Legislator Case Law & Legislation
1079/2014 AI generated

1079/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1079/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1079/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (κατ` άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) λόγω της ήττας του, τα οποία, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔ και 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 Κ.Υ.Α., ορίζονται μειωμένα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1079 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1079/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ε., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Πράγα Τσεχίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1292/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1427/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 20-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για αναίρεση της 1427/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, κατά το χρονικό διάστημα, που αφορά την ένδικη υπόθεση, ίσχυσαν: Μέχρι 24.3.1998 ο ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" και από 24.3.1998 ο ν. 2596/1998 "Κύρωση του Κώδικα σχεδίου Νόμου περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών". Με τον πρώτο νόμο το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών διακρίνεται σε μόνιμο και σε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 61).

Στο δεύτερο υπάγεται και το βοηθητικό προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας, ήτοι Αρχιταξινόμος, Ταξινόμος Α`, Ταξινόμος Β`, Αρχικλητήρας, Κλητήρας Α`, Κλητήρας Β` (άρθρο 59 παρ. 1 εδ. β` και 2). Κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του νόμου αυτού "Αι εν άρθρ. 59 παρ. 1 στοιχ. β' θέσεις Βοηθητικού Προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας πληρούνται υπό προσωπικού Ελληνικής ή αλλοδαπής ιθαγενείας, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, της μηνιαίας αποζημίωσεώς των, οριζομένης δια της συμβάσεως εις το ύψος των αποδοχών του βαθμού του Κλητήρος Α` της Κεντρικής Υπηρεσίας, μετά του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, κατά τα εν άρθρ. 131 παρ. 10 προβλεπόμενα...", κατά δε την παρ. 4 "Η σύναψις της συμβάσεως προσλήψεως του Βοηθητικού προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας, γίνεται υπό του Προϊστάμενου της Αρχής, εις ην προσλαμβάνεται τούτο.

Εν τη συμβάσει της προσλήψεως καθορίζονται και οι ειδικώτεροι όροι και ρυθμίσεις αι αφορώσαι εις την υπηρεσιακήν κατάστασιν του προσλαμβανόμενου προσωπικού...". Με την παρ. 1 του άρθρου 131 ορίζεται ότι "Ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ` όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".

Κατά την παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 131 "Προς αντιμετώπιση της εν τη αλλοδαπή διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως εν εκάστη χώρα παρέχεται εις συνάλλαγμα επί πλέον των εν τη παραγράφω του παρόντος άρθρου αποδοχών και επίδομα υπηρεσίας εν τη αλλοδαπή αναλόγως του Κλάδου, του βαθμού, των οικογενειακών βαρών και του κόστους ζωής του τόπου, εις όν υπηρετεί ο υπάλληλος".

Κατά την παρ. 11 του ιδίου άρθρου "Το κατά την προηγούμενη παράγραφο επίδομα καθορίζεται εκάστοτε δια τους επί πρεσβευτικώ βαθμώ (Πρέσβεως ή πληρεξουσίου Υπουργούς Α` και Β` τάξεως) Υπαλλήλους του Υπουργείου, δια Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδιδομένης μετά πρότασιν των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, δι` άπαντας δε τους λοιπούς υπαλλήλους της Εξωτερικής Υπηρεσίας καθορίζεται δια της αυτής πράξεως εις ποσοστόν επί του καθορισθέντος τοιούτου δια τους επί πρεσβευτικώ βαθμώ υπαλλήλους".

Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/ 1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Κατά την παρ. 12 το επίδομα αυτό απαλλάσσεται από κάθε φόρο και από κάθε κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων. Κατά την παρ. 13 το επίδομα αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή μεταβολής της αγοραστικής του αξίας επί τη βάσει επισήμων στοιχείων.

Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β`/ 31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων, με το κεφάλαιο Γ` αυτής ορίστηκε αύξηση του επιδόματος για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις, ενώ με τις παραγρ.

Ε` και ΣΤ` της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.

Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι` αυτό λόγοι. Ακολούθησαν νεότερες ΚΥΑ, με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκαν οι εν λόγω αυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998, (ήτοι του ισχύοντος από 24-3-1998 νέου Οργανισμού του Υπ.

Εξωτερικών), προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 παρ. 2 του ν. 2594/1998, ορίζεται ότι: "Στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με Π.Δ. που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Σε αυτές περιλαμβάνονται θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, οδηγών, κλητήρων, φυλάκων θυρωρών, τηλεφωνητών, προσωπικού ασφαλείας, κηπουρών συντηρητών και οικιακού προσωπικού εν γένει.

Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή οι οποίοι γνωρίζουν την τοπική γλώσσα. Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, μετά από πρόταση του Προϊσταμένου της εν λόγω αρχής. Με την κοινή αυτή απόφαση καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, μετά από εισήγηση του Προϊσταμένου της αρχής, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση η οποία καταρτίζεται από τον Προϊστάμενο της αρχής". Περαιτέρω με την παρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: "Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίoυ αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.

Ειδικά για όσους απ' αυτούς ελάμβαναν το Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το ύψος αυτού, μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών μετά από εισήγηση του Προϊστάμενου της αρχής στην οποία υπηρετούν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: 1) Οι ανήκοντες στο με σχέση ιδιωτικού δικαίου βοηθητικό προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών κλητήρες δικαιούνται επιπλέον των νομίμων βασικών μηνιαίων αποδοχών τους και το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή. 2) Το επίδομα αυτό χορηγείται για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρο υπηρεσίας τους. 3) Τούτο παρέχεται σε συνάλλαγμα ανάλογα με τον κλάδο και το βαθμό κάθε υπαλλήλου και καθορίζεται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου σε χρηματικό ποσό για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό και σε ποσοστό επί του ποσού αυτού για όλους τους υπόλοιπους υπαλλήλους. 4) Με τις διατάξεις αυτές δεν καθιερώνονται αυτοτελή επιδόματα τέκνων και στέγασης, αλλά για τον προσδιορισμό του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή και τις τυχόν αναπροσαρμογές του λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλου, τα οικογενειακά βάρη κάθε συγκεκριμένου υπαλλήλου και με βάση αυτά προσαυξάνεται κατά ορισμένα ποσοστά το ανωτέρω επίδομα. 5) Τις προσαυξήσεις αυτές, που καθορίζονται εκάστοτε με Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, ή κατ` εξουσιοδότηση αυτού, με αποφάσεις των αρμοδίων Υπουργών, δικαιούνται και οι ανήκοντες στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου Βοηθητικό Προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και 6) Οι κατά την έναρξη της ισχύος (24.3.1998) του νέου Οργανισμού υπηρετούντες εν λόγω υπάλληλοι της Εξωτερικής Υπηρεσίας εξακολουθούν να λαμβάνουν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή και τις επ` αυτού προσαυξήσεις για οικογενειακά βάρη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την αγωγή του αναιρεσείοντος, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με αυτήν ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι: Στις 1-12-1990 συνήφθη μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελληνικής Πρεσβείας στην Πράγα, ο οποίος ενήργησε με την ιδιότητα αυτή, βάσει του άρθρου 69 παρ. 4 του Ν. 419/ 1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" ως εκπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, έγγραφη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Με αυτή το αναιρεσίβλητο προσέλαβε τον αναιρεσείοντα ως υπάλληλο της παραπάνω Πρεσβείας του και συγκεκριμένα ως κλητήρα αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της σύμβασης αυτής και κατ' επιταγή των διατάξεων του άρθρου 69 Ν. 419/1976 συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων θα ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές αποτελούμενες: α) από τη μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του εκάστοτε μηνιαίου μισθού του κλητήρα Α` τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας και β) το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού (βοηθητικό προσωπικό) επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Σε εκτέλεση της εργασιακής αυτής σύμβασης ο αναιρεσείων από της προσλήψεώς του απασχολείται, με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, συνεχώς στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Πράγα, εκτελώντας με συνέπεια και υπευθυνότητα τα καθήκοντά του ως κλητήρας, σύμφωνα με τους όρους εργασίας του. Πλην το εναγόμενο, από τη θέση σε ισχύ του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), ενώ του καταβάλλει το μισθό εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης, αρνείται να του καταβάλλει το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής που του κατέβαλε μέχρι τότε, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασής του, και το οποίο για τον κλάδο του καθορίζεται σε ποσοστό 40% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη και αντ' αυτού του καταβάλλει μόνο μία πάγια μηνιαία αποζημίωση, η οποία υπολείπεται εκείνου και η οποία ουδόλως έκτοτε και μέχρι την 28-2-2005 αυξήθηκε ενώ, από 28-2-2005 μειώθηκε μονομερώς.

