Legislator Case Law & Legislation
1079/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to contradictory grounds and failure to cite substantive law violated.

Case Number 1079/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Patras Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court erred by refusing new evidence and misinterpreting procedural grounds, but the court found these claims internally contradictory and legally unfounded. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(17) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on contradictory grounds or failure to specify the violated substantive law is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contradictory grounds substantive law violation procedural error legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1079 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1079/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγή Γεράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ως επιτρόπου δήθεν των ενηλίκων απόντων Ψ2 και Ψ3, δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 49/1989 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) του δήθεν ενάγοντος εφεσιβλήτου Ψ4. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παναγής Καπάτος δήλωσε ότι ο Ψ1 δεν παρίσταται διότι έπαυσε να ασκεί επιτροπεία για την Ψ2 δυνάμει της υπ΄αριθμ.633/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ως εκ τούτου εκπροσωπεί πλέον και την Ψ2 και τον Ψ4 που είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με τον Ψ3, βάσει πληρεξουσίων.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, αφ΄ ενός δεν έχει γίνει επίδοση του δικογράφου της αναιρέσεως στους αντιδίκους, αφ΄ ετέρου δεν έχει προετοιμασθεί για την συζήτηση της υποθέσεως λόγω της διακοπής του ρεύματος από 23/1/2006 έως 2/2/2006 στην Κεφαλλονιά. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως κατά την ίδια συνεδρίαση απέρριψε το αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (με κατάθεσή της στις 18-9-2003) εξαιτίας της κρίσης του ότι παρεμβλήθηκε αντίστοιχα χρόνος τόσο μακράς διάρκειας ώστε ήταν απόλυτα επαρκής για την προετοιμασία της υπεράσπισης των απόψεων του αναιρεσείοντος και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-1990 αγωγή του Ψ1, ως ασκούντος την επιτροπεία των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/1991 προδικαστική, 25/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2001 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-9-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 17-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-9-2003 αίτησης για αναίρεση της 134/2001 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 134/2001 απόφασης του Εφετεόυ Πατρών (με αριθμό έκθ. κατάθ. 125/18.9.2003) εκδόθηκε η 633/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία δέχθηκε την από 20.4.2005 αίτηση των Ψ2, Ψ1 και Ψ περί άρσης της 49/1989 απόφασης του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία είχαν διοριστει΄ο δεύτερος και η τρίτη από τους αιτούντες επίτροπος και παρεπίτροπος, αντίστοιχα, της πρώτης από αυτούς ως απούσας και άγνωστης διαμονής και ήρε την ισχύ της εν λόγω απόφασης. Με βάση το ................ πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Σίδνεϋ Αυστραλίας ................, η Ψ2 διόρισε πληρεξούσιό της το δικηγόρο Κεφαλληνίας Παναγή Καππάτο, ο οποίος, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι ο Ψ1, που νόμιμα εκπροσωπούσε την εντολέα του κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς δίκης ως επίτροπος αυτής, δεν παρίσταται πλέον στη δίκη, λόγω της άρσης της επιτροπείας του. Επομένως, η δεύτερη ενάγουσα ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ2 νόμιμα πλέον συνεχίζει την εκκρεμή δίκη με το δικό της όνομα (άρθρο 63 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ. ΑΠ 16/1990, 40/1996). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται και κατά της 25/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση και επί της οποίας, μετά από εξέταση της ουσίας, εκδόθηκε η επίσης προσβαλλόμενη 134/2001 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην περίπτωση που η διεκδικητική (ή αναγνωριστική κυριότητας) ακινήτου αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί με τις προτάσεις της τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του (ή των δικαιοπαρόχων του κ.ο.κ.), καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (ιδίως χρησικτησία).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της κατά του ήδη αναιρεσείοντος αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής και των από 5.3.1991 προτάσεων των εναγόντων της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της υπόθεσης, καθόσο μέρος αυτές συμπληρώνουν και διευκρινίζουν τη βάση εκείνης (άρθρο 224 ΚΠολΔ) και περιορίζουν το αίτημα εκείνης (από καταδικαστικό σε αναγνωριστικό) (άρθρο 223 ΚΠολΔ), οι πρώτος και δεύτερη ενάγοντες και ήδη δεύτερος και πρώτη αναιρεσίβλητοι, νόμιμα εκπροσωπούμενοι, λόγω της άγνωστης τότε διαμονής τους στην αλλοδαπή, από το νόμιμα διορισμένο με δικαστική απόφαση επίτροπό τους Ψ1, επικαλέστηκαν, προς θεμελίωση της αγωγής στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο, για το ορισμένο αυτής στοιχεία.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν οι δύο ενάγοντες, ότι είναι αποκλειστικοί και κατ' ισομοιρία συγκύριοι ενός οικοπέδου με την πάνω σ' αυτό υπάρχουσα ισόγεια οικία από κληρονομία της θανούσας, χωρίς διαθήκη, κατά το έτος 1976, θείας τους Γ1, ως γιος του προαποβιώσαντος αδελφού της θανούσας Β1, ο πρώτος από αυτούς και θυγατέρα της προαποβιώσασας ανηψιάς της Β2, θυγατέρας, επίσης, του πιο πάνω αδελφού της Β1, η δεύτερη από αυτούς, για την οποία κληρονομία εκδόθηκε, ύστερα από αίτηση του πρώτου απ' αυτούς, ενεργούντος και για λογαριασμό της δεύτερης, περί χορήγησης σ' αυτούς σχετικού κληρονομητηρίου, η 57/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία δέχθηκε την εν λόγω αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και διέταξε τη χορήγηση κληρονομητηρίου, πιστοποιούντος ότι ο τότε αιτών, καθώς και η Ψ2, δηλαδή οι ενάγοντες τυγχάνουν μοναδικοί και κατ' ισομοιρία εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της πιο πάνω θανούσας, το οποίο (κληρονομητήριο με αριθ. 5/1979) έχει νόμιμα μεταγραφεί.

