδού 36.353 τ.μ. ακαλλιέργητης, η οποία καταλαμβάνει τα γκρεμνά. Για την τελευταία ισχύουν τα όσα προαναφέρθηκαν και αφορούν στα γκρεμνά της νήσου ..., τα οποία αποτελούν έκταση, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτο.
Συνεπώς, απομένει η έρευνα για την υπόλοιπη έκταση των 4.200 τ.μ. Προς τούτο, ο εν λόγω εναγόμενος επικαλείται και προσκομίζει τα ακόλουθα συμβολαιογραφικά έγγραφα: υπ’ αριθ. .../1864, υπ’ αριθ. .../1935, υπ’ αριθ..../1936, υπ’ αριθ. .../1935, υπ’ αριθ. .../1925, υπ’ αριθ. ...1935, υπ’ αριθ. ..., υπ’ αριθ. .../1935. Από τις περιγραφές των παραπάνω συμβολαίων προκύπτει, ότι ο ως άνω εναγόμενος είναι κύριος αγρού εμβαδού 1 1/2 ζευγαριάς, που αντιστοιχεί, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στο σημερινό πρώτο επίδικο τμήμα που είναι καλλιεργημένο, εμβαδού 4.200 τ.μ.
Έτσι, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του κατέστησαν κύριοι τούτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και κατά τις διατάξεις τού βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, αφού υπήρχε κατ’ αρχήν τίτλος (αγοραπωλησία) ως παραγωγικό γεγονός της κατά νόμο ιδιοκτησίας [ν. 6 κωδ. 4, 39 (ν. 5 πανδ. 41, 10, ν. 11 πανδ. 44.4, πανδ. 6.2, ν. 44 ττανδ. 7.34)] και επιπλέον δεκαετής αδιάλειπτος με καλή πίστη νομή [Εισηγ. 4 (4.6) ν.17 κωδ (7.31), ν.12 κωδ. (7.33), ν.7 κωδ. (7.35), ν.12 παν. (7.33), ν.76 § 1 πανδ. (18.1), Βασιλ. 12 (50. 11)] [βλ.
ΑΠ 88/1940 Θεμ ΝΔ’ , 350 - ΑΠ 206/1939 Θεμ Ν’ , 635]. Ως "καλή πίστη" δε, νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 § 3, 48 πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 5 § 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50. 16) η ειλικρινής πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής τού πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ’ αυτού [βλ. Α. Τούσης, Εμπράγματον Δίκαιον, εκδ. 1948, § 103, σελ. 236 επ.
και κυρίως 238, σημ. 6 - Ν. ΠαπΑ., Η καλή πίστις εις το Αστικόν Δίκαιον, σελ. 211 επ. - ΑΠ 57/1939 ΕΕΝ ΣΤ’ , 259 ~ ΕφΘεσ 63/1927 ΛΗ’ , 552].
Συνεπώς, το ακίνητο αυτό ουδέποτε υπήρξε περιουσιακό στοιχείο τού Ελληνικού Δημοσίου. Όμως, ο εν λόγω ενάγων προεκτάθηκε και στα γκρεμνά, εμβαδού 36.353 τ.μ., που αποτελούν, όπως προεκτέθηκε, δημόσια περιουσία και τα οποία συμπεριέλαβε στην αρχική του περιουσία επικαλούμενος τον ίδιο τίτλο. Ο ίδιος αντιλαμβανόμενος τούτο και θέλοντας να δικαιολογήσει την προκύπτουσα μεγάλη διαφορά και τα όρια που φθάνουν μέχρι τον αιγιαλό, εκθέτει στις προτάσεις του (σελ. 8), ότι επί Τουρκοκρατίας δεν δήλωναν ολόκληρη την έκταση για φορολογικούς λόγους και η αρχική συμβολαιογραφική έκταση είναι μικρή σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση, αφού σημασία έχουν τα όρια, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος δεν αποδεικνύεται και είναι παντελώς αβάσιμος.
