Legislator Case Law & Legislation
1078/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding prior final decisions on supplementary benefits.

Case Number 1078/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the mutual aid fund's appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment. The fund argued the lower court erred by relying on prior decisions establishing a claim for supplementary benefits and the impossibility of suspending their payment. The court ruled that these prior decisions constituted res judicata, making the lower court's reliance on them legally correct and the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 331, 332, 282, 284 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata applies to preliminary issues when prior final decisions have established the existence of a claim and the legal impossibility of suspending its payment, thereby precluding contradictory findings in subsequent proceedings.

Keywords

AI generated
res judicata preliminary issues supplementary benefits suspension of payment final decision mutual aid fund civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 16 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 331, 332, 282 and 284 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 591, 106, 176, 183 and 189 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1078/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: αλληλοβοηθητικού ταμείου - σωματείου του ΑΚ - Φορέα ιδιωτικής κοινωνικής επικουρικής ασφάλισης με την επωνυμία: "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΤΑΠΙΛΤ - ΑΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαραλάμπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15171/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5055/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 7-12-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 7-12-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10017-992/8-12-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 5051/8-12-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. του ΚΠολΔ) - επί της από 28-1-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8860-629/30-1-2020 εφέσεως που είχε ασκήσει το αναιρεσείον, σωματείο με τη επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ)" και έδρα την Αθήνα, κατά της υπ' αριθμό 15171/4-12-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά μέσα στη διετή προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα δίκη: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, Β. Π.-Κ.

του Ι., κάτοικος ..., στην από 8-11-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 596989-10169/16-11-2017 αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, σωματείου με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Ιονικής - Λαϊκής Τράπεζας και άλλων Τραπεζών (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.-Α.Τ.)" - εξέθεσε τα εξής:

Ότι στις 23-2-1987 είχε καταρτίσει με ανώνυμη τραπεζική εταιρία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε αρχικά σε αυτή και στη συνέχεια - και ειδικότερα από 21-6-2000 - στην οιονεί καθολική της διάδοχο, τρίτη τράπεζα, προσηκόντως την εργασία της ως υπάλληλος καταστημάτων τους έως και τη συνταξιοδότησή της στις 3-3-2010.

Ότι σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού της βίου ήταν μέλος του εναγομένου, το οποίο αποτελεί αλληλοβοηθητικό σωματείο και χορηγεί στα μέλη του μετά τη συνταξιοδότησή τους επικουρικά βοηθήματα που συμπληρώνουν τις συνταξιοδοτικές παροχές, τις οποίες λαμβάνουν από το κύριο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισής τους.

Ότι μετά από αίτησή της το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου με την από 28-1-2013 απόφασή του χορήγησε σε αυτή μηνιαίο επικουρικό βοήθημα συγκεκριμένου ποσού, αλλά ανέστειλε την καταβολή του για τους λόγους που ανέφερε στην απόφαση. Ότι με την από 31-5-2013 και με ΓΑΚ 77202/2013 και ΕΑΚ 8421/2013 αγωγή της κατά του εναγομένου, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτήθηκε να κηρυχθεί άκυρη η απόφαση αυτή του διοικητικού του συμβουλίου α) ως προς το ύψος του επιδόματος βαθμού, το οποίο έπρεπε να συνυπολογίζεται στο συντάξιμο μισθό της σύμφωνα με τον οποίο θα υπολογιζόταν στη συνέχεια το μηνιαίο επικουρικό βοήθημα που θα λάμβανε από το εναγόμενο και β) ως προς την αναστολή της καταβολής του βοηθήματος.

Ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε επί της αγωγής αυτής την υπ' αριθμό 5725/2013 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ακύρωσε την απόφαση που προαναφέρθηκε μόνον ως προς το ποσόν, το οποίο το εναγόμενο όφειλε να συνυπολογίζει στο συντάξιμο μισθό της για τον κανονισμό του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, το οποίο επρόκειτο να καταβάλλει σε αυτή στο μέλλον.

Ότι το ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προαναφέρθηκε απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημά της να ακυρωθεί η από 28-1-2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, με την οποία είχε αποφασισθεί η αναστολή της καταβολής του βοηθήματος σε αυτή. Ότι τόσο η ίδια, όσο και το εναγόμενο άσκησαν κατά της απόφασης που προαναφέρθηκε εφέσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή της κατά του εναγομένου, ενώ το εναγόμενο με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας εναντίον του.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών συνεκδίκασε τις εφέσεις και εξέδωσε την υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου και δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει η ενάγουσα. Ότι το δευτεροβάθμιο εκείνο δικαστήριο είχε δεχθεί ειδικότερα α) ότι έχει αξίωση κατά του εναγομένου για καταβολή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από 1-4-2010 και εφεξής, το οποίο όμως έπρεπε να ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο από αυτό που υπολόγιζε το εναγόμενο και β) ότι η καταβολή του βοηθήματος σε αυτή δεν μπορούσε κατά το νόμο να ανασταλεί και ότι, επομένως, η από 28-1-2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου έπασχε από ακυρότητα τόσο επειδή δεν είχε υπολογίσει νόμιμα το ακριβές ύψος του ποσού, το οποίο το εναγόμενο έπρεπε που έπρεπε να καταβάλλει σε αυτή κάθε μήνα ως επικουρικό βοήθημα, όπως είχε δεχθεί και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 5725/2013 οριστική απόφαση, όσο και, επιπλέον, επειδή η καταβολή του βοηθήματος δεν μπορούσε κατά το νόμο να ανασταλεί.

