1079/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Λιάκου, με την από 406/1997 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Φυλής και με την από 4-10-1996 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή η "ΔΕΠΑ ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3777/1997 μη οριστική, 3724/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4941/2004 μη οριστική, 2125/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1079/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Λ. με διαθήκη, αφού ο ήδη αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε την γενομένη αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα, ούτε επικαλέστηκε τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής και τον αριθμό της, τον χρόνο μεταγραφής της στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή την εγγραφή της στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1079 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1079/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΣΦΑ ΑΕ" (πρώην ΔΕΠΑ ΑΕ) που εδρεύει στο …, και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλέξάνδρα Σ. και 2. Δήμου Φυλής, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στη Φυλή Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Πισσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Λιάκου, με την από 406/1997 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Φυλής και με την από 4-10-1996 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή η "ΔΕΠΑ ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3777/1997 μη οριστική, 3724/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4941/2004 μη οριστική, 2125/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδάφ. α', 287 παρ. 1, 290, 291, 292 του ΚΠολΔ, 1198, 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι τη δίκη, που διακόπηκε βίαια από το θάνατο κάποιου διαδίκου, επαναλαμβάνει εκούσια ο κληρονόμος του, η συμμετοχή του οποίου στη δίκη συνιστά σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας και δεν απαιτείται για το έγκυρο της δήλωσης επανάληψης, προηγούμενη μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος, ούτε υποβολή δηλώσεως φόρου κληρονομίας, αφού με τη δίκη που επαναλαμβάνεται το δικαίωμα του αποβιώσαντος ήλθε σε κρίση ενώπιον του δικαστηρίου, ο δε κληρονόμος του απλώς συνεχίζει τη δίκη για το ίδιο αντικείμενο υπεισερχόμενος στα δικαιώματα τούτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη δήλωση συνεχίσεως της δίκης ενώπιον του Εισηγητή-Δικαστή κατά τη διεξαγωγή των εμμάρτυρων αποδείξεων στις 28-11-2008, που διατάχθηκαν με την 4941/2004 προδικαστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, από τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, που κληρονόμησε τον αρχικό ενάγοντα Α.
Λ. με διαθήκη, αφού ο ήδη αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε την γενομένη αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα, ούτε επικαλέστηκε τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής και τον αριθμό της, τον χρόνο μεταγραφής της στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή την εγγραφή της στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο.
Σύμφωνα, όμως, με τα όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν είναι αναγκαίο στη δήλωση επαναλήψεως της βίαια διακοπείσας δίκης λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, να αναφέρονται στη δήλωση αυτή τα ως άνω στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος νόμιμα συνεχίζει τη δίκη στη θέση του θανόντα αρχικού ενάγοντα ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, συνακόλουθα, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, που προσάπτει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος νόμιμα συνεχίζει τη δίκη, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν εξέφερε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικτικό πόρισμα.
Επειδή, επί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή, την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία), καθώς και ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί την κυριότητά του επί του επιδίκου.
Παράγωγος δε τρόπος κτήσης της κυριότητας ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 1413 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το νόμο 1329/1983, είναι και η διατετιμημένη προίκα, αφού αντικείμενο της προίκας δεν είναι αυτό τούτο το ακίνητο, διότι τούτο μεταβιβάζεται στην ελεύθερη κυριότητα και διάθεση του προικολήπτη συζύγου. Στην περίπτωση, επίσης, που η ίδια πιο πάνω αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) απαιτείται, υπό την ισχύ μεν του Αστικού Κώδικα, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ άσκηση νομής επί 10ετία ή 20ετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 1051 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο νομής του και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός του, υπό την ισχύ δε του Β.Ρ.Δ.
και, ειδικότερα, των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (4.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7παρ. 3 Πανδ. (23.3), που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 και 64 ΕισΝΑΚ, όταν η επικαλούμενη κτήση της κυριότητας του ακινήτου έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23-2-1946), απαιτείται άσκηση νομής επί 30ετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα της κυριότητας τρίτου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. δ/τος 31/1968, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 ν. 1416/1984, ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938. Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ' επέκταση και των Δήμων και Κοινοτήτων, είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γι' αυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης.
Η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων. Έτσι, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.