Οι δραστηριότητες του στα γκρεμνά, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αρχίζουν από το έτος 1988 και 1992 με εμφανείς πράξεις, με τις οποίες ήθελε να καταδείξει την παρουσία του σε ακίνητο, το οποίο ουδέποτε υπήρξε στη νομή του. Στο σημείο αυτό η Ζ. Μ., δομικός στην από 25.1.2000 έκθεσή της παρατηρεί για το εν λόγω ακίνητο, ότι είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί ο αρχικός τίτλος, επειδή αναφέρει δρόμο και παραλία, χωρίς, όπως φαίνεται αυτή να αμφισβητεί την ταυτότητα τού ακινήτου του εναγομένου Μ.
Β. Σ.. Την ύπαρξη του εν λόγω ακινήτου πιστοποιεί και ο ανωτέρω πραγματογνώμων Ι. Ε., αρχιτέκτων μηχανικός. Έχει την έννοια, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι βλέπει προς την παραλία, διαφορετικά θα συνυπολόγιζε και τα γκρεμνά και επιπλέον η έκτασή του δεν θα ήταν η αναφερομένη πιο πάνω, που οπωσδήποτε δεν δικαιολογεί σύνολο περίπου σαράντα στρεμμάτων.
Περαιτέρω και αναφορικά με το επίπεδο τμήμα της επίδικης έκτασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Από τη μελέτη των αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1945,1969,1978 και 1992 προκύπτει, ότι 1) η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν μία άγρια και χέρσα έκταση, χωρίς πεζούλες και χωρίς την τυπική περίφραξη από ξερολιθιά, που αποτελεί πρόσφατη παράνομη ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως αναλυτικά αναπτύχθηκε αποτελώντας χορτολειβαδική έκταση, 2) η ανθρώπινη δραστηριότητα αρχίζει να εμφανίζεται από το έτος 1992 με τη σταδιακή έναρξη και ολοκλήρωσης δικτύου δρόμων, το οποίο συνδυάζεται με την παράνομη κατάτμηση και την κατασκευή παράνομων κτισμάτων, 3) σε αντίθεση με την ευρύτερη περιοχή, η οποία αποτελείται από κτήματα με υπάρχοντα όρια, τα οποία καθορίζονται με περίφραξη ξερολιθιάς, το επίπεδο τμήμα δεν φέρει ίχνη καμιάς περίφραξης με βάση τόσο την υπάρχουσα κατάσταση, όσο και αυτή, όπως ακριβώς αποτυπώνεται στις αεροφωτογραφίες.
Η επίπεδη έκταση δεν φέρει ίχνη καλλιέργειας, αλλ’ ούτε και είναι επιδεκτικό καλλιέργειας, όπως πιστοποιείται από τη διαχρονική εξέτασή του και ήταν ανέκαθεν άγριος και χέρσος τόπος. Ήδη, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας της Δ.Ο.Υ. ... και περιέχεται στο υπ’ αριθ. πρωτ. ...5.6.1999 στην επίδικη περιοχή έχουν ανεγερθεί παράνομα κτίσματα που βρίσκονται στο στάδιο της τοιχοποιίας, μέχρι που σταμάτησαν οι εργασίες, γεγονός, άλλωστε, που προκύπτει και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο φωτογραφίες.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, πλην του Μ. Σ., προκειμένου να παρουσιάσουν διακατοχικές πράξεις των δήθεν απώτερων δικαιοπαρόχων τους αναφέρονται σε εξορύξεις που γίνονταν στην επίδικη έκταση. Αποδεικνύεται, λοιπόν, επ’ αυτού, ότι η θηραϊκή γη έχει πράγματι πλούσιο ορυκτό πλούτο, ώστε να πραγματοποιούνται εξορύξεις θηραϊκής γης και κίσσηρης (ελαφρόπετρα).