Ότι παρόλα αυτά το εναγόμενο με την από 29-5-2017 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου, την οποία επέδωσε σε αυτή στις 15-6-2017, ανακάλεσε αναδρομικά την από 28-1-2013 απόφασή του, επειδή κατά την ίδια απόφαση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προέβλεπε το καταστατικό του για τη χορήγηση επικουρικού βοηθήματος.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη η από 29-5-2017 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, η οποία είχε επιδοθεί σε αυτή στις 15-6-2017. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 15171/4-12-2019 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη με την παραδοχή ότι από την υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο τόσο α) ως προς το ότι η αναιρεσίβλητη είχε αξίωση εναντίον του για καταβολή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από 1-4-2010 και εφεξής, όσο και β) ως προς ότι η καταβολή του επιδόματος δεν μπορούσε κατά το νόμο να ανασταλεί.

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 28-1-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8860-629/30-1-2020 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εναντίον του.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 5055/8-12-2021 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση με τις εξής ειδικότερα ανέλεγκτες παραδοχές (άρθρο 591 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ): "[Α]ποδεικνύονται (...) τα ακόλουθα:

Το εναγόμενο (ήδη εκκαλούν) λειτουργεί ως αλληλοβοηθητικό σωματείο, με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Ιονικής - Λαϊκής Τράπεζας και άλλων Τραπεζών" με έδρα την Αθήνα (...). Είναι επομένως φορέας ιδιωτικής ασφάλισης, που δεν ασκεί δημόσια εξουσία. Μέλη του σωματείου είναι πρόσωπα, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή στην Ιονική - Λαϊκή Τράπεζα και στις Τράπεζες (...) τα οποία είναι ταυτόχρονα και μέλη των οικείων Συλλόγων των τραπεζών αυτών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.

α' του καταστατικού), καθώς επίσης και υπάλληλοι όποιων άλλων τραπεζών επιθυμούν να προσχωρήσουν σ' αυτό (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. β' του καταστατικού). Σκοπός του σωματείου είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιοσδήποτε από τις συμμετέχουσες Τράπεζες, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα κύριας συντάξεως στο [εναγόμενο] (...) κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων που ορίζονται στο ισχύον καταστατικό και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού (άρθρο 1 εδ.

β του καταστατικού). Λειτουργούσε ως υποκατάστατο της δημόσιας επικουρικής ασφαλίσεως των εργαζομένων (...) και μπορούσε να ασφαλίζει όσους δεν επιθυμούσαν την υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση σε δημόσιο ασφαλιστικό φορέα (...). Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 23.2.1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως τραπεζοϋπάλληλος, από την "Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης", που είναι μια από τις τράπεζες που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 2 του καταστατικού του εναγομένου (όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε, κατά το χρόνο της προσλήψεώς της) με αποτέλεσμα το εργαζόμενο στην εν λόγω τράπεζα προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, να είναι ασφαλισμένο για την επικουρική του ασφάλιση στο εναγόμενο αλληλοβοηθητικό ταμείο, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους του καταστατικού του, μετά την υποβολή σχετικής προς το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού αίτηση.

Συνεπώς και η ενάγουσα, κατά την πρόσληψή της στην ως άνω Τράπεζα, μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεώς και εγκρίσεως αυτής από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, έγινε μέλος αυτού και ασφαλίσθηκε για την επικουρική της ασφάλιση σε αυτό, ενώ για την κύρια ασφάλισή της ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ. (...) Στις 16.6.2000 η Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης, της οποίας η ενάγουσα ήταν υπάλληλος απορροφήθηκε, λόγω συγχωνεύσεως (...) από την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία, ως καθολική διάδοχος της πρώτης, την υποκατέστησε αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε αυτήν.

Το δε προσωπικό της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, μεταξύ του οποίου ήταν και η ενάγουσα, συνέχισε και μετά την συγχώνευσή της με την Τράπεζα Πειραιώς, να είναι ασφαλισμένο στο εναγόμενο ταμείο, για την επικουρική του ασφάλιση. Σημειώνεται δε ότι το προσωπικό, που εργαζόταν τότε στην Τράπεζα Πειραιώς, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από την ασφαλιστική νομοθεσία προϋποθέσεις ασφαλιζόταν για την επικουρική σύνταξη, εκτός από το εναγόμενο και σε άλλα ταμεία (...).

Η ενάγουσα με το από 2.3.2010 έγγραφό της προς την Τράπεζα Πειραιώς (...) ζήτησε επί λέξει: την "αποχώρησή από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τον από 1982 κανονισμό (ΣΣΕ Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης) σε συνδυασμό με την συνδρομή των κατά νόμο απαραιτήτων προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδοτήσεώς μου λόγω γήρατος ως μητέρας ανηλίκου από τον κύριο φορέα ασφάλισής (ΙΚΑ)".