Κατά συνέπεια, επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον, που τα διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα (30) έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή επί είκοσι (20) έτη, με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, ο αρχικός ενάγων Α. Λ., στη θέση του οποίου, ως εκ του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, υπεισήλθε ως κληρονόμος του από διαθήκη ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, που συνεχίζει νόμιμα τη δίκη, ισχυρίστηκε, ότι είναι κύριος ενός αγρού, που περιήλθε σ' αυτόν σε μείζονα έκταση 25 στρεμμάτων δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου .../1951 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Λιάκου, ως διατετιμημένη προίκα, την οποία συνέστησε η Α.
Π., με τη θυγατέρα της οποίας τέλεσε γάμο, που λύθηκε, λόγω θανάτου της, το έτος 1976. Ότι, πλην του ως άνω επικαλούμενου τρόπου κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, κατέστη κύριος αυτού και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού τόσο ο ίδιος από την ως άνω απόκτησή του, όσο και οι δικαιοπάροχοί του, άμεσοι και απώτεροι, από το έτος 1941 διενεργούσαν όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή εμφανείς, προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής, με τα προσόντα κάθε μιας των άνω χρησικτησιών, μέχρι το Μάιο του έτους 1996, οπότε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αμφισβήτησε και διατάραξε την κυριότητά του σε μέρος του ακινήτου, εμβαδού 4.526 τετρ.
μέτρων, που επαρκώς περιγράφει. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του άνω τμήματος των 4526 τετρ. μέτρων. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την κτήση από τον άνω αρχικό ενάγοντα του επίδικου ακινήτου τόσο κατά παράγωγο τρόπο, όσο και κατά πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται να επικαλεστεί στην αγωγή, ότι είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησκτησίας στο πρόσωπο του άνω αρχικού ενάγοντος και των δικαιοπάροχων του μέχρι την 11-9-1915 και ότι η εναγομένη κατέχει το επίδικο.
Το Εφετείο, επομένως, που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή, θεμελιούμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο του αρχικού ενάγοντος, στη θέση του οποίου υπεισήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, έλαβε υπόψη τον αποτελούντα λόγο έφεσης ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 εδάφιο β' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γι' αυτό και ο αντίθετος σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς, και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και, όταν υφίστανται ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Επίδικο είναι ένα ακίνητο, εμβαδού 4.526 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Σπηλιές" του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Φυλής και συνορεύει βόρεια επί πλευράς 46,50 μ. με ιδιοκτησία της εναγομένης-προσεπικαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΠΑ)", στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΣΦΑ ΑΕ)" και πρώην ιδιοκτησία του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Φυλής, νότια επί πλευράς 74,50 μ.
με ιδιοκτησία του αρχικού ενάγοντος και αγροτικό δρόμο, ανατολικά επί πλευράς 135μ. με αγρό Α. Ψ. και δυτικά επί πλευράς 75,5 μ. με ιδιοκτησία Π. Κ. και Δήμου Φυλής. Με το .../1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λιάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο 72 και με αριθμό ..., η Α.
Π. συνέστησε διατετιμημένη προίκα υπέρ του αρχικού ενάγοντος, λόγω τελέσεως γάμου με τη θυγατέρα της Α. Π., που λύθηκε το έτος 1976, όταν απεβίωσε, και μεταβίβασε σ' αυτόν κατά κυριότητα, πέραν άλλων ακινήτων, και ένα ακίνητο, εμβαδού 25 στρεμμάτων περίπου, κείμενο στη θέση "Σπηλιές" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φυλής και συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.
Τ., δυτικά με ιδιοκτησία I. Κ., βόρεια με κοινοτικά κτήματα και νότια με βουνό. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην Α. Π. κατά κυριότητα με το .../1941 συμβόλαιο του ιδίου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, δυνάμει του οποίου αυτή και η αδελφή της Μ. Κ. διένειμαν μεγαλύτερη έκταση, που ανήκε σ' αυτές κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά, σε δύο ίσα τμήματα κατά τη διεύθυνση ανατολή - δύση και αυτή (Α.
