1079/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1079/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από αυτά παρέπεται ότι, για την παραδεκτή υπεισέλευση στη δίκη και την άσκηση ένδικου μέσου εκ μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας καθίστανται, κατά το νόμο, κληρονόμοι του αποβιώσαντος (ΑΠ 311/2009).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1079 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1079/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούγα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. χας Τ. Γ., 2. Δ. Γ. του Τ., 3. Ά. Γ. του Τ., 4. Γ. Γ. του Τ., 5. Ν. Γ. του Τ. και 6. Π. Γ. του Τ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Τ. Ν. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ευθυμία Μπακογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Ιανουαρίου 2006 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Τ. Γ. του Ν. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμφίσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/ΤΟ/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 112/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλΑΠ 3/2008, ΟλΑΠ 30/2007). Η δημιουργούμενη από την αιτία αυτή αοριστία της αγωγής μπορεί να θεμελιώσει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγω της μη κήρυξης παρά το νόμο απαραδέκτου, για την πρόταση βέβαια του οποίου πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 1197/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή, αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ως ουσιαστικά βάσιμη, η αγωγή του Τ. Γ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών από τους αναιρεσιβλήτους, για προσβολή της προσωπικότητας αυτού με ψευδείς και συκοφαντικές αναφορές σε τηλεοπτική εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού ALTER (τρίτου εναγομένου), με παρουσιαστή το δεύτερο εναγόμενο και προσκεκλημένο τον αναιρεσείοντα και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να πληρώσει στους αναιρεσιβλήτους, κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος, το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εκείνος.
Ήδη ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι δεν κήρυξε, όπως όφειλε, απαράδεκτη την αγωγή, μετά την αοριστία που προκλήθηκε από τον περιορισμό εκ μέρους του ενάγοντος του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό για το πέραν των 100.000 ευρώ ποσό, με δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζεται αν ο περιορισμός αυτός γίνεται επιμεριστικά, γεγονός το οποίο επισήμανε αμέσως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του με δήλωση που επίσης καταχωρίστηκε στα πρακτικά.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προβολή μιας τέτοιας ακυρότητας (68, 556 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, μετά την απόρριψη τελεσιδίκως της αγωγής, ως προς το δεύτερο και την τρίτη από τους εναγομένους, και την ευδοκίμηση αυτής μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα-πρώτο εναγόμενο και μόνο για το ποσό των 10.000 ευρώ, ο οποίος, ύστερα από την εκτίμηση τόσο από το πρωτοβάθμιο, όσο και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι ο δηλωθείς περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος στο ποσό των 100.000 ευρώ αναφερόταν ισομερώς στους τρεις εναγομένους (33.333,33 ευρώ καταψηφιστικό αίτημα για τον καθένα), καταδικάστηκε να πληρώσει από την ενιαίας φύσεως αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό αυτό των 10.000 ευρώ, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το ποσό αυτό, σε κάθε περίπτωση, καλύπτεται πλήρως από το καταψηφιστικό αίτημα, του οποίου η έκταση και μετά το δηλωθέντα περιορισμό, με οποιοδήποτε τρόπο υπολογισμού αυτού, δεν είναι σε καμιά περίπτωση κατώτερη των 10.000 ευρώ, γεγονός, άλλωστε, για το οποίο δεν προτείνεται κάτι αντίθετο εκ μέρους του αναιρεσείοντος.
Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή είναι απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις προσδιοριστικές της έννοιας της κληρονομιάς και του κληρονόμου διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμους), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 και 933 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομιά, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, επομένως και η αξίωση του αποβιώσαντος εναντίον τρίτου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον γι' αυτή είχε επιδοθεί αγωγή του δικαιούχου, μεταβιβάζεται από την επαγωγή, με την επιφύλαξη του δικαιώματος της αποποίησης, στους κληρονόμους, είτε εξ αδιαθέτου, κατά το προβλεπόμενο από το νόμο ποσοστό, είτε εκ διαθήκης, οι οποίοι, εφόσον δεν άσκησαν το δικαίωμα αποποίησης, καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.