Η τράπεζα Πειραιώς κατέβαλε στην ενάγουσα αποζημίωση αποχώρησης (...) και αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ η οικειοθελής αποχώρηση της (...). Τέλος ο Διευθυντής του υποκαταστήματος: Περιφερειακό Υποκατάστημα Συντάξεων του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, με την με αριθμό 384/4.1.2011 απόφασή του, απένειμε στην ενάγουσα πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος (...).

Εν τω μεταξύ η τράπεζα Πειραιώς με το από 10.3.2010 έγγραφό της, το οποίο απηύθυνε στον ΟΑΕΔ, υπέβαλε αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας, ως τραπεζικής υπαλλήλου από 4.3.2010 (...). Επίσης αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα με την από 6.5.2010 (αριθ. Πρωτ 28869/11.5.2010) αίτησή της προς το εναγόμενο γνωστοποίησε σ' αυτό, ότι είχε αποχωρήσει από την 3.3.2010 από την υπηρεσία της Τράπεζας Πειραιώς (ως διαδόχου της τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης) λόγω ορίου ηλικίας (γήρατος) και ζήτησε την απονομή σε αυτήν του δικαιουμένου επικουρικού βοηθήματος, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του καταστατικού του [εναγομένου] τις οποίες δήλωσε ότι γνωρίζει και αποδέχεται ανεπιφύλακτα.

Ακόμη, με την από 6.5.2010 υπεύθυνη δήλωση βοηθηματούχου, την οποία απηύθυνε προς το εναγόμενο, η ενάγουσα δήλωσε ότι από 4.3.2010 εργάζεται ως "νέα πρόσληψη" στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία ασφαλίζει μέρος του προσωπικού της στο [εναγόμενο] ως διάδοχος της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης". Επιπλέον με την από 6.5.2010 υπεύθυνη δήλωση ασφαλισμένου, την οποία απηύθυνε προς το εναγόμενο, η ενάγουσα δήλωσε ότι από 4.3.2010 εργάζεται στην Τράπεζα Πειραιώς.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγόμενου με την από 28.1.2013 απόφασή του (κοινοποιηθείσα στην ενάγουσα με το από 15.2.2013 και με αριθ. πρωτ 28248 έγγραφό του) αναγνώρισε την υποχρέωση του να καταβάλει στην ενάγουσα μηνιαίο επικουρικό βοήθημα ποσού 533,61 ευρώ από 1.4.2010, με σύγχρονη αναστολή καταβολής αυτού, λόγω ανάληψης εργασίας της στην Τράπεζα Πειραιώς και με συνυπολογισμό ως μηναίου επιδόματος βαθμού, όχι του βεβαιωθέντος από την εργοδότρια Τράπεζα, ποσού 323,84 ευρώ, αλλά αυτό των 59,46 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθ. πρωτ 37504/15.3.2013 ένστασή της, ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, παραπονούμενη, τόσο για την αναστολή της χορήγησης του επικουρικού βοηθήματος, όσο και για το ύψος αυτού, την οποία και απέρριψε με την από 23.5.2013 απόφασή του, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με το υπ' αριθ.

πρωτ. .../28.5.2013 έγγραφό του. Κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων του εναγομένου (την από 28.1.2013 απόφασή του η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με το από 15.2.2013 και με αριθ. πρωτ 28248 έγγραφό του και την από 23.5.2013 απόφασή του, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με το υπ' αριθ. πρωτ .../28.5.2013 έγγραφό του) και για το μέρος, που την έβλαπταν, η ενάγουσα άσκησε την από 31.5.2013 (ΓΑΚ 77202/2013 και ΕΑΚ 8421/2013) αγωγή της με την οποία ζήτησε:

να 1) να ακυρωθούν οι από 15.2.2013 και 23.5.2013 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου ως προς τα εξής: α) για την αναγραφή της παραίτησής της ως λόγος αποχωρήσεως από την εργασία της, αντί για την αναγραφή της αποχωρήσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως και β) για το μη ορθό ποσό των 59.46 ευρώ, αντί για το συνυπολογιζόμενο επίδομα βαθμού 323,84 ευρώ και γ) για την αναστολή χορηγήσεως του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος ως μη έδει.

Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5725/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας, μόνο ως προς το ποσό των 59,64 ευρώ, που εσφαλμένως συνυπολογίστηκε ως επίδομα βαθμού, αντί του ορθού 323,84 ευρώ απορρίπτοντας αυτήν κατά τα λοιπά. Ακολούθως, κατόπιν εκατέρωθεν εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 843/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της ενάγουσας, δεχόμενο ότι η αιτία αποχώρησης της ενάγουσας ήταν η συνταξιοδότηση και ως εκ τούτου ακύρωσε την αναστολή καταβολής του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος της, το οποίο αναγνώρισε στο ύψος των 604,99 ευρώ, απορριπτόμενου του αιτήματος της ενάγουσας να αναγραφεί στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ως αιτία αποχώρησης η παραίτηση αντί για συνταξιοδότηση, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίσταται οιοδήποτε έννομο συμφέρον προς τούτο [Η απόφαση κατέστη αμετάκλητη].

