Legislator Case Law & Legislation
1079/2016 AI generated

1079/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1079/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1079/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι’ αυτόν ...". Περαιτέρω κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 49 παρ.1 Ν. 3160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση ...", κατά δε το εδ.

Keywords

AI generated
family member right to know one's descendants legatee action for recovery of inheritance neglect of maintenance obligations previous domicile
AI generated
2027/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1549/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1993 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/1995 μη οριστική, 35/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 891/2005 μη οριστική, 520/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 29-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-10-2007 αιτήσεως για αναίρεση των υπ' αριθ. 891/2005 και 520/2007 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
823/2021
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033,369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία, η δε συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
1929/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
393/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1079 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1079/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Μ. Α. του Ι. , κατοίκου ... (κρατουμένου του καταστήματος κράτησης Αγιάς Χανίων "Κρήτη Ι"), που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παντελή Φουρφουλάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 127/2014 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Α. του Ι., κάτοικο ... , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 441/2015.

Αφού άκουσε

τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατ’ άρθρον 171 Κ.Ποιν.Δ. Απόλυτη ακυρότητα: "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ’ όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: παρ. 1 "Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο ...

Εξ άλλου κατά το άρθρο 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 48 παρ.1 Ν. 3160/2003 "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη", κατά δε το τελευταίο αυτό άρθρο παρ. 2, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 24 παρ.1 Ν. 3160/2003 και ακολούθως με το άρθρο 13 Ν. 3346/2005 "Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ...

Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι’ αυτόν ...". Περαιτέρω κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 49 παρ.1 Ν. 3160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση ...", κατά δε το εδ.

δ’ της αυτής παραγράφου (1) του ιδίου άρθρου, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 49 παρ.2 Ν. 3160/2003 "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344 ... 349, 352 ...", κατά την του άρθρου δε 344 παρ.1 εδ. α’ "Η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας". Τέλος κατ’ άρθρο 501 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ., όπως η παρ.αυτή προσετέθη με το άρθρο 48 παρ.3 Ν. 3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στη παράγραφο 1 (αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου), δικάζεται σαν να ήταν παρών".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών ή ο συνήγορός του εμφανισθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια μετά την έναρξη της διαδικασίας στο εφετείο απεχώρησε, λογίζεται ως να ήτο παρών και κατά το υπόλοιπο μέρος της δίκης και το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Το αυτό ισχύει και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και όταν ο εκκαλών ή ο συνήγορός του εμφανισθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης και εν συνεχεία μετά την λήψη της ταυτότητός του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο.

Στη προκείμενη περίπτωση με την με αριθμό 14-15/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ρεθύμνης ο αναιρεσείων αθωώθηκε κατά πλειοψηφία (4-3) για ανθρωποκτονία με πρόθεση, απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, παράνομη κατοχή όπλου και παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία κατά συρροή. Ασκηθείσας εισαγγελικής εφέσεως κατά της ως άνω αθωωτικής αυτής αποφάσεως εκδόθηκε η με αριθμό 7/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, με την οποία αθωώθηκε ομοίως κατά πλειοψηφία (4-3) ο αναιρεσείων των ως άνω αποδιδομένων σ’ αυτόν αξιοποίνων πράξεων.

Επί της τελευταίας ασκήθηκε αναίρεση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου και εξεδόθη η με αριθμό 447/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την αθωωτική απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση στο Μ.Ο.Ε. Κρήτης με διαφορετική σύνθεση. Κατά την εκδίκαση της εισαγγελικής εφέσεως, γενομένης ήδη τυπικά δεκτής με την με αριθμό 31/8.3.2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, ύστερα από την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως, κατά τη συνεδρίαση της 2.06.2011 ο αναιρεσείων, κληθείς, ως προκύπτει από την επισκόπηση του από 17.3.2011 αποδεικτικού επιδόσεως του Αστυφύλακα Ι.

Φ. , για τη εν λόγω δικάσιμο (2.6.2011), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., καθ’ όσον η κλήση λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου από την ως άνω οικία του, επιδόθηκε στο σύνοικό του πατέρα του, Ι. Α. , ήτο παρών και αιτήθηκε την αναβολή της υπόθεσης λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου του Φ. Φ. και πράγματι η υπόθεση αναβλήθηκε αορίστως.

Κατά τη νέα ορισθείσα συνεδρίαση της 22.11.2012 ο αναιρεσείων, κληθείς, ως προκύπτει από την επισκόπηση του από 10.9.2012 αποδεικτικού επιδόσεως του Αστυφύλακα Ι. Φ. , για τη εν λόγω δικάσιμο (22.11.2012), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., καθ’ όσον η κλήση λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου από την ως άνω οικία του, επιδόθηκε στο σύνοικό του πατέρα του, Ι.

Α. , εκπροσωπήθηκε στη δίκη, κατόπιν της από 20.1.2012 εξουσιοδότησής του, από το δικηγόρο Ηρακλείου Ε. Μ. μόνο για την υποβολή του αιτήματος της αναβολής, η οποία (αναβολή) και εδόθη για τη ρητή δικάσιμο της 24.1.2013, χωρίς κλήτευση του κατηγορουμένου. Κατά τη νέα αυτή δικάσιμο (24.1.2013) ο αναιρεσείων δεν ενεφανίσθη, ενεφανίσθη όμως ως άγγελος ο δικηγόρος Ρεθύμνου Α.