Από αυτά παρέπεται ότι, για την παραδεκτή υπεισέλευση στη δίκη και την άσκηση ένδικου μέσου εκ μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας καθίστανται, κατά το νόμο, κληρονόμοι του αποβιώσαντος (ΑΠ 311/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως παραδεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος, που αποβίωσε στις 8.10.2007, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι οι τελευταίοι δεν προσδιόριζαν στην έφεση τους πώς κατέστησαν κληρονόμοι εκείνου (από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου) και αν αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομιά, και συνακόλουθα υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει το έννομο συμφέρον του για την προβολή του, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Ειδικότερα από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της έφεσης, των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της προσβαλλόμενης απόφασης, στα οποία γίνεται αναφορά και επίκληση, α) της ιδιότητας των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 8.10.2007 αρχικώς ενάγοντος Τ.
Γ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, χωρίς οποιαδήποτε μνεία, σε κανένα σημείο, για ύπαρξη διαθήκης του, β) του .../11.10.2007 πιστοποιητικού πλησιέστερων συγγενών του Τ. Γ., που εκδόθηκε από το Δήμο Γαλαξιδίου και του οποίου η χρησιμότητα είναι συνδεδεμένη με την εξ αδιαθέτου διαδοχή (1957 ΑΚ) και γ) του πιστοποιητικού 48/21.7.2009 του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Άμφισσας για μη αποποίηση κληρονομιάς, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι οι εκκαλούντες άσκησαν την έφεση, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος Τ.
Γ., όπως ορθά συνήγαγε και το Εφετείο. Με βάση τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι οι εκκαλούντες είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 8.10.2007 Τ.
Γ., χωρίς να υφίσταται σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους τους. Εξάλλου, ο έκτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ότι οι εκκαλούντες είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος Τ.
Γ., χωρίς να προσκομίζονται πιστοποιητικά των Πρωτοδικείων Άμφισσας και Αθηνών για μη δημοσίευση διαθήκης, αλλά με μόνη την προσκόμιση του .../11.10.2007 πιστοποιητικού πλησιέστερων συγγενών και του πιστοποιητικού 48/21.7.2009 του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Άμφισσας για μη αποποίηση κληρονομιάς, είναι απαράδεκτος, διότι ουδόλως συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα, που είναι ανέλεγκτο, για τη νομιμοποίηση των εκκαλούντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος, θα έπρεπε οπωσδήποτε να στηριχθεί στα πιο πάνω πιστοποιητικά για μη δημοσίευση διαθήκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Λαμίας δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος ήταν συνταξιούχος ιερέας, είχε ως κύρια κατοικία του, στην οποία διέμενε με την οικογένεια του, τη σύζυγο και τα τέκνα του, μία οικία ανεγερθείσα σε ακίνητο δύο στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση Προφήτης Ηλίας Γαλαξιδίου και ανήκει στα πιο πάνω μέλη της οικογένειας του.
Οι τελευταίοι, ως ιδιοκτήτες του ακινήτου, αλλά και ο ενάγων, είχαν εμπλακεί σε πολυετείς δικαστικές διενέξεις (αστικές και ποινικές) με τον πρώτο εναγόμενο (αναιρεσείοντα), ο οποίος από το έτος 1998 είναι κύριος όμορου ακινήτου. Στις 18.4.2004 μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό ALTER (τρίτο εναγόμενο) και την εκπομπή "ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ", της οποίας παρουσιαστής ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, μεταξύ άλλων, και θέμα σχετικό με τον ενάγοντα, το οποίο διήρκεσε περί τα δεκαπέντε λεπτά.
Μεταξύ των συμμετασχόντων στη συζήτηση του εν λόγω θέματος ήταν και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος προέβη σε καταγγελίες κατά του ενάγοντος και συγκεκριμένα ότι η κατοικία του (της οικογένειας του) είναι αυθαίρετη, ότι έχει ανεγείρει ναό χωρίς άδεια της ναοδομίας και ότι έχει διανοίξει τομή στο οδόστρωμα της εθνικής οδού Ιτέας-Ναυπάκτου χωρίς άδεια ... .