Για τις εξορύξεις μάλιστα αυτές γίνεται λεπτομερής αναφορά από τούς εναγομένους με παράθεση σε διάφορα δημοσιεύματα παλαιών εποχών (βλ. Μ. Ζ., Ημερολόγιον ..., εκδ. 1933" όπου παράθεση κεφαλαίου για την απλή στατιστική ανάλυση έτους 1931 ~ επίσης, το υπ’ αριθ. ....12.... φύλλο της τοπικής εφημερίδας "…"). Ήδη, σύμφωνα με το αρθ. 2 ν.669/1977, η "θηραϊκή γη" αποτελεί λατομικό βιομηχανικό ορυκτό, το οποίο ανήκει στον ιδιοκτήτη του εδάφους, όπου αυτή βρίσκεται και μπορεί να τύχει εκμετάλλευσης από τον κύριο ή από τρίτο πρόσωπο κατόπιν παραχώρησης τού σχετικού δικαιώματος από τον κύριο [βλ.
…, Μαθήματα μεταλλευτικού δικαίου, εκδ. 1987, σελ. 18 επ.]. Έτσι, την ύπαρξη εργασιών αναφέρουν ο καθηγητής Π. Π. στην πραγματογνωμοσύνη του, καθώς και ο τοπογράφος I. Σ.. Επίσης, ο πραγματογνώμων Ν. Σ., ο οποίος διορίσθηκε με το υπ’ αριθ. 21/2003 βούλευμα τού Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου και αναφέρεται σε υπολείμματα οπών ή πηγαδιών, όπως αυτά ανάγονταν κατά καιρούς στη Σαντορίνη για εξόρυξη θηραϊκής γης σημειώνοντας, ότι πρόκειται για εγκαταλελειμμένες ανθρώπινες δραστηριότητες, τα ίχνη των οποίων βρίσκονται μεταξύ τού πρώτου και δεύτερου φρυδίου της "...".
Όμως, εξορύξεις στα γκρεμνά ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν, λόγω της επικινδυνότητας, αλλά και της απότομης κλίσεώς τους. Όπως χαρακτηριστικά εκθέτει ο μάρτυρας αποδείξεως τού ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου Ε. Σ., μία τέτοια δραστηριότητα στην περιοχή αυτή είναι σαφές, ότι θα συνοδευόταν και από άλλες εγκαταστάσεις, οι οποίες θα έπρεπε να υπάρχουν, όπως λιμενικές εγκαταστάσεις ή εγκαταστάσεις φόρτωσης για την προσωρινή τοποθέτηση τού υλικού, δρόμοι κ.ά.
Εκθέτει δε και το λόγο, για τον οποίο ήταν άσκοπη η εξόρυξη με διάνοιξη των πηγαδιών. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι στο κάτω μέρος των γκρεμνών υπάρχουν υπόσκαφες σπηλιές, οι οποίες αποτελούν δημιουργήματα των κατοίκων, οι οποίοι τοποθετούσαν σ’ αυτές τις βάρκες τους και τα διάφορα εργαλεία τους, περιστασιακά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, ενώ υπάρχει και ένας δρομίσκος.
Επίσης, όπως εκτίθεται αναλυτικά στο από 20.3.1998 υπόμνημα του ιδίου δεν διακρίνονται στις αεροφωτογραφίες ίχνη εξόρυξης θηραϊκής γης, ούτε ανθρώπινη δραστηριότητα και στο επίπεδο τμήμα της επίδικης έκτασης. Η άποψη δε αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα τού Ελληνικού Δημοσίου, η οποία δεν αναιρείται από τις ασαφείς και αντιφατικές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων.
Οι εναγόμενοι προσπαθούν να ενισχύσουν τον ισχυρισμό τους βασιζόμενοι και στην από 25.3.1925 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε φωτοτυπία επιστολή, σύμφωvα με την οποία ο Χ. Α. ανακοινώνει σε κάποιο φίλο του με το όνομα Ν. Σ. την ύπαρξη δύο ορυχείων στην περιοχή ... ..., τα οποία διαθέτει προς ενοικίαση ή απαλλοτρίωση, κατά τούς χρησιμοποιούμενους σ’ αυτή όρους θέλοντας, έτσι, να καταδείξουν την ύπαρξη της ιδιοκτησίας τους, δηλαδή τον αρχικό τίτλο τού υπ’ αριθ. .../13.10.1921 συμβολαίου.