Ήδη, το εναγόμενο την 9.3.2017 επέδωσε στην ενάγουσα την υπ' αριθ. ....2017 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία της ζητούσε να του προσκομίσει έγγραφα και να παραστεί σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, με θέμα επί λέξει: "Αναθεώρηση της από 28.1.2013 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ταμείου μας, η οποία σας κοινοποιήθηκε με το υπ' αριθ. ....2013 έγγραφό μας", και η ενάγουσα την 31.3.2017 του επέδωσε την από 28.3.2017 εξώδικη δήλωσή της με το αναφερόμενο σε αυτήν περιεχόμενο.

Εν τέλει, την 15.6.2017 το εναγόμενο επέδωσε στην ενάγουσα την επίδικη από 29.5.2017 και με αριθ. πρωτ ... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του με την οποία: α) αναθεωρεί και ανακαλεί αναδρομικά την από 28.1.2013 απόφασή του περί απονομής του από 1.4.2010 επικουρικού βοηθήματος/ως παράνομη και αντικαταστατική και την από 23.5.2013 απορριπτική της σχετικής ενστάσεως της ενάγουσας απόφαση του που της είχε γνωστοποιηθεί με το υπ' αριθ.

πρωτ. ....2013 έγγραφό του, ως αυτονόητα και αυτοδίκαια ταυτόχρονα ανακαλούμενη και β) επανεξετάζει την από 11.5.2010 αίτηση της ενάγουσας περί απονομής μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος και την απορρίπτει, διότι δεν συνέτρεχε, ούτε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, αλλά ούτε και κατά το χρόνο λήψης της ανακαλούμενης ως άνω απόφασης του Δ.Σ., η ρητά και ειδικά οριζόμενη από τα άρθρα 1 κι 22 παρ. 1 εδ α του καταστατικού του ταμείου και το άρθρο 8 του ν. 3198/1995, προϋπόθεση της προηγούμενης πραγματικής "αποχώρησης" της ενάγουσας από την εργοδότρια Τράπεζα Πειραιώς.

Ωστόσο η ως άνω ένδικη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι (...) ακυρώσιμη, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου. Ειδικότερα το εν λόγω ταμείο αποτελεί ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, λειτουργεί δε ως σωματείο, χωρίς να ασκεί εξουσία, η δε ασφαλιστική σχέση που δημιουργείται, μεταξύ αυτού και του ασφαλιζόμενου είναι αυτή της προαιρετικής ασφάλισης.

Οι αποφάσεις του δεν αποτελούν διοικητικές πράξεις, καθώς δεν θεσπίζουν μονομερώς ρύθμιση, κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενες να ανακληθούν ελευθέρως εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου μόνου, παράγραφος 1 του α.ν. 261/1968. Αντιθέτως, λόγω της φύσης του, το εναγόμενο διέπεται, από τις γενικές διατάξεις του άρθρου 101 ΑΚ, στις οποίες και ο ν. 1264/1982 παραπέμπει με το άρθρο 1 παρ. 1 § 1 υποπαρ. 2.

Επομένως οι αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου, είναι μονομερείς απευθυντέες δικαιοπραξίες και, εφόσον αντιβαίνουν στο νόμο ή στο καταστατικό του, είναι μεν αυτοδίκαια άκυρες, πλην όμως για γενικότερους λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας των συναλλαγών, η ακυρότητα αυτή κηρύσσεται με διαπλαστική δικαστική απόφαση, που εκδίδεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, ύστερα από αγωγή μέλους, που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον και ουδόλως ανακαλούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο, που τις εξέδωσε, ενώ περαιτέρω, έως την κήρυξη της ακυρότητάς τους, αυτές παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους (...). [Με την] υπ' αριθ. 843/2015 απόφασ[η] του Δικαστηρίου (...) κρίθηκε αφενός μεν ότι το επικουρικό βοήθημα, που δικαιούται η ενάγουσα, κατά το χρόνο της αποχώρησής της ανέρχεται στο ύψος των 604,99 ευρώ από 1.4.2020 (ενν. 1.4.2010) και ότι είναι ακυρώσιμη η προρρηθείσα απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, για αναστολή του χορηγηθέντος στην ενάγουσα μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από 1.4.2010 (...).

Επομένως κατά τα ανωτέρω και εφόσον τα αμέσως ανωτέρω αποδεικνύονται από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 843/2015 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (...) παρήχθη δεδικασμένο ως προς τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά (...), τα δε ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και δη τόσο της συμβάσεως εργασίας, αλλά και την αποχώρηση και την εκ νέου πρόσληψη της ενάγουσας από την Τράπεζα Πειραιώς και την εντεύθεν κρίση του Δικαστηρίου περί της αναστολής ή μη του χορηγηθέντος επικουρικού βοηθήματος.

Κατά συνέπεια η έκδοση της επίδικης από 29.5.2017 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την οποία αναθεώρησε και ανακάλεσε αναδρομικά από την ημερομηνία της λήψεώς της, την από 28.1.2013 απόφασή του περί απονομής στην ενάγουσα του επικουρικού βοηθήματος, που κοινοποιήθηκε σε αυτήν με το με αρ.