Ως προς την τομή που αναφέρεται ότι έγινε στο οδόστρωμα είχε χορηγηθεί ονομαστικά στον ενάγοντα άδεια με τη 1032/15.7.1992 απόφαση του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Σ.Ε. της 1ης ΠΥΔΕ που τότε είχε έδρα την Αθήνα. Όταν ο πρώτος εναγόμενος απευθύνθηκε στην υπηρεσία της ΔΕΣΕ Λαμίας, που ήταν πλέον αρμόδια για το ζήτημα αυτό, έλαβε τη βεβαίωση .../16.8.1999 του Διευθυντή της ΔΕΣΕ Λαμίας ότι δεν είχε χορηγηθεί άδεια για την επίμαχη τομή από την υπηρεσία του, οπότε πίστευε ότι δεν υπήρχε η άδεια αυτή.
Ως προς τις αυθαίρετες κατασκευές στην οικία της οικογένειας του ενάγοντος, διαπιστώθηκε, μετά από αυτοψία που διενήργησε η Πολεοδομία Άμφισσας, ότι είχε αλλάξει το ισόγειο της οικοδομής και είχε μετατραπεί σε υπόγειο, είχε κατασκευαστεί υπερυψωμένη στέγη-σοφίτα, είχε κατασκευαστεί ισόγειο βοηθητικό κτίριο με φέρουσα τοιχοποιία και είχε κατασκευαστεί ισόγειο στέγαστρο, χωρίς οικοδομική άδεια.
Μετά από ένσταση της Κ. Γ., συζύγου του ενάγοντος, έγινε αυτοψία και διαπιστώθηκαν ορισμένες διαφοροποιήσεις, οπότε το πρόστιμο (αρχικού ύψους 9.736,44 για την ανέγερση και 1.630,73 ετησίως για τη διατήρηση) μειώθηκε και έγινε ρύθμιση καταβολής σε δόσεις. Ως προς το ναό αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ανήγειρε χωρίς άδεια σε ακίνητο του στη θέση Βρωμοπήγαδο Βουνιχώρας Γαλαξιδίου μικρό ναό, η ανέγερση του οποίου είχε εγκριθεί από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο Φωκίδας, αλλά δεν υπήρχε άδεια ναοδομίας.
Επομένως οι αναφορές της ανωτέρω εκπομπής, ως προς τις οικοδομικές παραβάσεις, ήσαν αληθινές, πλην της τομής του οδοστρώματος, για την οποία υπήρχε δικαιολογημένα η πεποίθηση ότι δεν υπήρχε άδεια, γιατί ο ενάγων την προσκόμισε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο ποινικό δικαστήριο (10.5.2005) ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου από το 1998, που ο τελευταίος αγόρασε όμορο με της οικογένειας του ενάγοντος ακίνητο, υπάρχει μια συνεχής αντιδικία με μηνύσεις εκατέρωθεν και αγωγές εκ μέρους του ενάγοντος και καταγγελίες σε διάφορες υπηρεσίες εκ μέρους του πρώτου εναγομένου ... .
Ως προς τα γεγονότα της παράβασης οικοδομικών διατάξεων και της ανέγερσης του ναού χωρίς άδεια, όπως εκτενώς προεκτέθηκε, ο πρώτος εναγόμενος αναφέρθηκε με τρόπο υπερβολικό και με δεδομένο ότι γνώριζε τις διαστάσεις των παραβάσεων πολύ καλά, εφόσον είναι κύριος όμορου ακινήτου, το οποίο επισκέπτεται συχνά και κάτοικος της περιοχής, αλλά και εφόσον έχει προσφύγει στις αρμόδιες υπηρεσίες με αιτήσεις και καταγγελίες, οι οποίες είχαν επιληφθεί αυτών και ενεργούσαν σχετικά, καταδεικνύει ότι σκοπό είχε να σπιλώσει, να θίξει και να πλήξει τον ενάγοντα στην προσωπικότητα του και κυρίως στο πιο σημαντικό της στοιχείο, την ιεροσύνη του.