Η επιστολή αυτή δεν πείθει το δικαστήριο για τούς ακόλουθους λόγους: α) δεν προκύπτει, ότι πρόκειται για την επίδικη έκταση, β) δεν φέρει βέβαιη χρονολογία, γ) δεν προκύπτει, ποιος είναι ακριβώς ο λήπτης της επιστολής (διεύθυνση κ.λ.π.) και δ) τέλος η ύπαρξη τέτοιων ορυχείων δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο στοιχείο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι στην επίδικη έκταση γινόντουσαν κατά τα παλιά χρόνια εξορύξεις καθίσταται εντελώς αβάσιμος. Εξάλλου, η αναφορά των εναγομένων σε αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου, καθώς και τού Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου γίνεται μέσα στα πλαίσια της αναπτύξεως και της παράλληλης ποινικής εξέλιξης της υποθέσεως, χωρίς βέβαιους να προσδίδεται σ’ αυτές μείζων αποδεικτική δύναμη, ούτε ισχύ δεδικασμένου για την απόκτηση κυριότητας, το οποίο, άλλωστε, όπως είναι γνωστό, δεν ισχύει στα πλαίσια της πολιτικής δίκης [βλ. ΑΠ 1161/1980 ΝοΒ 29, 534 - ΑΠ 746/1977 ΑρχΝ 29, 98 - Δ. Κονδύλης, Το δεδικασμένον κατά τον Κ.Πολ.Δ., εκδ. 1982, σελ. 71]. Ωστόσο, δεν παραβλέπεται η ανακλαστική ενέργεια των ως άνω αποφάσεων, με την έννοια, ότι η ύπαρξή τους ανάγεται σε στοιχείο τού πραγματικού ορισμένων διατάξεων, οι οποίες επάγονται αστικές συνέπειες [βλ. Δ. Κονδύλης, όπ., § 7/
ΙΙΙ, σελ. 71 - Χρ. Πράτσικας, Το δεδικασμένον, κατά το αστικόν και δικονομικόν δίκαιον, εκδ. 1929, § 10 - Κ. Μπέης, παρατ. στην ΕφΑθ 2773/1967 ΝοΒ 16, 408], καθώς και η παράνομη και απαξιωτική συμπεριφορά των εμπλεκομένων σ’ αυτές προσώπων, όπως περιγράφεται στα κατηγορητήρια, και αναφέρεται στον τρόπο δημιουργίας τίτλων προς στήριξη της ελλείπουσας κυριότητάς τους.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι με εξαίρεση ένα τμήμα της τέταρτης των εναγομένων Κ. Δ., που χαρακτηρίζεται ως χορτολειβαδική, τα υπόλοιπα τμήματα δεν χαρακτηρίσθηκαν αρμοδίως με την ίδια μορφή. Όμως, περιέργως δόθηκε ο χαρακτηρισμός ως καλλιεργούμενες εκτάσεις, ενώ, αν ανέτρεχαν στο παρελθόν και λάμβαναν γνώση των αεροφωτογραφιών, δεν θα παρείχαν τέτοια βεβαίωση, αφού, όπως προαναφέρθηκε διεξοδικά, είναι φανερή η πρόσφατη καλλιεργητική δραστηριότητα.