Π.) έλαβε το ανατολικό τμήμα, ενώ η Μ. Κ. το δυτικό. Το επίδικο περιλαμβάνεται στους άνω τίτλους και ειδικότερα αποτελεί το βόρειο τμήμα του άνω μεγαλύτερου ακινήτου που περιήλθε στην Α. Π. . Η δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος και ο ίδιος νέμονταν και κατείχαν το μεγαλύτερο ακίνητο και συνεπώς και το επίδικο, διαδοχικά ο καθένας με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνέχεια και χωρίς διακοπή οπωσδήποτε από το έτος 1941 μέχρι και την άσκηση της αγωγής.
Ειδικότερα, η Α. Π. νεμήθηκε το άνω ακίνητο με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο το υπ' αριθ. .../1941 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λιάκου και καλή πίστη από το έτος 1941 μέχρι και το έτος 1951, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, διενεργώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και συγκεκριμένα το οριοθετούσε και το καλλιεργούσε με σιτάρι, κριθάρι, βίκο και σανό.
Περαιτέρω, και ο αρχικός ενάγων νεμήθηκε το ακίνητο με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο το .../1951 συμβόλαιο του ιδίου παραπάνω συμβολαιογράφου και καλή πίστη, αλλά και ανεξάρτητα από τον παραπάνω νόμιμο τίτλο και την καλή πίστη από το έτος 1951 , μέχρι και την άσκηση της αγωγής το έτος 1996, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας άλλως της εικοσαετίας, διενεργώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του παραπάνω αναφερόμενες πράξεις νομής .
Το ακίνητο αυτό ήταν πάντοτε αγρός καλλιεργήσιμος και δεν αποδείχθηκε, ότι είχε το χαρακτήρα βοσκοτόπου και ότι είχε αποκτήσει επ' αυτού κυριότητα ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος Φυλής, είτε με παραχώρηση από το Δημόσιο, είτε με χρησικτησία είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Κατά συνέπεια, αυτό δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας και ο αρχικός ενάγων, απέκτησε κυριότητα επ' αυτού τόσο με παράγωγο τρόπο με σύσταση διατετιμημένης προίκας, όσο και με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να απαιτείται στην τελευταία περίπτωση αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτού και των δικαιοπαρόχων του μέχρι 11-9-1915.
Μετά από αυτά, η μεταβίβαση της κυριότητας τμήματος του ως άνω ακινήτου του ενάγοντος εμβαδού 4.526 τ.μ., που αποτελεί και το επίδικο, με το .../17-2-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ευαγγελίας Πηλιχού, που μεταγράφηκε στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών, υπό του εκκαλούντος - προσθέτως παρεμβαίνοντος Δήμου Φυλής προς την ήδη αναιρεσείουσα παραπάνω εταιρεία λόγω πωλήσεως, έγινε από μη κύριο και η τελευταία δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού.
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια του αρχικού ενάγοντος, οι οποίες είναι σαφείς και επιβεβαιώνονται από τα άνω έγγραφα, που αποτελούν τους τίτλους κτήσεως αυτού αλλά και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Γ., που διορίσθηκε από το δικαστήριο και την τεχνική έκθεση του Α.
Σ., τοπογράφου μηχανικού, που διορίσθηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος, οι οποίοι δέχονται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους άνω τίτλους αυτού, αλλά και από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1962, 1981 και 1990 της ΓΥΣ, που έγινε από τον παραπάνω πραγματογνώμονα και τον τεχνικό σύμβουλό του. Ειδικότερα, στις αεροφωτογραφίες αυτές αποτυπώνεται ο διαμήκης διαχωρισμός από δυσμάς προς ανατολάς του μείζονος αγρού του αρχικού ενάγοντος από το υπάρχον ρέμα και στις νεότερες από αυτές και ειδικότερα από του έτους 1962 και εντεύθεν παρατηρείται η χάραξη αγροτικής οδού παράπλευρα του ρέματος στη νότια πλευρά του.
Επιπλέον φαίνεται, ότι το μείζον ακίνητο του ενάγοντος ήταν καλλιεργημένο κατά τρόπο ενιαίο, δηλαδή τόσο κατά το νότιο τμήμα του, όσο και κατά το βόρειο τμήμα του, που αποτελεί και το επίδικο και διαχωρίζεται από το νότιο με το άνω ρέμα και την αγροτική οδό, με δημητριακά ή βίκο και εντός αυτού υπήρχε μεγάλος αριθμός λιθοσωρών (γκουραμάδων), που αποτελούν τεκμήρια καλλιέργειας.
Οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, αφού η γνώση αυτού για το επίδικο και την ευρύτερη περιοχή τοποθετείται μετά το έτος 1996, όταν η άνω διάδικος αγόρασε το άνω ακίνητο, αλλά ούτε και από τα μισθωτήρια συμβόλαια, τα λοιπά συμβόλαια και τις απαλλοτριωτικές πράξεις, που προσκομίζει και επικαλείται ο ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος Φυλής, δεδομένου ότι αφορούν στην ευρύτερη όμορη έκταση αυτού και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν και το επίδικο.
Τέλος, δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση ούτε από την τεχνική έκθεση του Γ. Δ., τοπογράφου μηχανικού, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, καθόσον αυτός καταλήγει στην άποψη ότι κύριος του επιδίκου ήταν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος Φυλής και συνεπώς και η αναιρεσείουσα συμπερασματικά ως εκ του ότι ήταν κύριος όμορης ευρύτερης εκτάσεως, επιπλέον, ως και του ότι στους τίτλους του αρχικού ενάγοντος δεν γίνεται σαφής περιγραφή των ορίων της ιδιοκτησίας του και, τέλος, διότι δεν γίνεται αναφορά σ' αυτούς στην ύπαρξη του ρέματος και του αγροτικού δρόμου, η οποία όμως δεν ήταν αναγκαία, αφού αυτά δεν αποτελούσαν όρια ακινήτου του αρχικού ενάγοντος, η διάνοιξη αγροτικής οδού έγινε τα τελευταία χρόνια από όλους τους ιδιοκτήτες των εκεί ιδιοκτησιών σε βάρος αυτών και προς εξυπηρέτηση της καλλιέργειάς τους και δεν προϋπήρχε ως διαχωριστικό όριο της ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου Π.
Λ. και αυτής του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Δήμου". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο αρχικός ενάγων Α. Λ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Λιάκος του Α., έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο με σύσταση διατετιμημένης προίκας, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), καθόσον νεμόταν το επίδικο, αντίστοιχα, με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου του Α.
Π., από το έτος 1941 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής το έτος 1996 και συνακόλουθα είχε καταστεί κύριος τούτου μέχρι τις 2-12-1968, ότι το επίδικο ήταν πάντοτε αγρός καλλιεργήσιμος, ότι δεν αποδείχτηκε, ότι είχε ποτέ χαρακτήρα βοσκότοπου και ότι είχε αποκτήσει επ' αυτού κυριότητα ο ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος Φυλής, είτε με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε με χρησικτησία, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, και ότι η μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου το έτος 1996 από τον Δήμο Φυλής στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία λόγω πωλήσεως, έγινε από μη κύριο και ότι έτσι η τελευταία δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης-αναιρεσείουσας, δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τρόπο παράγωγο και με έκτακτη χρησικτησία από τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της, ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης επιφάνειας 930.000 τ.μ., η οποία ανήκει στον προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Φυλής, δυνάμει του Β.Δ/τος της 30-8-1840 και ότι έκτοτε ο Δήμος νεμόταν και κατείχε αυτή, ασκώντας επ' αυτής τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες προς τη φύση της πράξεις νομής, μέχρι το έτος 1996, οπότε μέρος της εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, ο Δήμος Φυλής πώλησε σ' αυτή, και ότι ο αρχικός ενάγων δεν επικαλέστηκε και δεν απέδειξε συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτού και των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11-9-1915.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, εις βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, εις βάρος του διαδίκου που νικήθηκε.
Οι διατάξεις των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Με τη διάταξη αυτή αλλά και αυτές των άρθρων 176 επόμ. ΚΠολΔ, ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί, "ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που την καταδίκασε αναιτιολογήτως στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος ποσού 6.000 ευρώ, με την αιτιολογία ότι η καταψήφιση των δικαστικών εξόδων είναι συνέπεια της αρχής της ήττας δεν έσφαλε", και κατόπιν τούτου, να απορρίψει το σχετικό λόγο έφεσης, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι η καταδίκη του αυτή στα δικαστικά έξοδα ως ηττημένου διαδίκου δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τα δικαστικά έξοδα είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ενώ, εξάλλου, δεν ενέχει περιορισμό του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για δίκαιη δίκη και για το σεβασμό της περιουσίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" για αναίρεση της 2125/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Π. Λ. και εξακοσίων (600) ευρώ για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