πρωτ. ....2013 έγγραφό του ως παράνομη και αντικαταστατική, θεωρώντας αυτονοήτως και αυτοδικαίως ανακαλούμενη και την από 23.5.2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, βάσει της οποίας απορρίφθηκε η υποβληθείσα με αρ. πρωτ. ....2013 ένσταση της ενάγουσας, τείνει στην έμμεση κατάργηση του δεδικασμένου, όπως τούτο παρήχθη από το αιτιολογικό της υπ' αριθ. 843/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς στο αιτιολογικό αυτού περιεχομένου δικαστική διάγνωση (...).

Περαιτέρω το εναγόμενο αιτιάται ότι, σε κάθε περίπτωση το δεδικασμένο, που παρήχθη από την υπ' αριθ. 843/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν καλύπτει την από 28.1.2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, αλλά αυτή της 15.2.2013, καθώς (...) το Μονομελές Εφετείο με την υπ' αριθ. 843/2015 απόφαση του ακύρωσε την ίδια από 15.2.2013 απόφαση.

Επομένως, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η απόφαση της 15.2.2013, η οποία ακυρώθηκε κατά τα ανωτέρω, είναι μη υποστατή απόφαση, είναι δηλαδή ανύπαρκτη, ενώ η απόφαση της 28.1.2013 και ήδη ανακαλούμενη με την ένδικη από 29.5.2017 απόφαση του ίδιου οργάνου του ταμείου, είναι απόφαση απρόσβλητη και ήδη ισχύουσα, παράγουσα πλήρη τα αποτελέσματά της από την έκδοσή της και μέχρι την ανάκλησή της, με την ήδη ένδικη απόφαση του εναγομένου (...).

Επιπλέον αιτιάται ότι και η απόφαση της 23.5.2013, με την οποία κρίθηκε η ένσταση της ενάγουσας, έχει προφανώς βεβαιωτικό της απόφασης της 28.1.2013 και δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, συνεπώς είναι δικονομικά απρόσφορη η ξεχωριστή προσβολή της, με ακυρωτική αγωγή. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του με αριθ.

πρωτ. ....2013 εγγράφου, που απευθύνεται στην ενάγουσα από το εναγόμενο με θέμα: "κοινοποίηση απόφασης θεμελίωσης βοηθήματος με αναστολή" ουδόλως αναφέρεται η ημερομηνία λήψης της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγόμενου. Μάλιστα εντός του εγγράφου ενσωματώνεται η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου, χωρίς να αναγράφεται η ημερομηνία λήψης της απόφασης αλλά επί λέξει επιγράφεται: "απόφαση διοικητικού συμβουλίου για αυτοτελή καταβολή βοηθήματος με αναστολή ασφαλισμένων πριν από τις 13.3.1991", στο τέλος δε του εγγράφου αυτού επί λέξει αναφέρεται: "σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου, τις αποφάσεις του Διοικητικού συμβουλίου και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω "δικαιολογητικά και στοιχεία αποφασίζεται η απονομή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στην Β.

Κ. ποσού ευρώ 533,61 από 1.4.2010 με ταυτόχρονη αναστολή καταβολής του βοηθήματος, λόγω ανάληψης εργασίας στην Τράπεζα Πειραιώς κλπ. Μετά τη διακοπή εργασίας στην Τράπεζα Πειραιώς θα ενεργοποιηθεί η καταβολή του βοηθήματος, όπως θα έχει διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία καταβολής του και σύμφωνα με τα παραπάνω.

Κατά της παρούσας απόφασης ο βοηθηματούχος μπορεί να υποβάλλει ένσταση, ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του [Ταμείου] εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της. Εάν δεν υποβληθεί ένσταση, θεωρείται ότι ο βοηθηματούχος συναινεί με το περιεχόμενο της παρούσας. Αθήνα 15.2.2013 (...)". Ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι, η παράλειψη ή η ανακρίβεια αυτή του ταμείου - καθώς από την ανάγνωση του προπαρατεθέντος κειμένου συνάγεται ότι η απόφαση του διοικητικού ελήφθη την 15.2.2010 (ενν. 15.2.2013) διευκρινίστηκε με το από 28.5.2013 και με αριθ.

πρωτ. ... έγγραφο, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, καθώς σε αυτό αναγράφεται ως ημερομηνία λήψης της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου η 28.1.2013 (...) προκύπτει, τόσο από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 843/2015 Εφετειακής Απόφασης, τόσο από το αιτιολογικό, όσο και από το διατακτικό και με σαφή ακόμη αναφορά στο με αρ.

πρωτ ....2013 προδιαληφθέν έγγραφο, που απευθύνεται στην ενάγουσα από το εναγόμενο με θέμα: "κοινοποίηση απόφασης θεμελίωσης βοηθήματος με αναστολή" ότι το επίδικο σε εκείνη τη δίκη ζήτημα, και για το οποίο μάλιστα διατυπώθηκαν εκατέρωθεν ισχυρισμοί - χωρίς να προκύπτει από το κείμενο της Εφετειακής αυτής απόφασης, ότι περιελήφθη τέτοιος ισχυρισμός περί ανυπόστατης έκδοσης, την 15.2.2013, απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου - αφορούσε την εν μέρει ακύρωση της από 28.1.2013 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου, ήδη ανακαλούμενης με την ένδικη από 29.5.2017 απόφαση του ιδίου οργάνου.

