Legislator Case Law & Legislation
1079/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure of appellants to appear or be properly summoned for hearing.

Case Number 1079/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the appellants failed to appear or be legally represented at the hearing. Although the case was listed on the court's docket, the appellants neither attended nor were properly summoned for the scheduled session. The court ruled that without valid summons or appearance, the hearing cannot proceed, rendering the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 226(4)(b)-(c), 94, and 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte whether parties were legally and timely summoned, and any hearing without proper summons or appearance is declared inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal proper summons failure to appear legal representation sua sponte examination Code of Civil Procedure hearing validity

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(b)-(c) of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1079 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1079/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.X1 και 2. X2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ ΑΕΓΑ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3 Απριλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 721/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 5 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚπολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ.β'και γ' ΚπολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ'αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ'αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της, συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεως του κατ'αυτή.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 94 του ΚπολΔ προκύπτει ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχε γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, της έλλειψη πληερξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Συνεπώς, η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο που επέσπευσε τη συζήτηση υπογράφοντος τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, κατά το ανωτέρω άρθρο 104, την ακυρότητα της κλήσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδρίαση του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Κατά τη δικάσιμο της 30-4-2007, που είχε ορισθεί αρχικώς για τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την οποία φέρονται ότι παρέστησαν οι διάδικοι, πλην του δεύτερου από τους αναιρεσείοντες X2 ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-3-2008. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία παρέστη μόνον η αναιρεσίβλητη, ενώ οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο, η υπόθεση αναβλήθηκε και πάλι για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 9-3-2009.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο παρέστη νομίμως η αναιρεσίβλητη. Αντιθέτως, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο οι αναιρεσείοντες. Πλην όμως, ειδικότερα όσον αφορά τον δεύτερο από αυτούς X1, δεν αποδεικνύεται ούτε ότι ο τελευταίος αυτός διάδικος είχε επισπεύσει νομίμως τη συζήτηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ούτε ότι είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί από τους λοιπούς δικαδίκους, είτε για τις προηγηθείσες είτε για την παρούσα δικάσιμο.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-11-2005 αιτήσεως του X1 και X2 για αναίρεση της 721/2005/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