Β. και δήλωσε το κώλυμα (ασθένεια) του συνηγόρου του κατηγορουμένου Ε. Μ. και η υπόθεση ανεβλήθη λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου, για τη δικάσιμο της 19ης.9.2013, χωρίς κλήτευση του κατηγορουμένου. Κατά τη δικάσιμο της 19.9.2013 ο αναιρεσείων, κληθείς (ως εκ περισσού), ως προκύπτει από την επισκόπηση του από 25.4.2013 αποδεικτικού επιδόσεως του Αστυφύλακα Ι.

Φ. , για τη εν λόγω δικάσιμο (19.9.2013), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., καθ’ όσον η κλήση λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου από την ως άνω οικία του, επιδόθηκε στο σύνοικό του πατέρα του, Ι. Α. , δεν ενεφανίσθη και πάλι, η υπόθεση δε ανεβλήθη λόγω απεργίας της γραμματέως της έδρας σε ρητή δικάσιμο της 6ης.3.2014, χωρίς κλήτευση κατηγορουμένου.

Στη συνέχεια κατά τη δικάσιμο της 6.3.2014 ο αναιρεσείων δεν ενεφανίσθη και πάλι. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 17.10.2013 αποδεικτικού επιδόσεως του Αστυφύλακα Ν. Μ. , για τη εν λόγω δικάσιμο (6.3.2014), καθώς και της με αριθμό 43/2014 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Κρήτης η συζήτηση της υποθέσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη ελλείψει νομίμου κλητεύσεως, καθόσον η κλήση λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου από την ως άνω οικία του, επιδόθηκε στη μητέρα του, Σ.

Α. , πλην όμως δεν προέκυπτε ότι αυτή ήταν σύνοικος του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της επίδοσης, αφού στο εν λόγω αποδεικτικό επιδόσεως η λέξη σύνοικος είχε επιμελημένα σβηστεί. Αυτά, πάντα ανεξαρτήτως του ότι η αναβολή εκ της δικασίμου της 19/9/2013 για την δικάσιμο της 6/3/2014, διετάχθη χωρίς κλήτευση του κατηγορουμένου κατά την τελευταία αυτήν ως ανωτέρω ανεφέρθη.Τέλος, κατά τη δικάσιμο της 30.10.2014 ο μεν αναιρεσείων, κληθείς, ως προκύπτει από την επισκόπηση του από 10.5.2014 αποδεικτικού επιδόσεως του Αρχιφύλακα Ι.

Φ. , για τη εν λόγω δικάσιμο (30.10.2014), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., καθ’ όσον η κλήση λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου από την ως άνω οικία του, επιδόθηκε στο σύνοικό του πατέρα του, Ι. Α. , δεν ενεφανίσθη και πάλι, ο δε συνήγορός του, κληθείς ως προκύπτει από την επισκόπηση του από 25.7.2014 αποδεικτικού επιδόσεως του Επιμελητή των Δικαστηρίου Κ.

Γ. , επίσης δεν ενεφανίσθη. Το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την κλήτευση του απόντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου τα ακόλουθα: "Με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ., όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3160/2003 ορίζεται ότι: "Αν ο κατηγορούμενος, δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί".

Στην προκείμενη περίπτωση από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο από 10.5.2014 αποδεικτικό επίδοσης κλήσης του Αρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Χώρας Σφακίων Ι. Φ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κάτοικος ... , όπως ο ίδιος έχει δηλώσει στην από 20.7.2003 ανακριτική του απολογία, ενόψει του ότι έφεση έχει ασκήσει ο Εισαγγελέας και όχι ο κατηγορούμενος, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο 30.10.2014, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., καθ’ όσον η κλήση λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου από την ως άνω οικία του, επιδόθηκε στο σύνοικό του πατέρα του, Ι.

Α. του Ε. , ενήλικο, αγρότη στο επάγγελμα, στον οποίο συγχρόνως ανακοίνωσε και προφορικά το περιεχόμενο της εν λόγω κλήσης, το ανωτέρω όργανο της δημόσιας δύναμης που εκτέλεσε την επίδοση.", και δίκασε τον νυν αναιρεσείοντα σαν να ήταν παρών.

Με τις παραδοχές αυτές και ανεξάρτητα από τη μη ακριβή παραπομπή στο άρθρο 340 παρ.3 Κ.Ποιν.Δ., αντί του ορθού 501 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες άλλωστε, διατάξεις είναι πανομοιότυπες, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κλήτευση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου κατά τη δικάσιμο που εκδόθηκε αυτή, κατά την οποία κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανισθεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., και υπό τα δεδομένα ότι το εν λόγω από 10.5.2014 αποδεικτικό επίδοσης δεν προσεβλήθη ως πλαστό, το δικαστήριο δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του (ακρόασης, εμφάνισης, εκπροσώπησης και υπεράσπισης) ως κατηγορουμένου.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι αφενός η κρινόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα απόφασή του περί νομιμότητας της κλητεύσεώς του, αφού ουδένα έτερο αποδεικτικό στοιχείο επ’ αυτού παρέθεσε η μη μόνον την αναφορά στο αποδεικτικό επιδόσεως, παρά την αντίθετη περί αυτού κρίση του ιδίου δικαστηρίου στην αμέσως προηγούμενη δικάσιμό του αναφορικά με το αυτό αποδεικτέο ζήτημα και αφετέρου ότι παραβιάστηκε η αρχή της in dubio pro reo, αφού μεταξύ δύο αντιφατικών εκδοχών για το εάν πράγματι οι γονείς του είναι σύνοικοί του ή όχι, ακολούθησε την εις βάρος του εκδοχή, είναι αβάσιμη, καθόσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού δεν πρόκειται περί αντιθέτου κρίσεως.