Τέλος, οι τελευταίες εξελίξεις με τις διενεργούμενες παράνομες συντάξεις συμβολαιογραφικών εγγράφων και με τις οικολογικές καταστροφές των εξορύξεων η Κοινότητα της Οίας ενεργοποιήθηκε και απέστειλε στην Περιφερειακή Διοίκηση Κυκλάδων με κοινοποίηση στο Υπουργείο Οικονομικών το υπ’ αριθ. πρωτ. .../30.7.1998 έγγραφό της, στο οποίο περιγράφεται η δημιουργηθείσα απαράδεκτη κατάσταση, ενώ γίνεται αναφορά στις κατά το παρελθόν προσπάθειες των εκάστοτε Προέδρων των Κοινοτήτων της νήσου, οι οποίοι προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις με τις καταπατήσεις όχι μόνο δημοσίων κτημάτων, αλλά και κοινοτικών και αγροτικών δρόμων με την εμφάνιση ιδιοκτητών με ανύπαρκτους τίτλους (βλ.
υπ’ αριθ. πρωτ. ....2.1997 προηγούμενο έγγραφο ίδιας Κοινότητας, όπου γίνεται και σαφής αναφορά στην εμπλοκή ορισμένων σε συμβολαιογραφικά έγγραφα). Παρόμοια ενεργοποίηση έγινε και από τις Κοινότητες ... και ... (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. ...29.7.1998 και ....7.1998, αντίστοιχα). Αξίζει να σημειωθεί, ότι στα έγγραφα αυτά γίνεται ειδικότερη αναφορά για την "..." και τις επεμβάσεις της εταιρείας "Ανώνυμος Γενική Εταιρεία ...
Α.Ε." και "Ανώνυμος ... Α.Ε.". Στην κινητοποίηση έλαβαν μέρος οι Κοινότητες ..., ..., ..., Ημεροβιγλίου, Μεγαλοχωρίου, Μεσσαριάς, Βύθωνα, Βουρβούλου, Έξω Γωνιάς, Επισκοπής Γωνιάς, ..., Οίας, Πύργου .... Θα πρέπει να προστεθεί το αίτημα του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "..." προς το Ελληνικό Δημόσιο για την παραχώρηση από αυτό τμήματος των γκρεμνών για την εγκατάσταση τελεφερίκ, καθώς επίσης και το υπ’ αριθ. .../15•3•2001 παραχωρητήριο, με το οποίο η Κ.Ε.Δ.
παραχωρεί κατά χρήση στο Δήμο ... τις υπό την κυριότητα τού Ελληνικού Δημοσίου ηφαιστειογενείς νησίδες Παλαιά και Νέα Καμμένη. Η δε Κτηματική Υπηρεσία Νομού Κυκλάδων προέβη στην καταχώρηση στα βιβλία δημοσίων κτημάτων με αριθμό 451 τμήματος της νήσου ... συνολικού εμβαδού 5.380.000 τ.μ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη έκταση (μετά τού εκτεινόμενου αιγιαλού).
Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στην "..." Οίας, με αποτέλεσμα να έχει επιληφθεί η Κτηματική Υπηρεσία και η Δ.Ο.Υ. ... μετά από πολλές καταγγελίες. Ο ισχυρισμός δε, ότι η αγωγή του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου πρέπει ν’ απορριφθεί ως καταχρηστική, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, δεδομένου, ότι δεν αποδεικνύεται, ότι προσκρούει στα κριτήρια και τις προϋποθέσεις τού αρθ. 281 Α Κ, αφού αυτή ασκήθηκε για την προστασία της δημόσιας περιουσίας από παράνομες και αυθαίρετες δραστηριότητες και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, τα οποία επιβάλλει η ως άνω διάταξη.
Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά, αποδεικνύεται, ότι η επίδικη έκταση, πλην τού πρώτου τμήματος τού εναγομένου Μ. Β. Σ., είναι ακίνητο, το οποίο ουδέποτε χρησιδεσπόσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη, αλλά από το Ελληνικό Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του, την οποία επόπτευε εμποδίζοντας τούς τρίτους αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1915 και μετά ταύτα μέχρι την άσκηση της αγωγής και ούτε επ’ αυτής υπήρξε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, που να οδήγησε στην κτήση τού δικαιώματος κυριότητας σε βάρος τού Ελληνικού Δημοσίου μέχρι το έτος 1915 όπως προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας.