Ισχυρίστηκαν, επίσης, οι ενάγοντες, ότι το επίδικο ακίνητο, όπως λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια περιγράφεται στην αγωγή, περιήλθε ως οικόπεδο στην πιο πάνω άμεση δικαιοπάροχό τους δυνάμει του ........... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ληξουρίου Κεφαλληνίας Γεράσιμου Συνοδινού, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, από αγορά του από την αληθινή κυρία του ....................., επ' αυτού δε, ευθύς αμέσως μετά την αγορά του, ανήγειρε η εν λόγω δικαιοπάροχός τους την, επίσης, στην αγωγή λεπτομερώς περιγραφόμενη ισόγεια οικία, στην οποία και διέμεινε μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό της.

Από τις επίσης επισκοπούμενες από 11-3-1991 προτάσεις του εναγομένου της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής, προκύπτει ότι με αυτές ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, σε σχέση με το ορισμένο της εν λόγω αγωγής, ότι: «Η ένδικη αγωγή είναι ασαφής και αόριστη γιατί δεν περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος.

Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή εάν για το επίδικο ακίνητο έχει εκδοθεί παραχωρητήριο από την Κτηματική Ομάδα της πόλης ................. που έχει συσταθεί με το ν.δ. 2934/1954 και εάν το παραχωρητήριο αυτό έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών και σε ποιο τόμο και αριθμό». Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει δε ιδίως του ότι στον πιο πάνω περί παραχωρητηρίου από την Κτηματική Ομάδα ισχυρισμό δεν αναφέρεται ορισμένως ότι στις γαίες που εκ του νόμου περιήλθαν σ' αυτήν την Ομάδα περιλαμβάνεται και το επίδικο, προκύπτει, ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο οπωσδήποτε την κυριότητα της άμεσης δικαιοπαρόχου των αντιδίκων του, ώστε να υποχρεούνται οι τελευταίοι να καθορίσουν με τις προτάσεις τους της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής τον τρόπο κτήσης της κυριότητας της πιο πάνω δικαιοπαρόχου τους, καταφεύγοντας ακόμη και σε πρωτότυπη κτήση, όπως λ.χ.