Πρώτον πρόκειται περί δύο διαφορετικών ατόμων, ήτοι της μητέρας του και του πατέρα του, δεύτερον τα δύο αποδεικτικά επιδόσεως (από 17.10.2013 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα Ν. Μ. , για τη δικάσιμο της 6ης.3ου.2014 και από 10.5.2014 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Χώρας Σφακίων Ι.

Φ. , για τη δικάσιμο της 30ης.10ου.2014), επί των οποίων βασίστηκε η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου διαφέρουν καταφανώς, καθότι το μεν πρώτο αναφέρει ως λήπτρια της κλήσεως (για πρώτη φορά μετά τις επανειλημμένες αναβολές) την μητέρα του κατηγορουμένου, Σ. Α. και ο επιδόσας έχει επιμελημένα σβήσει τη λέξη "σύνοικο", το δε δεύτερο αναφέρει ως λήπτη της κλήσεως τον σύνοικο πατέρα του κατηγορουμένου, Ι.

Α. του Ε. , ο οποίος ας σημειωθεί ότι από την επισκόπηση όλων των από 17.3.2011, 10.9.2012, 25.4.2013 και 10.5.2014 αποδεικτικών επιδόσεως κλήσεως προς τον κατηγορούμενο, προκύπτει ότι είναι ο μόνος λήπτης της κλήσεως ως σύνοικος του κατηγορουμένου, ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος παρέλαβε ο ίδιος την κλήση και τέλος ότι τις πρώτες δύο φορές, όταν ο σύνοικος πατέρας του παρελάμβανε την κλήση ο κατηγορούμενος ουδόλως αμφισβήτησε ότι έλαβε γνώση των δικασίμων και ενεφανίσθη στο δικαστήριο είτε αυτοπροσώπως είτε δια του πληρεξουσίου του.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ , Δ’ και Η’ Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 519 και 524 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι, μετά την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση παραπέμπεται σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου κατά το αναιρεθέν μέρος. Κατά συνέπεια, εάν η απόφαση προσβληθεί, μόνον κατά το κεφάλαιό της που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της εφέσεως και την σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία, με λόγους αναιρέσεως έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (510 παρ. 1 Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), όχι δε και κατά το κεφάλαιο που αφορά την τυπική παραδοχή της εφέσεως του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέως (άρθρα 486, 487, 488, 489 και 490 Κ.Ποιν.Δ., αντίστοιχα, σε συνδυασμό με 473 και 474 του ίδιου Κώδικα), και γίνουν δεκτοί οι αφορώντες το κεφάλαιο επί της κατηγορίας λόγοι και παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου κρίση στο ίδιο δικαστήριο, η παραπομπή αφορά μόνον το κεφάλαιο της κατηγορίας και όχι εκείνο της τυπικής παραδοχής της εφέσεως, το οποίο είναι εντελώς ανεξάρτητο, έχει αυτοτελή υπόσταση και δεν θεωρείται σε καμιά περίπτωση ως συμπροσβληθέν μετά του κεφαλαίου επί της κατηγορίας, η δε επ’ αυτού απόφαση του δικαστηρίου δεν τυγχάνει παρεμπίπτουσα, κατά την έννοια του άρθρου 548 Κ.Ποιν.Δ., ούτε μπορεί να ανακληθεί, αλλά είναι δεσμευτική και μόνον με την παραδοχή σχετικού λόγου αναιρέσεως μπορεί να ανατραπεί.

Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, και αν ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της, επί του κεφαλαίου που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της εφέσεως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει εξουσία να ερευνήσει και πάλι το παραδεκτό ή μη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως, αν το κάνει δε υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, καθόσον η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκ νέου κρίση μόνον κατά το κεφάλαιο που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της εφέσεως, το οποίο ακολουθεί την απαραίτητη προς τούτο κρίση περί του παραδεκτού αυτής, η οποία δεν έχει θιγεί.

Έτσι, το δικαστήριο επιλαμβάνεται εκ νέου της έρευνας της υποθέσεως από το, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, στάδιο διερεύνησης της κατ’ ουσία βασιμότητας των λόγων αυτής. Παραδοχή της ως κατωτέρω απόψεως του αναιρεσείοντος, θα οδηγούσε στο άτοπο να θεωρείται αναιρεθέν και κεφάλαιο της αποφάσεως, αυτοτελές και ανεξάρτητο και τέτοιο αποτελεί, όπως λέχθηκε και εκείνο που αφορά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, χωρίς κατ’ αυτού να έχει προβληθεί λόγος αναιρέσεως και να έχει γίνει δεκτός.