Περιήλθε δε πράγματι στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου από το Τουρκικό Δημόσιο, κατά τα προαναφερόμενα. Το αίτημα δε για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πρέπει ν’ απορριφθεί, αφού υπάρχουν όλα εκείνα τα στοιχεία (υπομνήματα, πραγματογνωμοσύνες, εκθέσεις και άλλα έγγραφα), βάσει των οποίων το δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί στο σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης.- Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή τού Ελληνικού Δημοσίου κατά την κύρια βάση της που αφορά στην επίδικη έκταση και να αναγνωρισθεί κύριο της επίδικης έκτασης, εμβαδού 85.280,75 τ.μ.
που αφορά στο επίπεδο τμήμα και τα γκρεμνά, όπως αυτή περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο και απεικονίζεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξαν ο τοπογράφος μηχανικός Χ. Ζ. και ο εργοδηγός Δ. Σ., νόμιμα θεωρημένο από το διευθυντή της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Σύρου Δ. Λ., προσδιοριζόμενη με τα στοιχεία ..., ..., α και βρίσκεται στη θέση "..." της τοποθεσίας "..." της νήσου ...
των Κυκλάδων. Συνορεύει δε, α) βορείως σε πλευρά ... με δημόσιο κτήμα, σε πλευρά ... με ακτογραμμή και σε πλευρά ... με αιγιαλό, β) ανατολικά σε πλευρά ... με δημόσιο κτήμα, γ) νότια σε πλευρά ... με ιδιοκτησίες Ε. Α., Χ. Α., Ι. Λ. Α. και με διερχόμενο κοινοτικό δρόμο και δ) δυτικά σε πλευρά ... με δημόσιο κτήμα, όπως τα όρια αυτά απεικονίζονται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και το τμήμα τού αιγιαλού, εμβαδού 2.015 τ.μ., ο οποίος εμφαίνεται με τα στοιχεία ... .
Διαταχθεί δε η απόδοση σ’ αυτό της ως άνω εκτάσεως, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του τμήματος, τού αιγιαλού για το ενιαίο της εκτελέσεως." Και επί των δύο αναιρέσεων:
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολΑΠ 42/2002, Ολ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, της από 5.6.2007 αναίρεσης, τον όγδοο και τον ένατο προσθέτους λόγους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους περί έλλειψης κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στην επίδικη έκταση: α) δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου που προέκυπτε από την αγωγή του (από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Ζ. και του εργοδηγού Δ. Σ., το οποίο επισυναπτόταν στην ένδικη αγωγή και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος αυτής) για την ύπαρξη είκοσι (20) παλαιών ξηρολιθιών, γεγονός που συναρτάται με την άσκηση διακατοχικών πράξεων από τους εναγομένους, β) την προσκομισθείσα και επικαλεσθείσα αεροφωτογραφία του έτους 1939, στην οποία αποτυπώνεται η επίδικη έκταση, γ) έκθεση αυτοψίας της Ανακρίτριας Νάξου, συνταχθείσας ενόψει σχετικής ποινικής δίκης, που έχει σχέση με το επίδικο και δ) τα διατυπούμενα στις 36/1999, 50/1999, 51/1999 και 52/1999 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θήρας περί του επιδίκου.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν ως αυτοτελή δικαστικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια" καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω αναφερόμενη αεροφωτογραφία, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να απαιτείται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτής. Επίσης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, αφού δέχτηκε σχετικά με τις ξερολιθιές ότι πλην μιας οι υπόλοιπες είναι μεταγενέστερες με χρόνο κατασκευής τους μετά το έτος 1998 και έτσι έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου ως προς την ύπαρξη ξερολιθιών, όχι όμως κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο αλλά κατασκευής μετά το 1998. Από την ίδια δε παραπάνω διαβεβαίωση καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, καθώς και τις ανωτέρω αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θήρας. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι (πέμπτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του της από 5.6.2007 αναίρεσης και όγδοος και ένατος πρόσθετοι λόγοι) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Εξ ετέρου και ο αναιρεσείων της από 27.7.2007 αναιρέσεως με τον πρώτο λόγο αυτής, κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 8 του 559 Κ.Πολ.Δ.) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη έγγραφα τα αναφερόμενα συμβόλαια, τα οποία ουδείς διάδικος επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε, ενώ δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα συμβόλαια που ο ίδιος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα συμβόλαια που προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώ επίσης έλαβε υπόψη και συμβόλαια που προσκόμισε το αναιρεσίβλητο, ήτοι ακριβώς τα συμβόλαια που ο αναιρεσείων αιτιάται ότι δεν προσκόμισε ο ίδιος.