σε έκτακτη χρησικτησία. Το Εφετείο, επομένως, που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, αν και με διαφορετική αιτιολογία, ότι ο εναγόμενος με τις πιο πάνω προτάσεις του δεν αμφισβήτησε την κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Γ1 με συνέπεια να είναι η αγωγή ορισμένη κατά νόμο και νόμιμη, με βάση δε αυτήν την κρίση του απέρριψε ως αβάσιμους τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, αντίστοιχα, λόγους της έφεσης περί της μη νομιμότητας και αοριστίας της ένδικης αγωγής, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και της παρά το νόμο μη κήρυξης του απαραδέκτου της αγωγής εξαιτίας της αοριστίας της, γι' αυτό και ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια εξαιτίας σχετικών αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η εν λόγω πλημμέλεια προϋποθέτει την ύπαρξη στην προσβαλλόμενη απόφαση ελάσσονος πρότασης από τα κατά το δικαστήριο της ουσίας αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά γεγονότα, πράγμα που λείπει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

IV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 περίπτ. α' και β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας. Παρέπεται ότι άρνηση σε αγωγή, ένσταση κλπ δεν αποτελεί πράγμα υπό την αμέσως πιο πάνω έννοια. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ζήτημα νοείται ο πραγματικός ισχυρισμός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Συνεπώς, η άρνηση σε αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας δεν αποτελεί ζήτημα υπό την πιο πάνω έννοια. Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο, πέμπτο και δεύτερο μέρη του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 10 περίπτ.

β' και α' και από τον αριθμό 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με την πιο πάνω απόφαση, δέχθηκε, παρά το νόμο, χωρίς να διατάξει απόδειξη και χωρίς απόδειξη, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, επιφέρουσες τη στέρηση της νόμιμης βάσης της απόφασης, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο πραγματικός ισχυρισμός του εναγομένου που συνίσταται στο ότι ο κατά το δικόγραφο της αγωγής ενάγων Ψ3 δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Ψ4 , πραγματικό κληρονόμο της Γ1, η ιδιότητα του οποίου πιστοποιείται με το .............

πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας (κληρονομητήριο), που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο οποίος εμφανίστηκε και συνέχισε τη δίκη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού αναφέρονται σε ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν αποτελεί «πράγμα» ή «ζήτημα», κατά την έννοια των αμέσως παραπάνω διατάξεων, αλλά συνιστά άρνηση της ταυτότητας του πιο πάνω ενάγοντος.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων Ψ3 είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Ψ4 , περιέχει αντιφατικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αντίφαση όχι στο διατακτικό αλλά μόνο στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, δεν ιδρύει τον αμέσως πιο πάνω λόγο.

Τέλος, απορριπτέος ως αόριστος είναι ο ίδιος (πρώτος) αναιρετικός λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του, ως προς το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει την ένσταση του εναγομένου περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου ενάγοντος, αφού η από το δικαστήριο της ουσίας τυχόν εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος προϋποθέτει την από το δικαστήριο αυτό παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο (πρβλ Ολ.

ΑΠ 18/2005), ενώ ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε την ακυρότητα της παράστασης του πρώτου ενάγοντος, είναι, ενόψει της προεκτιθέμενης παραδοχής του Εφετείου (περί μη ανταπόκρισης στην αλήθεια κλπ), απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Από το άρθρο 1195 εδ. β ΑΚ, σε συνδυασμό και προς το εδ. α του ίδιου άρθρου καθώς και προς τα άρθρα 1956 και 1961 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, αντί της δεόμενης καταχώρισης σε δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή αποδοχής της κληρονομίας, μπορεί να μεταγραφεί το κληρονομητήριο, ήτοι το πιστοποιητικό, που αναγράφει ιδίως τον κληρονόμο κάποιου θανόντος και, αν υπάρχουν περισσότεροι, την μερίδα καθενός επί της κληρονομίας, το οποίο πιστοποιητικό παρέχεται ύστερα από την επί της αντίστοιχης υπόθεσης οικία απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου.

Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, νοούμενου ως τέτοιου εξ εκείνων που αποτελούν αποδεικτικό μέσο και, άρα, όχι εξ εκείνων που συνιστούν διαδικαστικά έγγραφα, όπως αγωγή ή προτάσεις διαδίκου, το παραμόρφωσε δε με το να αναφέρει ως αναφερόμενα στο έγγραφο και ακολούθως με το να δεχθεί ως από αυτό το έγγραφο αποκλειστικώς ή κυρίως αποδεικνυόμενα πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, για το ορισμένο δε του υπό συζήτηση λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σ΄ αυτόν, πλην άλλων, το ότι το δικαστήριο σχημάτισε την οικεία κρίση του αποκλειστικώς ή κυρίως από το παραμορφωμένο έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής και τις από 5.3.1991 προτάσεις των εναγόντων της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης προκύπτει ότι οι ενάγοντες επικαλέστηκαν τη δυνάμει της 57/1979 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας χορήγηση κληρονομητηρίου, πιστοποιούντος ότι αυτοί τυγχάνουν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας Γ1 , καθώς και τη νόμιμη μεταγραφή του εν λόγω κληρονομητηρίου (με αριθ. 5/1979).

Το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι το κληρονομικό δικαίωμα του καθενός από τους ενάγοντες κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, πιστοποιήθηκε με την 57/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία διέταξε τη χορήγηση κληρονομητηρίου, εκδόθηκε δε σχετικά το ..........

πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το οποίο (πιστοποιητικό, δηλαδή κληρονομητήριο) μεταγράφηκε στις 5-7-1989, στην εν λόγω δε μεταγραφή περιλήφθηκε και το επίδικο ακίνητο. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την σωρευτική επίκληση των αριθμών 8 περίπτ. α', 1 και 20, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί τα προαναφερόμενα, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1195 ΑΚ και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, των από 5-3-1991 πρωτόδικων προτάσεων των εναγόντων, της από .............

σημείωσης του Υποθηκοφύλακα Αργοστολίου, καθώς και του από .............. πιστοποιητικού του ίδιου Υποθηκοφύλακα περί της μεταγραφής της 57/1979 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και όχι και του ........... κληρονομητηρίου, είναι απορριπτέος, κατά μεν τα πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, μέρη του, ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με το να δεχθεί τα παραπάνω, έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1195 εδ.

β' ΑΚ, κατά δε το τρίτο μέρος του, ως προς μεν τα δύο πρώτα διαδικαστικά έγγραφα ως απαράδεκτος, ως προς δε τα λοιπά έγγραφα, ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν ότι το Εφετείο την αμέσως πιο πάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα εν λόγω έγγραφα που φέρονται ως παραμορφωμένα.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί κάποιο χρόνο, έστω και μακρό, μικρότερο βέβαια από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή η καλόπιστη πεποίθηση δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση τους επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, επέρχονται δε παράλληλα δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες πρώτες πρωτοβάθμιες προτάσεις του εναγομένου, κατ' ορθή εκτίμησή τους, με αυτές προβλήθηκε η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του θεμελιωτικού της αγωγής δικαιώματος κυριότητος, με την οποία ένσταση ζητήθηκε η απόρριψη της αγωγής.

Βασιζόταν δε η ένσταση στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ1 πριν από το θάνατό της εκδήλωσε προφορικά την επιθυμία της να είναι ο εναγόμενος κληρονόμος της στο επίδικο ακίνητο αν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μέσα σε μία δεκαετία από το θάνατό της δεν αποδέχονταν την κληρονομία της και επιλαμβάνονταν αυτής.

Αμέσως δε μετά το θάνατο της Γ1 στις 20.12.1976 ο εναγόμενος κατέλαβε με διάνοια κυρίου το επίδικο και έτσι το νεμήθηκε έως την άσκηση της από 21.2.1990 ένδικης αγωγής, ήτοι επί 14 περίπου χρόνια, με τις προσήκουσες διακατοχικές πράξεις, όπως με το που επισκεύαζε την πάνω σ' αυτό υφιστάμενη ισόγεια οικοδομή, ιδίως κάθε φορά που τρίτοι κακοποιοί με διάρρηξη εισέρχονταν σ' αυτήν και διέπρατταν κλοπές, με συνέπεια μάλιστα μια φορά να σφραγιστεί αυτή η οικοδομή με την 88/21.12.1976 έκθεση σφράγισης του Ειρηνοδίκη Αργοστολίου, με το που συντηρούσε την ίδια οικοδομή, με το που ενοικούσε ο αυτός, με το που καλλιεργούσε τον κήπο αυτής και με το που δαπάνησε για την επιδιόρθωση, βελτίωση και συντήρηση αυτής επιμέρους ποσά και το συνολικό τέτοιο των 1.707.000 δρχ.