Υπέρ της μη επανεξετάσεως του κριθέντος τυπικά παραδεκτού της εφέσεως τάχθηκε και ο νομοθέτης με ρύθμιση που θεσπίσθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 502 Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 18 παρ.5 του Ν. 2721/1999, κατά την οποία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ’ εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τυπικά παραδεκτό της έφεσης, στη μετ’ αναβολή συζήτηση αυτής.

Πρόσθετο επιχείρημα αποτελεί και το ότι ο Άρειος Πάγος όταν, κατά παραδοχή κάποιου λόγου αναιρέσεως, που αφορά την εκδικασθείσα κατηγορία, αναιρεί την απόφαση, καθ’ ολοκληρία, παύει οριστικά την ποινική δίωξη, όταν διαπιστώσει ότι το αξιόποινο εξαλείφθηκε με παραγραφή και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.), ρύθμιση που καταδεικνύει ότι η περί παραδεκτού της ασκηθείσης εφέσεως διάταξη της αναιρεθείσης αποφάσεως δεν θίγεται και έτσι μπορεί να συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής.

Αντιθέτως όταν γίνει δεκτή η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και αν ακόμη έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της πράξεως, γεγονός που συνεπάγεται την εξάλειψή του αξιοποίνου, δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο εφετείο, προκειμένου αυτό, αφού κρίνει ως παραδεκτώς ασκηθείσα την έφεση και την κηρύξει τυπικά δεκτή, εφόσον έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής του αδικήματος, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (ολ.ΑΠ 1/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, με το δεύτερο λόγο της από 16.4.2015 αίτησης αναιρέσεώς του, παραπονείται για: α) απόλυτη ακυρότητα και β) αρνητική υπέρβαση εξουσίας, καθόσον το δικαστήριο επιληφθέν μετ’ αναίρεση δεν απεφάνθη, ως όφειλε, και περί του τύποις παραδεκτού ή μη του ενδίκου μέσου της εισαγγελικής εφέσεως κατά της αθωωτικής απόφασης του Μ.Ο.Δ.

Ρεθύμνης, αλλά στηρίχθηκε στην περί αυτού κρίση που διαλαμβάνεται στην προγενέστερη της αναιρεθείσας με αριθμό 31/2007 αναβλητική απόφασή του. Από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του εν προκειμένω λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά της με αριθμό 14-15/2004 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ρεθύμνης ο αντεισαγγελεύς Εφετών Κρήτης άσκησε την 7/2004 έφεση, παραπονούμενος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 31/8.3.2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, η οποία έκρινε ως τυπικά δεκτή την εισαγγελική έφεση και ανέβαλε την υπόθεση, εν συνεχεία δε με την με αριθμό 7/2008 απόφασή του, αθώωσε τον αναιρεσείοντα κατά πλειοψηφία (4-3) των ως άνω αποδιδομένων σ’ αυτόν αξιοποίνων πράξεων.

Η κατά της απόφασης αυτής ασκηθείσα από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αριθμό 39/15.7.2008 αίτηση αναιρέσεως είχε ως λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ο λόγος αναιρέσεως δεν αφορούσε στην κρίση του δικαστηρίου ως προς το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως του αντεισαγγελέως Εφετών Κρήτης κατά της με αριθμό 14-15/2004 αθωωτικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ρεθύμνης και έτσι η χωρήσασα αναίρεση της με αριθμό 7/2008 απόφασης του Μ.Ο.Ε.

Κρήτης με την με αριθμό 447/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν έθιξε τη δικονομική αυτοτέλεια της διατάξεως της προαναφερθείσας αποφάσεως, που αφορά στην τυπική παραδοχή της εφέσεως, ως προς την οποία παρήχθη τυπικό δεδικασμένο. Κατόπιν αυτού, το Μ.Ο.Ε. Κρήτης που επιλήφθηκε της υποθέσεως ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της απόφασής του, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν μπορούσε να επανεξετάσει το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως του άνω αντεισαγγελέως Εφετών, δεσμευόμενο από την για το ζήτημα αυτό χωρήσασα ήδη οριστική και τελειωτική κρίση της προηγηθείσας αποφάσεως, την οποία δεν μπορούσε δικονομικώς να μεταβάλει, αφού τέτοια μεταβολή, όπως λέχθηκε, θα συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας.

Κατ’ ακολουθία τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Μ.Ο.Ε. Κρήτης υπερέβη την εξουσία του αρνητικά, αφού δεν αποφάνθηκε επί του τυπικά παραδεκτού της εισαγγελικής εφέσεως, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ α’ Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α’ του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίου και του νόμου περί μικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής εκθέσεως του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, ο δικαστής, ο οποίος έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Εκ τούτου παρέπεται ότι η συμμετοχή στη σύνθεση του δικάζοντος κατ` έφεση δικαστηρίου, δικαστή που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, λόγο αναίρεσης.

Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν ο δικαστής, που μετείχε στη σύνθεση του εφετείου, είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, εφόσον ο εν λόγω δικαστής δεν μετείχε στη σύνθεση δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση, ως ανακριτής δε δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση αλλά και ούτε επιβάλλει ποινή.