Κατά τούτο ο ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπλέον η επίκληση, στην επίδικη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου διατάξεων του καταστατικού και δη τις διατάξεις των άρθρων 5 και 79 αυτού, οι οποίες ρυθμίζουν κατά τρόπο διάφορο με τις διατάξεις, που ίσχυαν, κατά το χρόνο, που εκδόθηκε η απόφαση για τη χορήγηση στην ενάγουσα του επικουρικού βοηθήματος, ζητήματα, όπως η απώλεια της ιδιότητας του ασφαλισμένου καθώς και η "αυθεντική ερμηνεία" διατάξεων του προισχύσαντος καταστατικού, κυρίως δε του άρθρου 32 παρ. 3 εδ β, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 84 ΑΚ, καθώς, οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου, ως δηλώσεις ιδιωτικής βούλησης δεν θέτουν κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου, δεν υπάγονται δηλαδή στην έννοια των "κανόνων ουσιαστικού δικαίου" και επομένως κάθε τροποποίηση αυτών ισχύει από την εγγραφή τους στο βιβλίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79, 81 και 82 ΑΚ και δεν μπορούν να ανακληθούν αναδρομικά (...)". 3.α.

Το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται (...) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (...)". Η διάταξη του άρθρου 316 του ΚΠολΔ έχει δικονομικό χαρακτήρα και συνεπώς οποιαδήποτε παράβασή της από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 536/2020).

Η υποβολή αίτησης για ερμηνεία απόφασης (άρθρο 316 του ΚΠολΔ), μολονότι δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία, επειδή δεν καθιστά επίδικο κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα, αποτελεί επιτευκτική διαδικαστική πράξη και, ειδικότερα, αυτοτελή δικονομική αίτηση, επειδή αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας και, ειδικότερα, στην έκδοση δικαστικής απόφασης που θα ερμηνεύει προηγούμενη και θα καθιστά δυνατή την εκτέλεσή της, η οποία διαφορετικά δεν θα ήταν εφικτή, επειδή δεν θα ήταν σαφείς και αναμφίβολες η έκταση ή και η φύση της έννομης προστασίας που παρέσχε στο διάδικο η απόφαση που ερμηνεύθηκε (πρβλ.

την ΑΠ 553/2004). Στον πρώτο και στον τέταρτο κατ' ορθή αρίθμηση λόγους αναίρεσης, οι οποίοι συμπληρώνονται, το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 111, 216 παράγραφος 1, 159 αριθμός 1, 316 και 317 παράγραφοι 1 και 2 του ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός ορθώς 14 και όχι 14 και 9 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Το αναιρεσείον επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το στάδιο έρευνας της από 28-1-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1115-872/3-2-2020 έφεσής του κατά της υπ' αριθμό 15171/4-12-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε ως αβάσιμο λόγο έφεσής του, με τον οποίο είχε προσβάλει ειδικά την εκκαλουμένη, διότι κατά παράβαση του νόμου είχε αποφανθεί επί ανύπαρκτης αίτησης και, συγκεκριμένα, επειδή, μολονότι κανείς διάδικος δεν είχε υποβάλει αίτηση ερμηνείας της υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προέβη αυτεπάγγελτα στην ερμηνεία της απόφασης αυτής και δέχθηκε ότι με τη συγκεκριμένη απόφαση είχε κριθεί κατά το αληθινό της νόημα α) ότι είχε υποχρέωση να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη από 1-4-2010 και εφεξής μηνιαίο επικουρικό βοήθημα, το οποίο ανερχόταν σε ποσό μεγαλύτερο από αυτό που είχε υπολογίσει με την από 28-1-2013 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου και, επιπλέον, β) ότι η καταβολή της επικουρικής αυτής σύνταξης στην αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να ανασταλεί για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο.

Το αναιρεσείον εκθέτει στη συνέχεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε επίσης από την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που προαναφέρθηκε είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο ως προς το ότι η αναιρεσίβλητη έχει αξίωση εναντίον του για καταβολή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από 1-4-2010 και εφεξής με περαιτέρω συνέπεια να δεχθεί ότι η από 29-5-2017 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του - με την οποία είχε ανακαλέσει την προηγούμενη από 28-1-2013 απόφαση του ίδιου οργάνου του για χορήγηση επικουρικού βοηθήματος στην αναιρεσίβλητη - έπασχε από ακυρότητα και να απορρίψει με την αιτιολογία αυτή την έφεσή του κατά της εκκαλουμένης, η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Το αναιρεσείον ισχυρίζεται, τέλος, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφανθεί επί ανύπαρκτης αίτησης, θα δεχόταν την έφεσή του ως βάσιμη, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη απόφαση και θα απέρριπτε εν τέλει την αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον του ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από την επισκόπηση όμως του περιεχομένου του δικογράφου της από 28-1-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1115-872/3-2-2020 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 15171/4-12-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το αναιρεσείον, όπως εν πάση περιπτώσει ομολογεί και το ίδιο στο από 11-10-2024 υπόμνημα που κατάθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν είχε προσβάλει την εκκαλουμένη για το λόγο ότι είχε ερμηνεύσει την υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μολονότι δεν είχε τηρηθεί η νόμιμη προδικασία και χωρίς αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου, όπως βάσιμα επικαλείται και η αναιρεσίβλητη με το από 11-10-2024 υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Οι λόγοι αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

3.β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες (ΟλΑΠ 5/2023).