Καθόλο δε αυτό το διάστημα των 14 περίπου ετών, οι ενάγοντες, καθώς και τα άτομα που εμφανίστηκαν ως μελλοντικοί επίτροπος και παρεπίτροπος και ως συγγενικό συμβούλιο των εναγόντων και εξ αυτών διορίστηκαν επίτροπος και παρεπίτροπος αυτών των διαδίκων, ως απόντων και άγνωστης διαμονής, με τη μνημονευόμενη στην αγωγή 49/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, αδράνησαν στην άσκηση του ένδικου δικαιώματος κυριότητας, ιδίως με το που δεν εκδήλωσαν κανένα απολύτως ενδιαφέρον για το επίδικο, καίτοι τα προαναφερόμενα άτομα έλαβαν γνώση του περιεχομένου της προμνημονευόμενης 88/21.12.1976 έκθεσης σφράγισης.

Έχοντας τέτοιο περιεχόμενο η ένσταση, ενόψει του ότι, κατά τα σ' αυτήν εκτιθέμενα, η μεν αδράνεια του επιτρόπου των εναγόντων, του και μόνου κατά νόμο νόμιμου αντιπροσώπου εκείνων (άρθρο 1701 ΑΚ), από το διορισμό του ως τέτοιου έως την άσκηση της αγωγής έχει ελάχιστη χρονική διάρκεια, η δε αδράνεια των εναγόντων, καίτοι μακροχρόνια, δεν συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, όπως θα ήταν εκείνη ότι εξαρχής εκείνοι γνώριζαν ή αντικειμενικά ήταν δυνατό να γνωρίζουν την επί του επιδίκου νομή του εναγομένου, είναι (αυτή η ένσταση) μη νόμιμη.

Επομένως το Εφετείο που, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, έκρινε κυρίως αυτήν την ένσταση ως μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα, δεν παραβίασε την προεκτιθέμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου τρίτος, μέρος πρώτο, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, μέρη δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, από τους αριθ. 1 εδ. β, 17, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσβάλλεται η επικουρική κρίση του Εφετείου, ότι, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί η υπό συζήτηση ένσταση ως νόμιμη, η ίδια ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία, είναι απορριπτέος και αλυσιτελής, διότι το προεκτιθέμενο κύριο αιτιολογικό, περί του μη νόμιμου της ένστασης, στηρίζει επαρκώς το οικείο, περί της απόρριψης της αίτησης, διατακτικό (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

VII. Ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό τη σωρευτική επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 19, 1, 10 περίπτ. α' και β', 1, 19, 13 και 20, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν εφάρμοσε, στη συγκεκριμένη υπόθεση, τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 2934/1954 και την 7283/1954 απόφαση του Υφυπουργού Αποκατάστασης Σεισμόπληκτων Νήσων και, παράλληλα, δέχθηκε τη μετάσταση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την .................. προς την άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ1 με το επίμαχο ............. πωλητήριο συμβόλαιο πριν από την έκδοση του οικείου παραχωρητηρίου από την Κτηματική Ομάδα της πόλης του .......... και τη μεταγραφή του τελευταίου, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος στην αναληθή, με βάση τα ήδη σχετικώς εκτιθέμενα, προϋπόθεση, ότι για το ορισμένο και νόμιμο της ένδικης αναγνωριστικής ακινήτου αγωγής ήταν αναγκαία, εκτός από τη μνεία του νόμιμου τίτλου της άμεσης δικαιοπαρόχου των εναγόντων Γ1 και της αποκλειστικής κυριότητας της τελευταίας στο επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο του θανάτου της και η αναδρομή στο οικείο παραχωρητήριο, ως νόμιμο τίτλο κτήσης της κυριότητας της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων ................ στο εν λόγω ακίνητο.

VIII. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.

β' ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (άρθρο 22 παρ. 2) και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον ειρηνοδικείου ή μονομελούς πρωτοδικείου, ή και, υπό ειδικές προϋποθέσεις, ενώπιον πολυμελούς πρωτοδικείου, για την οποία και έχουν δοθεί.

Όταν, όμως, οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα, ακόμη και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γι' αυτό και δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ειδικότερα μνημονευόμενες σ' αυτόν ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, που εξετάστηκαν στα πλαίσια προηγούμενων δικών (ποινικών και πολιτικών), την ημιτελή κατάθεση της μάρτυρα του ίδιου ...................., που εξετάστηκε στα πλαίσια άλλης πολιτικής δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων, καθώς και τις, επίσης, μνημονευόμενες στον ίδιο λόγο με αριθμούς 461/13-10-1989,, 463, 464, 465/15-10-1989 και 476/22-10-1989, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ίδιου (αναιρεσείοντος), στα πλαίσια προηγούμενης δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, χωρίς κλήτευση των τελευταίων, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε προς απόδειξη των ενστάσεών του περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αντιδίκων του και περί επίσχεσης του επίδικου ακινήτου, αλλά και προσκόμισε στο πιο πάνω Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και συνεκτίμησε «και, όλα τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι», αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων και συνεκτίμησε και τις προαναφερόμενες ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, προς έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

ΙΧ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 149 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2915/2001, εφαρμόζεται, όμως, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ίδιου νόμου, σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις έως την έναρξη της ισχύος του, όπως στην ένδικη υπόθεση, το δικαστήριο όταν δικάζει την ουσία της υπόθεσης μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου που υποβάλλεται με τις προτάσεις, να χορηγήσει σε κάθε περίπτωση νέα προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων έως έξι μήνες.

Από την αμέσως παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 344 και 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη απ' αυτές ίσχυε, επίσης, πριν από την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, αλλά εφαρμόζεται στις εκκρεμείς δίκες έως την έναρξη της ισχύος του (άρθρο 22 παρ. 2 αυτού), προκύπτει, ότι η χορήγηση ή μη νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων και η εξέταση νέων μαρτύρων για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου απόκειται στην κυριαρχική και, άρα, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Εξάλλου, η πλημμέλεια ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 149 παρ. 4 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ιδρύσει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι προϋποθέτουν την εφαρμογή ουσιαστικής και όχι δικονομικής διάταξης, όπως είναι η εν λόγω διάταξη. Ο έβδομος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό τη σωρευτική επίκληση των αριθμών 11 περίπτ.

γ', 20, 19 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφαση τον έκτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος παραπονείται για την απόρριψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του αιτήματός του χορήγησης σ' αυτόν νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, προκειμένου να εξετάσει δύο μάρτυρες, υπέπεσε στις πλημμέλειες ότι:

α) δεν έλαβε υπόψη τη με αριθμό 333/20-10-1996 καταδικαστική σε βάρος του απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, τη με αριθμό 157-158/4-5-1988 αθωωτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, καθώς και τις με αριθμούς 18/1997 και 4/1998, αντίστοιχα, εισηγητικές εκθέσεις, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ίδιος, προς θεμελίωση της βασιμότητας του προμνημονευόμενου αιτήματός του, β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, γ) με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον οικείο (έκτο) λόγο της έφεσής του και δ) παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο της παράβασης της προθεσμίας διεξαγωγής νέων αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν τα δύο πρώτα μέρη του, προεχόντως λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας, ως προς δε τα λοιπά, γιατί δεν ιδρύονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προκείμενοι αναιρετικοί λόγοι.

Χ. Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης και υπό τη σωρευτική επίκληση των αριθμών 19, 14 και 17, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφαση την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εκπροσωπούμενων από τον επίτροπο Ψ1 εναγόντων εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων Ψ3 και Ψ2, υπέπεσε στις πλημμέλειες, ότι:

α) στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, γιατί διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και γ) περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος μεν, ως προς το πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρη του, εφόσον η από μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της νομιμοποίησης των διαδίκων ως υποκειμένων της επίδικης έννομης σχέσης συνιστά όχι ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, αλλά άρνησης της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, περαιτέρω δε γιατί η ύπαρξη αντίφασης όχι στο διατακτικό αλλά μόνο στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, ως αόριστος δε, ως προς το δεύτερο μέρος του, εφόσον η από το επιλαμβανόμενο της αγωγής δικαστήριο τυχόν εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος προϋποθέτει την από το δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποια είναι η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβίασε το Εφετείο απορρίπτοντας την προμνημονευόμενη ένσταση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2003 αίτηση για αναίρεση της 134/2001 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