Επί της από 5.6.2007 αίτησης αναιρέσεως και των επ’ αυτής προσθέτων λόγων:
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν ή προσκομίσθηκαν απαράδεκτα μετά τη συζήτηση. Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.(Ολ ΑΠ 2/2008) Με τον ίδιο ως άνω (πέμπτο) λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο μια αεροφωτογραφία του έτους 1969 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του ΥΠΕΧΩΔΕ, την οποία όμως κανείς διάδικος δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε. Από τα διαδικαστικά όμως έγγραφα της υπόθεσης και δη από τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι αυτό (αναιρεσίβλητο) είχε επικαλεστεί και προσκομίσει την παραπάνω αεροφωτογραφία ως αεροφωτογραφία του έτους 1960 μαζί με αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1978 και 1992. Επομένως, οι εξεταζόμενος λόγος (πέμπτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος της από 5.6.2007 αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της από 5.6.2007 αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο επιδίκασε στο αναιρεσίβλητο περισσότερα από όσα αυτό ζητούσε με την ένδικη αγωγή, διότι, ενώ δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε το αναιρεσίβλητο κύριο εκτάσεως 85.280,75 τ.μ. και κύριο του αιγιαλού εμβαδού 2.015 τ.μ., στη συνέχεια διέταξε την απόδοση όλης της επιδικασθείσας εκτάσεως και όχι την απόδοση των χωριστών τμημάτων από τον καθένα από αυτούς που είχε ζητηθεί με την αγωγή. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον ζήτησε με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί των λεπτομερώς αναγραφομένων στο ιστορικό αυτής εδαφικών τμημάτων και να διαταχθεί η απόδοση αυτών από τον αναγραφόμενο έναντι ενός εκάστου τμήματος εναγόμενο, που κατείχε το συγκεκριμένο τμήμα. Το δε Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε ένα έκαστο από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να αποδώσουν το κατεχόμενο από έκαστο τούτων και περιγραφόμενο στην αγωγή εδαφικό τμήμα. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα, κατά την ως άνω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις. Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο και τον έκτο λόγο κατά το πρώτο μέρος του των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι η επίδικη έκταση ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου, καθώς και ότι "όμως εξορύξεις στα γκρεμνά ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν λόγω της επικυνδυνότητας αλλά και κλίσεώς τους". Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, οι εξεταζόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο από το άρθρο 559 αριθμό 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ. ΑΠ 1/1999). Επίσης, ιδρύεται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενο του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικά προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξή πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος από αυτούς .../1921 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Γ. Α. προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το συμβόλαιο αυτό στο οποίο στηρίζουν την κυριότητά τους αφορούσε δύο ακίνητα και όχι ένα, όπως δέχτηκε το Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου ότι η έκταση που αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό δεν βρίσκεται και δεν έχει καμία σχέση με την περιοχή όπου το επίδικο ακίνητο, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω συμβολαίου, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως το δωρητήριο συμβόλαιο ...1916 του τότε συμβολαιογράφου ... Σ. Λ. και το ...1860 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... ... Π. Γ., χωρίς να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική αξία του εν λόγω εγγράφου για το θέμα της ακριβούς θέσης του επιδίκου ακινήτου.