Άλλωστε τεκμήριο εξ αντιδιαστολής για το επιτρεπτόν της συμμετοχής δικαστού που είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση στη σύνθεση του δικάσαντος δικαστηρίου προκύπτει εκ της διατάξεως του άρθρου 305 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., όπως τροποπ. με άρθρο 34 παρ. 5 Ν. 2172/93, σύμφωνα με την οποία διάταξη προβλέφθηκε ρητώς το ανεπίτρεπτον της δικής του συμμετοχής στην σύνθεση του συμβουλίου, όταν πρόκειται να κριθούν ζητήματα, που ανέκυψαν "κατά την διάρκεια" της ανάκρισης (άρθρο 307) ή ανάγονται στην περάτωση (ή μη) αυτής (άρθρο 308), η οποία μάλιστα (συμμετοχή) συνιστά κακή σύνθεση του Συμβουλίου και αντίστοιχο αναιρετικό λόγο για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1α’ , 484 παρ. 1α’ Κ.Ποιν.Δ.), και δεν εφαρμόζεται αναλόγως.

Η συλλογή αποδεικτικού υλικού, η απαγγελία του κατηγορητηρίου, αλλά και η τυχόν έκδοση εντάλματος προσωρινής κρατήσεως δεν συνιστούν ενέργειες που υποδηλώνουν σύμπραξη στην έκδοση της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 127/2014 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Κρήτης, με την οποία, ο κατηγορούμενος - ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ομόφωνα ένοχος των πράξεων της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ενώ συγχρόνως το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις πράξεις της παράνομης οπλοκατοχής, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας λόγω παραγραφής, το ως άνω δικαστήριο συνετέθη από τους Κ.

Γ. , Πρόεδρο Εφετών, Μ. Β. και Κ. Σ. , Εφέτες. Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπό κρίση δικογραφίας προκύπτει ότι η εκ των μελών της συνθέσεως του ως άνω Μ.Ο.Ε. Κρήτης, Μ. Β. είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση ως αναπληρώτρια ανακρίτρια. Όμως με βάση τα παραπάνω λεχθέντα στη μείζονα πρόταση η ως άνω εφέτης, καίτοι άσκησε καθήκοντα ανακριτή στην ίδια υπόθεση, εφόσον δεν έχει συμμετάσχει στη σύνθεση δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση σε προγενέστερο βαθμό, δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης και δεν έχει εκφέρει καταδικαστική κρίση αλλά και ούτε επέβαλε ποινή, δεν κωλύετο να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικάσαντος Μ.Ο.Ε.

Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο της εν λόγω δικαστικής αυτής λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 15 Κ.Ποιν.Δ., να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης και έτσι εξασφαλίζετο το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, πλην όμως ούτος, καίτοι κλητεύθηκε νομίμως, και (από δική του υπαιτιότητα) δεν ενεφανίσθη στο δικαστήριο, ως προελέχθη, και έλαβε γνώση της δικασίμου και επομένως και της συνθέσεως του Δικαστηρίου, ουδόλως, πριν από την έναρξη της συνεδριάσεως του Μ.Ο.Ε.

προς εκδίκαση της υποθέσεως, υπέβαλε λόγο εξαίρεσης της εν λόγω εφέτου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ Κ.Ποιν.Δ. τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από το λόγο ότι μετέσχε στη σύνθεση αυτού η Εφέτης Μ.

Β. , πρόσωπο που είχε μετάσχει και ως αναπληρώτρια ανακρίτρια στην ίδια υπόθεση, είναι αβάσιμος.

ΙV. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., αποδεικτικά μέσα θεωρούνται τα αναφερόμενα στην απόδειξη της ενοχής ή της αθώωσης του κατηγορουμένου και τα συντελούντα στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου, για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί. Στα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν περιλαμβάνεται η έκθεση για την έφεση, της οποίας η μη ανάπτυξη από τον εισαγγελέα, κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 502 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.

δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 του Κ.Ποιν.Δ., αφού η παράβαση αυτή δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις ακυρότητας που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη, εκτός αν η ανάγνωση της έφεσης (όχι η ανάπτυξη), ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί στο αίτημά τους, οπότε επέρχεται ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως σύμφωνα με το άρθρο 170 του ΚΠΔ.

Το πιο πάνω άρθρο 502 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. δεν επιτάσσει κάτι υπέρ του κατηγορουμένου, ούτε αναφέρεται στην υπεράσπιση ή εκπροσώπηση ή άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν σε αυτόν, για τα οποία τα άρθρα 96-100, 328, 340, 344, 346-348, 354, 360, 369 του Κ.Ποιν.Δ., αλλά απλώς καθιερώνει τρόπο διαδικασίας, χωρίς παραπέρα συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης.

Με την κλήση του από τον εισαγγελέα εφετών, κατά το άρθρο 500 του Κ.Ποιν.Δ., ο εκκαλών λαμβάνει γνώση του λόγου για τον οποίο καλείται στο ακροατήριο του δικαστηρίου και συνεπώς μπορεί να προπαρασκευάσει την υπεράσπισή του, ως προς την έφεσή του, της οποίας γνωρίζει το περιεχόμενο ή μπορεί να λάβει γνώση αυτής εάν αυτή ασκήθηκε από τον εισαγγελέα.

Η μη ανάπτυξη παραπέρα της έφεσης από τον εισαγγελέα δεν προσκρούει ούτε στο άρθρο 329 Κ.Ποιν.Δ., με το οποίο καθιερώνεται η δημόσια συζήτηση στο ακροατήριο και απαγγελία της απόφασης, ούτε και στο άρθρο 331 κατά το οποίο η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν αναπτύχθηκε από τον εισαγγελέα η έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση ειδικώς ή να προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή της και το δικαστήριο απέρριψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού, είναι απαράδεκτος.

V. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος του 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κωδικός, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, μιάς εκάστης και σε σχέση προς τις λοιπές, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω η απαιτούμενη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν, εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, προβάλλονται δε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα τα αναγκαία για την θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά.

Έτσι, ο ισχυρισμός με τον οποίον ο κατηγορούμενος προβάλλει "άλλοθι" είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και δεν απαιτείται για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 127/2014 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Κρήτης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και σε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετ’ αναφορά κατ’ είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ’ όψη του, ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 18.7.2003 και περί ώρα 23.45’ ο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παρασταθείς ως πολιτικώς ενάγων Ι.

Α. του Ι. γεννηθείς στις 20.9.1965 στην ... , επέστρεψε στην οικία του στα Χανιά επί της οδού ... Νέα Χώρα Χανίων, οδηγώντας την υπ’ αριθμ κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, στην οποία επέβαινε η I. T. γεννηθείσα στις 15.4.1964 στην Ουκρανία, με την οποία συζούσε και με την οποία είχε αποκτήσει ένα αγοράκι ενός έτους, και η οποία είχε και ένα κοριτσάκι ηλικίας 10 ετών που είχε αποκτήσει από τον πρώτο γάμο της.

Κατά τη στιγμή που κινούμενος με την ως άνω δίκυκλη μηχανή εισήλθε στη ράμπα της πυλωτής της οικίας του και αυτόματα άναψαν και τα φωτοκύτταρα, τα οποία είχε εγκαταστήσει στην πυλωτή ο ίδιος, πριν λίγους μήνες, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, και επιχείρησε να στρίψει αριστερά εντελώς ξαφνικά, είδε από δεξιά του τον κατηγορούμενο γεννηθέντα στις 25.5.1977 στην ...

Χανίων δεύτερο εκ πατρός εξάδελφο του, ο οποίος πάραυτα πυροβόλησε κατά ριπάς εναντίον τους με πυροβόλο όπλο (υποπολυβόλο τύπου Scorpion, διαμετρήματος 7,65 mm) τουλάχιστον δεκατρείς (13) φορές, ο οποίος ανέμενε για το σκοπό αυτό στην πυλωτή, έχοντάς τους στήσει ενέδρα. Συγκεκριμένα η συνεπιβάτιδα I. T. εδέχθη πέντε (5) βολίδες προκαλώντας της πέντε (5) διαμπερή τραύματα στο λαιμό, στο θώρακα, στην κοιλία, στο δεξιό αντιβραχιόνιο και στο δεξιό γόνατο, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας προήλθε ο ακαριαίος θάνατός της, και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας εδέχθη πέντε (5) βολίδες, πλην όμως το ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα δεν επήλθε, καθόσον και τα βλήματα έπληξαν αυτόν σε ζωτικά σημεία του σώματός του και του προκάλεσαν πέντε (5) τραύματα στον πώγωνα (κάτω χείλος στόματος), στο δεξιό ημιθωράκιο (με διαμπερές τρώσεις του δεξιού πνεύμονα, του δεξιού ημιδιαφράγματος, του ήπατος, του στομάχου και του μεσοκόλου), στο αριστερό ημιθωράκιο με διαμπερή τρώση του αριστερού πνεύμονα, στον αριστερό βραχίονα και στην υπερηβική χώρα, το δε έγκλημα παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας, δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος αποχώρησε θεωρήσας ότι ο Ι.

Α. ήταν νεκρός και στη συνέχεια ο τελευταίος νοσηλεύτηκε επιτυχώς στο Νοσοκομείο Χανίων. Πάραυτα μετά το θανάσιμο τραυματισμό της I. T. και τον τραυματισμό του Ι. Α. , ο κατηγορούμενος διέφυγε από την πίσω πλευρά της πυλωτής της οικίας, όπου είναι πεζόδρομος και οικόπεδο, όπως αυτό προκύπτει από το αναγνωσθέν από 19.7.2003 σχεδιάγραμμα του Αστυνομικού Τμήματος Ασφαλείας Χανίων, ενώ ο τραυματισθείς Ι.

Α. διατηρώντας τις δυνάμεις του, παρά τον τραυματισμό του, κατόρθωσε να βγει από την πυλωτή της οικίας του και να περπατήσει στην οδό ... , τριάντα (30) μέτρα περίπου, φωνάζοντας στους προστρέξαντες από τους πυροβολισμούς γείτονές του και εξετασθέντες επί του ακροατηρίου μάρτυρες Ν. Λ. του Α. , ο οποίος είναι αστυνομικός και υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Χανίων και Π.

Χ. του Β. , ότι τους πυροβόλησε ο εξάδελφος του Μ. Α. του Ι. , δηλαδή ο κατηγορούμενος, το ίδιο έπραξε και κατά τη μεταφορά του στο Νοσοκομείο Χανίων με το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στον εξετασθέντα στο ακροατήριο αστυνομικό Π. Σ. του Σ. που τον συνόδευσε με το ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Όπως κατέθεσε ο παθών Ι. Α. του Ι.

στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αναγνώρισε με απόλυτη βεβαιότητα το δεύτερο εξάδελφο του Μ. Α. του Ι. ως δράστη του πυροβολισμού τους, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο χώρος της πυλωτής στη δεξιά πλευρά της οποίας ο κατηγορούμενος είχε στήσει ενέδρα και περίμενε τα ως άνω θύματά του, φωτίστηκε από τα φώτα της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε αυτός (Ι.

Α. ) και από τα φωτοκύτταρα που άναψαν αυτόματα με την είσοδο στην πυλωτή της μοτοσικλέτας και τα οποία φωτοκύτταρα τα είχε εγκαταστήσει ο ίδιος στην πυλωτή της οικίας του μετά τις απειλές του κατηγορουμένου στην κηδεία του αδελφού του Π. , φοβούμενος ότι θα συμβεί εναντίον του επίθεση εκ μέρους του εξαδέλφου του κατηγορουμένου για λόγους αντεκδίκησης, γιατί ο πατέρας του παθόντος (Ι.

Α. ) Ι. Α. πριν από τέσσερις περίπου μήνες, ήτοι στις 7.3.2003 είχε φονεύσει με όπλο τον αδελφό του κατηγορουμένου Π. Α. . Το ότι ο χώρος της πυλωτής φωτιζόταν επαρκώς από τα φώτα της μοτοσυκλέτας αλλά και από τα φωτοκύτταρα που είχε στην πυλωτή εγκαταστήσει ο ως άνω παθών, το επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Αστυνομικός Ν.

Δ. , ο οποίος δοκίμασε μετά το συμβάν τη μοτοσυκλέτα και τα φώτα της λειτουργούσαν, καθώς και τα φωτοκύτταρα που αυτόματα άναψαν με την είσοδο της μοτοσυκλέτας στην πυλωτή, η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα αναγνώσθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση. Ο παθών αναγνώρισε ξεκάθαρα τον κατηγορούμενο, αφού είναι μεταξύ τους δεύτερα εξαδέλφια και είχαν μεγαλώσει μαζί στην ...

και τον είχε ιδεί και κατά το παρελθόν με γένια και μακριά μαλλιά, όπως ήταν κατά την ημέρα του συμβάντος. Ο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμός του κατηγορουμένου κατά την απολογία του, ότι κατά την ώρα που διαπράχθηκε η ανθρωποκτονία εις βάρος της I. T. και η απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του Ι.

Α. ήταν στην οικία του στην ... και μάλιστα από την οικία του τηλεφώνησε στο Αστυνομικό Τμήμα Χώρας Σφακίων προκειμένου να δηλώσει την παρουσία του στην οικία του, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθ’ όσον από την ώρα που συνέβη ο πυροβολισμός 23.45’ (18.7.2003) έως την ώρα που επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Αστυνομικό Τμήμα Χώρας Σφακίων 01.23’ (19.7.2003) και μίλησε με τον Γ.

Α. του Μ. , όπως ο τελευταίος κατέθεσε επ’ ακροατηρίου εξετασθείς ως μάρτυρας είναι χρόνος, μια ώρα και τριάντα οκτώ λεπτά (01.38’ ), όμως αυτός είναι χρόνος που καλύπτει πλήρως να διασχίσει την απόσταση των 84 χιλιομέτρων που είναι η απόσταση από την οδό ... Νέα Χώρα Χανίων στην ... με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ή μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, κατά τη διάρκεια της νύχτας, οπότε η οδική κίνηση είναι ελάχιστη, ενώ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τον απομακρυνόμενο από τον τόπο του συμβάντος, λίγο θα τον ενδιέφερε η τήρηση του ορίου ταχύτητας και των κανόνων οδικής κυκλοφορίας.

Ότι ο κατηγορούμενος είναι δράστης που θανάτωσε την I. T. και αποπειράθηκε να φονεύσει τον Ι. Α. προκύπτει και από το γεγονός ότι στις ταινίες λήψης συστατικών από το δεξιό χέρι του κατηγορουμένου ανιχνεύτηκε μόλυβδος, γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη καταλοίπων πυροβολισμού (στο δεξιό χέρι του κατηγορουμένου), όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο υπ’ αριθμ.

πρωτ. ... /22.7.2003 έγγραφο του ΓΈΕ ΑΔ Χανίων, με το οποίο διαβιβάσθηκαν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών ΕΛ.ΑΣ έξι διαφανείς ταινίες, που χρησιμοποιήθηκαν για την παραλαβή καταλοίπων πυροβολισμού από τα χέρια του κατηγορουμένου περί ώρα 04.30’ της 19.7.2003, καθώς και την αναγνωσθείσα υπ’ αριθμ. πρωτ. ... /27.11.2003 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Δ.ΕΕ, από την οποία εξάγεται ότι ανιχνεύθηκε μόλυβδος στις ταινίες λήψης συστατικών από το δεξιό χέρι του κατηγορουμένου.

Κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία αναγνώσθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπόρεσε να εξηγήσει άλλη αιτία ανεύρεσης μολύβδου στο δεξιό χέρι του. Άξιο προσοχής είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ζούσε στην Αθήνα όπου εργαζόταν ως μπράβος σε νυχτερινά μαγαζιά πριν το φόνο του αδελφού του Π. 7.3.2003, όμως με το θάνατο του αδελφού του κατέβηκε από την Αθήνα στην ...