Ότι ουδέποτε υπήρξε άλλη σύμβαση για μεταβολή του όρου της εργασιακής του σύμβασης που αναφέρεται στην καταβολή του μισθού εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης μετά του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, ούτε και θα μπορούσε να υπάρξει αφού θα παραβίαζε ευθέως τις μνημονευόμενες διατάξεις του εσωτερικού και κοινοτικού δικαίου και τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει για διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των καταβληθέντων και του καταβλητέου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, τα χρηματικά ποσά που καθορίζονται στην αγωγή, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 22.371,69 ευρώ.

Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή, κατά το ανωτέρω αίτημα, είναι νόμιμη γιατί στηρίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις και στα άρθρα 361, 648 παρ. 1 ΑΚ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται των εν λόγω διαφορών και απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη "διότι ο ενάγων για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε την ιδιότητα του "αποσπασμένου" μονίμου δημόσιου υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών σε αρχή του εξωτερικού, αλλά την ιδιότητα του επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου προσληφθέντος επιτοπίως στην αλλοδαπή, με αποτέλεσμα να εξαιρείται δικαιολογημένα από την αναπροσαρμογή του εν λόγω επιδόματος", ότι για το μετά τις 24-3-1998 διάστημα προβλέπεται, διαφορετική διαδικασία αναπροσαρμογής του εν λόγω επιδόματος για τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου προσλαμβανομένους...

και ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις του ν. 419/1976 και του ν. 2594/1998, ούτε στις διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας, ούτε και στην ατομική του σύμβαση εργασίας. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε ομοίως ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προμνημονευθείσες διατάξεις του Ν. 419/1976 και Ν. 2594/1998 και του Αστ.

Κώδικα, αφού με βάση όσα ιστορούνται στην αγωγή ο αναιρεσείων θεμελιώνει κατά νόμο αξίωση να ζητήσει το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου του επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και την προκύπτουσα συνεπεία αυτού διαφορά, αφενός μεν, απ' ευθείας από τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 419/1976 και Ν. 2594/1998 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ, εφόσον, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2594/1998 ελάμβανε αυτό, (κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 69 παρ. 1, 131 παρ. 10 Ν. 419/1976), και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 2 και 5 εδ.

α' Ν. 2594/1998 κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας αφετέρου δε, από την επικαλουμένη ατομική σύμβαση εργασίας του, με όρο της οποίας (άρθρ. 1) κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, καθορίστηκαν, κατ' επιταγή των ίδιων διατάξεων του άρθρου 69 του Ν. 419/1976 οι αναφερθείσες ανωτέρω μηνιαίες αποδοχές του, στις οποίες περιλαμβανόταν "και το στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής".

Επομένως ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, με την αιτίαση ότι κατά ευθεία παραβίαση των ρηθεισών διατάξεων (ως και εκείνων των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου) κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή είναι βάσιμος.

Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/20-3-2013, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (κατ` άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) λόγω της ήττας του, τα οποία, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔ και 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 Κ.Υ.Α., ορίζονται μειωμένα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 1427/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