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την ... παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τον έβδομο κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., πρόσθετους λόγους αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι "εξορύξεις στα γκρεμνά ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν λόγω της επικινδυνότητας, αλλά και της απότομης κλίσεώς τους" και κατόπιν τούτου δέχτηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκει κατά κυριότητα στο αναιρεσίβλητο, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας που αν τα ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση και κατά τα οποία οι απότομες κλίσεις αποτελούν γεγονός ευνοϊκό και ενισχυτικό για την πραγματοποίηση των εξορύξεων, αφού η απότομη κλίση του εδάφους ευνοούσε το κατρακύλισμα του εξορυσσόμενου ορυκτού προς τα κάτω.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Oι αναιρεσείοντες με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι κατά το σύνολο τους οι Κυκλάδες επί Τουρκοκρατίας αποτελούντο από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας εξουσιαζόμενες κατά πλήρη κυριότητα από τους Χριστιανούς κατοίκους τους, οι οποίες εξακολούθησαν να ανήκουν σ’ αυτούς και μετά την απελευθέρωση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α’ Κ.Πολ.Δ., πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε ότι από την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες επιστολή με ημερομηνία 25.3.1925 "α) δεν προκύπτει ότι πρόκειται για την επίδικη έκταση, β) δεν φέρει βέβαιη χρονολογία, γ) δεν προκύπτει ποιος είναι ακριβώς ο παραλήπτης της επιστολής και δ) η ύπαρξη τέτοιων ορυχείων δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο στοιχείο", ενώ ουδόλως είχε προταθεί από το αναιρεσίβλητο ότι η επιστολή αυτή δεν έφερε βέβαιη χρονολογία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν πράγματα υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά αρνήσεις του αγωγικού ισχυρισμού περί κυριότητας του ενάγοντος. Με τον ίδιο έβδομο κατά το πρώτο μέρος του πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου της προσκομισθείσας από τους αναιρεσείοντες από 25.3.1925 επιστολής προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι υπήρχαν από παλαιά ορυχεία εξόρυξης στα γκρεμνά, αφού δέχτηκε ότι η επιστολή αυτή αναφέρει ότι και τα δύο ορυχεία βρίσκονται στην ίδια περιοχή ... ..., ενώ τα δύο ορυχεία βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο του πιο πάνω εγγράφου, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία όμως κατά τα προεκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ..
Με τον ίδιο έβδομο λόγο, κατά το τέταρτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προαναφερθείσα από 25.3.1925 επιστολή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι είναι αντιφατικός, σε σχέση με την αμέσως παραπάνω αιτίαση από το 11 γ, αφού οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ταυτόχρονα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου.
Τέλος κατά τη διάταξη του αρ. 19 του ίδιου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3-22/1.2.1830, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, τις διατάξεις της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του ν.δ. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", άρθρο 1 β.δ. της 3/15.12.1833 "περί ορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834 για χορτολειβαδικές εκτάσεις", του άρθρου 2 παρ. παρ. 2,3 α.ν.1539/1938 και τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που προαναφέρθηκαν. Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε. Επομένως, οι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. έκτος κατά το σχετικό μέρος του, δέκατος και ενδέκατος των προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Εν όψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και οι επί της πρώτης εξ αυτών από 30.10.2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕιΝΚ.Πολ.Δ. και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 5.6.2007 αίτηση αναίρεσης των Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", Γ. Π. του Π., Δ. Γ. του Γ., Ι. Α. του Α., και Κ. Δ. του Ε. και από 27.7.2007 αίτηση αναίρεσης του Μ. Σ. του Β., καθώς και τους επί της πρώτης εξ αυτών από 30.10.2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 51/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της από 5.6.2007 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της από 27.7.2007 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