Ο σκοπός αυτός επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι προσέτρεξε στον πιο πάνω τηλεοπτικό σταθμό, αποδεχόμενος ότι οι δηλώσεις του σχετικά με τον ενάγοντα θα εξετίθεντο στο ευρύ κοινό, με πιθανότητα να τον βλάψουν, χωρίς να αναμένει ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού μόνες αρμόδιες ήσαν οι σχετικές υπηρεσίες για να πράξουν όσα ορίζονται για τις παραβάσεις του ενάγοντος και τα δικαστήρια, σε περίπτωση που αυτός ενείχε και ποινικές ευθύνες.
Ειδικότερα για την τομή στο οδόστρωμα ανέφερε ότι υφίσταται το αυτοκίνητο του φθορές χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι υπέστη κάποια ζημία, ενώ με την απόφαση 649/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι έχει καταστεί τελεσίδικη, ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος με περιεχόμενο σχετικό με την ανωτέρω αναφορά του, δηλαδή τις βλάβες που προξενούνται από την τομή.
Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι όντως έχει υποβληθεί πρόστιμο από την Πολεοδομία που έχει επιληφθεί μετά από καταγγελία του, εκθέτοντας ότι το σπίτι είναι τεράστιο και του αποκρύπτει τη θεά προς τον Παρνασσό και ότι μετά από αιτήσεις του στην Πολεοδομία και Ναοδομία διαπιστώθηκε ότι ο ναός έχει ανεγερθεί χωρίς άδεια.
Επομένως, εφόσον μετά τις καταγγελίες του οι άνω υπηρεσίες ενεργούσαν προς άρση των παραβάσεων, χωρίς ο πρώτος εναγόμενος να αναφέρει ότι αδράνησαν ή συγκάλυψαν αυτές, δεν είχε λόγο να προσφύγει στην εκπομπή. Εξάλλου, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το έκανε για λόγους δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, προκειμένου να γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό τη συμπεριφορά του ενάγοντος, ως μη αρμόζουσα σε ιερέα, πέραν του ότι ο ίδιος αποδέχεται με αναφορά του στην εκπομπή ότι αυτό είναι ήδη γνωστό, είναι μια σφοδρή διαμάχη η οποία έχει αφήσει άναυδο πάρα πολύ κόσμο, ο σκοπός αυτός αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως στοιχείο της αδικοπραξίας του, διότι από τον πιο πάνω τρόπο εκδήλωσης της πράξης έτεινε στην προσβολή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του και με περιφρόνηση αυτού (ΑΠ 167/2000) και σε κάθε περίπτωση προκύπτει σκοπός εξύβρισης αυτού και πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξαιτίας των αναφορών του πρώτου εναγομένου στην άνω εκπομπή ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητας του και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ...". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δικαιολογείται επαρκώς η εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 914 ΑΚ, 361 και 362 ΠΚ, των οποίων το πραγματικό καλύπτεται πλήρως, και αντίστοιχα η μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 γ ΠΚ, λόγω ανυπαρξίας δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και σε κάθε περίπτωση, λόγω της ύπαρξης σκοπού εξύβρισης, και συνακόλουθα η δημιουργία αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος και η υποχρέωση αυτού για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της προκληθείσας στον αρχικώς ενάγοντα ηθικής βλάβης.
Έτσι είναι αβάσιμοι ο δεύτερος και ο τέταρτος από τους λόγους αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα. Εξάλλου, από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνακόλουθα είναι αβάσιμος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν δημιουργούν καμιά αντίφαση οι αντίθετες, σε σχέση με τον πρώτο εναγόμενο, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι ο δεύτερος εναγόμενος (δημοσιογράφος) ενήργησε στην επίμαχη εκπομπή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για ενημέρωση και κατατόπιση του τηλεοπτικού κοινού και ότι δεν προκύπτει σκοπός δυσφήμησης, ούτε εξύβρισης εκ μέρους του, που είχαν ως περαιτέρω συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως προς αυτόν και την ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού τρίτη εναγομένη εταιρία.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.10.2010 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της απόφασης 112/2010 του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