Χανίων, έκτοτε δε διαμένει στην ... , ο οποίος κατά την ώρα της κηδείας του ως άνω αδελφού του έλεγε συνέχεια ενώπιον πάντων των παρισταμένων στην κηδεία ότι "θα τους σκοτώσω όλους", εννοώντας τα παιδιά του δράστη του αδελφού του Π. , δηλαδή τον παθόντα και τα δυο αδέλφια του Π. και Α. , οι οποίοι αδελφοί του μέχρι τότε διέμεναν στην ... .

Όταν του είπαν να φονεύσει το δράστη του αδελφού του και όχι τα παιδιά του δράστη αυτός απάντησε "το γέρο θα πάω να σκοτώσω;". Τα δυο αδέλφια του παθόντος αμέσως μετά τις απειλές αυτές του κατηγορουμένου, έφυγαν από τη Κρήτη φοβούμενοι για τη ζωή τους, από τις απειλές αυτές του κατηγορουμένου. Όμως ο παθών επειδή είχε 15 χρόνια επιχείρηση εστιατόριο στα Χανιά και διέμενε στα Χανιά και δεν διέμενε στην ...

και είχε συνάψει δάνεια και είχε υποχρεώσεις, αυτός ήταν ο λόγος που δεν έφυγε μαζί με τα αδέλφια του από την Κρήτη, όμως μετά το προπεριγραφόμενο επεισόδιο έφυγε και αυτός από την Κρήτη, φοβούμενος για τη ζωή του από τον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό αξίζει να τονιστεί ότι το όπλο του ανωτέρω εγκλήματος χρησιμοποιήθηκε μεταγενέστερα για τη διάπραξη στις 12.11.2003 ανθρωποκτονίας εις βάρος του Δ.

Κ. από άλλους δράστες και τελικά βρέθηκε στις 25.12.2003 στη θαλάσσια περιοχή λιμένος Σούδας, δεν αποκλείει το γεγονός, ο κατηγορούμενος να είναι ο δράστης των αξιόποινων πράξεων εις βάρος της I. T. και Ι. Α. , αφού είναι γνωστό από την κοινή πείρα ότι οι δράστες παρόμοιων εγκλημάτων δεν συνηθίζουν να διατηρούν τα πειστήρια του εγκλήματος αλλά φροντίζουν να απαλλαγούν από αυτά.

Κατ’ ακολουθία όλων των προεκτιθεμένων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση εις βάρος της I. T. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση εις βάρος του Ι. Α. ." Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του και απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, για τα οποία (εγκλήματα) και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 299 παρ. 1, 42 παρ. 1 ΠΚ που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπ’ όψη, κατ’ είδος και τα οποία όλα συνεξετίμησε και αξιολόγησε χωρίς να κάμει μεταξύ των καμία επιλογή και χωρίς να έχει ανάγκη να αναφέρεται εις ένα έκαστον αυτών. Επίσης (η απόφαση) αναφέρει από πού επείσθη το δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων δεν ευρίσκετο στην οικία του στην ...

κατά τον κρίσιμο χρόνο που διαπράχθηκε η ανθρωποκτονία εις βάρος της I. T. και η απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του Ι. Α. , μετά την προβολή του ισχυρισμού περί "άλλοθι", ο οποίος, κατά τ’ άνω, είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, αν και δεν απαιτείτο να αιτιολογήσει ειδικώς την απορριπτική της επ’ αυτού κρίση, όπως περί του αντιθέτου αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού μάλιστα αναφέρει (η απόφαση) ότι "...

από την ώρα που συνέβη ο πυροβολισμός 23.45’ (18.7.2003) έως την ώρα που επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Αστυνομικό Τμήμα Χώρας Σφακίων 01.23’ (19.7.2003) και μίλησε με τον Γ. Α. του Μ. , όπως ο τελευταίος κατέθεσε επ’ ακροατηρίου εξετασθείς ως μάρτυρας είναι χρόνος, μια ώρα και τριάντα οκτώ λεπτά (01.38’ ), όμως αυτός είναι χρόνος που καλύπτει πλήρως να διασχίσει την απόσταση των 84 χιλιομέτρων που είναι η απόσταση από την οδό ...

Νέα Χώρα Χανίων στην ... με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ή μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, κατά τη διάρκεια της νύχτας, οπότε η οδική κίνηση είναι ελάχιστη, ενώ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τον απομακρυνόμενο από τον τόπο του συμβάντος, λίγο θα τον ενδιέφερε η τήρηση του ορίου ταχύτητας και των κανόνων οδικής κυκλοφορίας...".

Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όσον αφορά στα αποδειχθέντα περιστατικά, για την κρίση περί ενοχής του αναιρεσείοντος ως και όσον αφορά στον ισχυρισμόν του περί "άλλοθι", τον οποίο το δικαστήριο απέρριψε, κατά τα άνω, με πλήρη αιτιολογία ως εκ περισσού, αφού ο ισχυρισμός αυτός αρνητικός της κατηγορίας συνέχεται με τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, προς δε και στην παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητος κατ’ αρθρ.6 παρ.2 της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμοι. Καθ’ ο μέρος δε υπό την επίκληση του άνω λόγου, επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων Λ., Π., Λ., ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά πάντα ταύτα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Απριλίου 2015 αίτηση του Μ. Α. του Ι. , για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 127/2014 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