Περαιτέρω το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και έχει συμβατικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα με συνέπεια να μη θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση επομένως διατάξεων καταστατικού σωματείου δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου κατά κανόνα δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει έστω και έμμεσα ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων (ΑΠ 877/2024, ΑΠ 491/2024). Στο δεύτερο - κατ' ορθή αρίθμηση - λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 101, 361 του ΑΚ, 5 και 12 του Συντάγματος με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Το αναιρεσείον επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι οι αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου δεν μπορούσαν νόμιμα να ανακληθούν, αλλά μόνον να κηρυχθούν άκυρες με διαπλαστική δικαστική απόφαση, αν συνέτρεχε νόμιμος λόγος, μολονότι το άρθρο 77 παράγραφοι 5, 6, 7 και 10 του από 23-7-1979 καταστατικού του - όπως είχε τροποποιηθεί νόμιμα και ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2016 έως και 30-1-2018 - προβλέπει ρητά τη δυνατότητα ανάκλησης των αποφάσεων του διοικητικού του συμβουλίου σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή του καταστατικού του.

Το αναιρεσείον εκθέτει στη συνέχεια ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 77 του καταστατικού του, θα δεχόταν την έφεση που είχε ασκήσει κατά της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, θα εξαφάνισε την εκκαλουμένη και θα απέρριπτε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη εναντίον του.

Το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και, ειδικότερα, σωματείο. Το καταστατικό επομένως του αναιρεσείοντος έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα και για το λόγο αυτό δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Η παράβαση συνεπώς των διατάξεών του δεν μπορεί να ιδρύσει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 3.γ. Το άρθρο 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται (...) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο (...).Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας περιλαμβάνει κρίση για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου είτε ερεύνησε το ζήτημα αυτό αυτεπαγγέλτως, είτε μετά από πρόταση του διαδίκου (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 160/2019).

Περαιτέρω το άρθρο 331 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα". προκύπτει ότι το δεδικασμένο παράγεται υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Προδικαστικό ζήτημα συνιστά κάθε έννομη σχέση, η οποία είναι λογικά απαραίτητη προϋπόθεση για τη γένεση της κύριας έννομης σχέσης, δηλαδή, όταν η έρευνα της έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως πρέπει αναγκαία κατά το ουσιαστικό δίκαιο να προηγηθεί της οριστικής κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 475/2024, ΑΠ 440/2024).

Στον τρίτο - κατ' ορθή αρίθμηση - λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Το αναιρεσείον ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είχε δημιουργήσει δεδικασμένο για το προδικαστικό ζήτημα της επίδικης έννομης σχέσης α) ότι η αναιρεσίβλητη έχει αξίωση εναντίον του για καταβολή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από 1-4-2010 και εφεξής και β) ότι η καταβολή του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος σε αυτή δεν μπορούσε κατά το νόμο να ανασταλεί.

Το αναιρεσείον εκθέτει στη συνέχεια ότι με την αιτιολογία αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι η επίδικη από 29-5-2017 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του - με την οποία είχε ανακαλέσει την προηγούμενη από 28-1-2013 απόφαση του ίδιου οργάνου του για χορήγηση επικουρικού βοηθήματος στην αναιρεσίβλητη - έπασχε από ακυρότητα και απέρριψε για το λόγο αυτό την έφεσή του κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμό 15171/4-12-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία με όμοια αιτιολογία είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον του και είχε κηρύξει άκυρη την από 29-5-2017 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, με την οποία είχε ανακαλέσει την από 28-1-2013 απόφαση του ίδιου οργάνου του.

Το αναιρεσείον ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ωστόσο, δεν είχε αποφανθεί για την εγκυρότητα ή το ανίσχυρο της από 28-1-2013 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του, αλλά της από 15-2-2013 - έστω και ανύπαρκτης - απόφασης του ίδιου οργάνου του, την οποία κήρυξε άκυρη και ότι για το λόγο αυτό η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που προαναφέρθηκε δεν μπορούσε να δημιουργήσει δεδικασμένο για το παρεμπίπτον ζήτημα της επίδικης έννομης σχέσης.

Το αναιρεσείον εκθέτει στη συνέχεια ότι για το λόγο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ως βάσιμη την έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να εξαφανίσει μετά από αυτό την εκκαλουμένη και να απορρίψει την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη εναντίον του. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:

Η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, συνταξιούχος-βοηθηματούχος, με την από 31-5-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 77202/8421/2013 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος-εναγομένου, ιδιωτικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης, είχε ζητήσει - μεταξύ άλλων - για τους λόγους τους οποίους είχε επικαλεσθεί σε αυτή να κηρυχθεί η ακυρότητα της από 28-1-2013 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος - που είχε επιδοθεί σε αυτή στις 15-2-2013 - με την οποία το διοικητικό του συμβούλιο είχε αποφασίσει, πρώτον, να συνυπολογίζεται στο συντάξιμο μισθό της - με βάση τον οποίο θα κανονιζόταν στη συνέχεια το ποσό του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος που θα λάμβανε από αυτό - επίδομα βαθμού ποσού μόνον 59,46 Ευρώ αντί του νομίμου από 323,84 Ευρώ το μήνα και, δεύτερον, ότι η καταβολή του βοηθήματος σε αυτή έπρεπε να ανασταλεί από 1-4-2010 και εφεξής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε επί της αγωγής αυτής την υπ' αριθμό 5725/2013 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ακύρωσε την απόφαση που προαναφέρθηκε μόνον ως προς το ποσόν του επιδόματος βαθμού, το οποίο το αναιρεσείον είχε υποχρέωση να συνυπολογίζει στο συντάξιμο μισθό της αναιρεσίβλητης για τον υπολογισμό του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, το οποίο επρόκειτο να καταβάλλει σε αυτή στο μέλλον.

Το ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προαναφέρθηκε απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς το αίτημά της να ακυρωθεί η από 28-1-2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, με την οποία είχε αποφασισθεί η αναστολή της καταβολής του βοηθήματος σε αυτή. Οι διάδικοι της πρωτοβάθμιας δίκης άσκησαν κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εφέσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή της κατά του εναγομένου, ενώ το εναγόμενο με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή εναντίον του.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών συνεκδίκασε τις εφέσεις και εξέδωσε την υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου και δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει η ενάγουσα. Το δευτεροβάθμιο εκείνο δικαστήριο δέχθηκε ειδικότερα α) ότι η ενάγουσα είχε αξίωση εναντίον του εναγομένου για καταβολή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από 1-4-2010 και εφεξής, το οποίο έπρεπε να ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο από αυτό που υπολόγιζε το εναγόμενο και β) ότι η καταβολή του βοηθήματος αυτού στην ενάγουσα δεν μπορούσε κατά το νόμο να ανασταλεί.

Το ίδιο δικαστήριο μετά από αυτό έκρινε ότι η από 28-1-2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου - η οποία είχε επιδοθεί στην ενάγουσα στις 15-2-2013 - έπασχε από ακυρότητα τόσο επειδή το ακριβές ύψος του ποσού που έπρεπε να καταβάλλεται κάθε μήνα στην αναιρεσίβλητη ως επικουρικό βοήθημα δεν είχε υπολογισθεί νόμιμα, όπως είχε δεχθεί και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 5725/2013 οριστική απόφαση, όσο και, επιπλέον, επειδή η καταβολή του συγκεκριμένου βοηθήματος δεν μπορούσε κατά το νόμο να ανασταλεί.

Η υπ' αριθμό 843/27-2-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, συνεπώς, είναι σαφής τόσο ως προς τις προκείμενες, όσο και ως προς το συμπέρασμα του δικανικού της συλλογισμού. Η απόφαση βέβαια αυτή τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της αναφέρει από προφανή παραδρομή ότι πάσχει από μερική ακυρότητα όχι η από 28-1-2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, αλλά η από 15-2-2013 απόφαση του ίδιου οργάνου του, η οποία, ωστόσο, είναι ανύπαρκτη, διότι τότε δεν είχε εκδοθεί, αλλά είχε επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη η από 28-1-2013 απόφαση του ίδιου οργάνου του αναιρεσείοντος.

Η παραδρομή όμως αυτή είναι πρόδηλη και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να καταστήσει αδύνατη τη διακρίβωση των αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου που παρήγαγαν α) η υπ' αριθμό 5725/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της, η οποία είχε επικυρωθεί με την υπ' αριθμό 843/27-2-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) η τελευταία αυτή απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε την από 31-5-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 77202/8421/2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημά της να ακυρωθεί η από 28-1-2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, με την οποία είχε αποφασισθεί η αναστολή της καταβολής του βοηθήματος στην αναιρεσίβλητη.

Το δευτεροβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι από τις υπ' αριθμό 5725/2013 και 843/27-2-2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, είχε παραχθεί δεδικασμένο για τα προδικαστικά ζητήματα της επίδικης έννομης σχέσης α) ότι η αναιρεσίβλητη είχε αξίωση εναντίον του για καταβολή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από 1-4-2010 και εφεξής και β) ότι η καταβολή του δεν μπορούσε κατά το νόμο να ανασταλεί με περαιτέρω συνέπεια να δεχθεί ότι η επίδικη από 29-5-2017 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος - με την οποία είχε ανακαλέσει την προηγούμενη από 28-1-2013 απόφαση του ίδιου οργάνου του για χορήγηση επικουρικού βοηθήματος στην αναιρεσίβλητη - έπασχε από ακυρότητα και στη συνέχεια απέρριψε με την αιτιολογία αυτή την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμό 15171/4-12-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παράγραφος 1, 331, 332, 282 και 284 του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο σε προδικαστικά ζητήματα.

Η αναιρεσιβαλλομένη συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα - η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και για το λόγο αυτό πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε το αναιρεσείον για το παραδεκτό της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις πρέπει - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, το οποίο ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 591, 106, 176 εδάφιο 191 παράγραφος 2, 183 και 189 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10017-992/8-12-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 5055/8-12-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του υπ' αριθμό .../2023 παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) Ευρώ στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης