Legislator Case Law & Legislation
1078/2023 AI generated

1078/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1078/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1078/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Δ. Β. στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως) και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στο Γραμματέα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 27-4-2022 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
safety regulations violation psychiatric work incapacity health impairment in military insurance exposure to danger workers compensation professional liability insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1078/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “Α. Ε. Ε. Γ. Α. ....”, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Μεντή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "C. Κ. Μ. Α. Τ. Ε." και το δ.τ. "C. C. E. Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Ρισβά, ο οποίος ανακάλεσε την δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2017 κύρια αγωγή του Μ. Κ. που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, την από 29-8-2017 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της καθ'ης η προσεπίκληση ήδη αναιρεσείουσας και την από 24-10-2018 προσεπίκληση της εταιρίας "Α. Α..Ε.." που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 1381/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 4624/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δίκασε ουσία τις υπόλοιπες εφέσεις και έκρινε απαράδεκτη την συζήτηση της εφέσεως ως προς την από 29-08-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή. Την υπόθεση επανέφερε, με την από 9-10-2020 κλήση της η ήδη αναιρεσίβλητη.

Εκδόθηκε η 4404/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-4-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27-4-2022 (υπ' αριθμ. καταθ.3374/2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4404/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα στις 31-3-2022 (βλεπ.

σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Δ. Β. στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως) και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στο Γραμματέα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 27-4-2022 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) ασκήθηκαν: (α) η από 12-6-2017 αγωγή του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Μ. Κ. κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Α.. Μ. - Γ.. Μ.-Δ.. Μ. Ο..Ε..", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη στη συνέχεια η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "C. Κ. Μ. Α." (ήδη αναιρεσίβλητη) και των εταιρειών "Α.

Α." και "Α. Ε. Α." (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος ότι, κατά τη διάρκεια της εργασίας που εκτελούσε στα πλαίσια της εργασιακής του συμβάσεως με την πρώτη εναγομένη, η οποία είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση των αναφερομένων οικοδομικών εργασιών, προκλήθηκε ο τραυματισμός του συνεπεία του περιγραφόμενου εργατικού ατυχήματος, ζήτησε να του επιδικαστεί το αναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, και (β) η από 29-8-2017 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία άσκησε η ως άνω πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή, επικαλούμενη τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως εργοδοτικής αστικής ευθύνης, ζήτησε, σε περίπτωση ήττας της στην κύρια δίκη, να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη να της καταβάλει κάθε ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί να καταβάλει η ίδια στον κυρίως ενάγοντα.

Επί των ανωτέρω, αγωγής και προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1381/2019 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, α) η από 20-9-2019 έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), β) η από 11-12-2019 έφεση των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), γ) η από 20-12-2019 έφεση της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας "Α..

Μ. - Ε.. Μ. - Δ.. Μ." και δ) η από 4-11-2019 έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4624/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, α) έγινε δεκτή η πρώτη ως άνω έφεση ως προς την πρώτη και δεύτερη των εφεσιβλήτων και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 35.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, β) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η υπό στοιχείο (β) έφεση, και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη, γ) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ίδια υπό στοιχ. (β) έφεση ως προς την πρώτη εκκαλούσα, δ) απορρίφθηκε η υπό στοιχ. (γ) έφεση και ε) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 4-11-2019 υπό στοιχ. (δ) εφέσεως.

Ακολούθως, με την από 9-10-2020 κλήση της παρεμπιπτόντως εναγούσης επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου ως άνω Δικαστηρίου η τελευταία υπό στοιχ. (δ) έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4401/2021 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση) κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 εδ.

α' του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, ενώ κατά τη διάταξη του εδ. β' αυτού, που αφορά μόνο τις καλούμενες δαπάνες απόκρουσης των απαιτήσεων (ΑΠ 9211/2009), δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου.

Εξάλλου, με την παρ. 5 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στην μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ στην παρ. 6 εδ. (α) του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Ειδικότερα, η δυνατότητα διεύρυνσης, με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον ίδιο νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι διατάξεις του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).

Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας (Ολ.

ΑΠ 18/2015, 14/2013, ΑΠ 181/2022, 1542/2018). Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις, είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7 παρ. 6 του ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, το οποίο περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.

Κατά συνέπεια, ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφρά αμέλειά τους.

Επομένως, η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του νόμου αυτού. Η ίδια εξάλλου ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2 παρ. 8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου. (ΟλΑΠ 18/2015, 19/2015).

Ενόψει των εκτεθέντων, προκειμένου περί ασφάλισης αστικής ευθύνης, κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 25 ν. 2496/1997, η οποία αποτελεί είδος της ασφάλισης ζημιών, η ασφάλιση καλύπτει την ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι των αξιώσεων οποιουδήποτε τρίτου στα όρια του ασφαλιστικού κινδύνου (ΑΠ 883/2015). Σε περίπτωση, που ο λήπτης της ασφάλισης και ασφαλισμένος ενεργεί τη σύμβαση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται ο συμβατικός περιορισμός των δικαιωμάτων του (άρθρο 33 παρ. 1 ν. 2496/1997).

Συνεπώς, είναι επιτρεπτό στο ασφαλιστήριο να περιοριστεί η κάλυψη μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης από ελαφρά αμέλεια ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη, χωρίς πταίσμα ή να συμφωνηθεί αντίστοιχα απαλλαγή του ασφαλιστή, ακόμη και αν η πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου (ΑΠ 246/2022).

Μία τέτοια συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή είναι και η συμφωνία των μερών ότι "ο ασφαλισμένος υποχρεούται να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και ζημιών και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς με την ασφάλεια του κοινού".

Η υποχρέωση αυτή αποτελεί συμβατική υποχρέωση, η τήρηση της οποίας ενεργοποιεί την ευθύνη του ασφαλιστή και η παράβασή της επιτρέπει την απαλλαγή του τελευταίου (ασφαλιστή) από την ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 767/2021,1542/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων της κύριας αγωγής, προσελήφθη στις 6-2-2015 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του τεχνίτη οικοδόμου από την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία.

Ειδικότερα, η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α." συμμετείχε στον ανοικτό δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό αγοράς ακινήτου για τη δημιουργία πολυδύναμου Κέντρου Ψυχικής Υγείας στην ..., που διεξήγαγε το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... Διακήρυξης. Ο ανωτέρω διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία - δεύτερη εναγόμενη κι αποφασίσθηκε η αγορά του κτιρίου επί των οδών Ι… και Π… στο Δ.

Α. με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Μαργαρίτα Δημητρίου Αναστασάκη, με το οποίο η εταιρεία - δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε ταυτόχρονα με την ιδιότητα του αναδόχου την εκτέλεση εργασιών διαμόρφωσης του ακινήτου που συνίστανται στην ανακαίνιση, αλλαγή χρήσης και διαμόρφωση των χώρων για τη μετατροπή του σε Κέντρο Ψυχικής Υγείας, σύμφωνα με τη διακήρυξη.

Εν συνεχεία, η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού ανέθεσε την πρώτη υπεργολαβία, συνιστάμενη σε εργασίες ενισχύσεων με σκυρόδεμα, μορφοσίδηρο και σύνθετα υλικά και σκυροδέματα για τη θεμελίωση και για την εξωτερική μεταλλική κλίμακα διαφυγής, στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α..

Μ.-Γ.. Μ.-Δ.. Μ. Ο..Ε..". Στις 10-02-2015 και περί ώρα 12.40, ο ενάγων, στα πλαίσια των ανωτέρω εργασιών ενίσχυσης του κτιρίου, εργαζόταν στο υπόγειο, ενισχύοντας το υπάρχον μπετόν, ευρισκόμενος όρθιος με το τρυπάνι πάνω στη σκαλωσιά ενός πύργου. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του, λαμβάνοντας σχετική υπόδειξη από τον υπεύθυνο του έργου, Δ.

Τ., τοποθέτησε πάνω στη σκαλωσιά ένα μικρό μπετοφόρμ, προκειμένου να φτάσει στο ύψος που τρυπούσε στον τοίχο. Όμως, από την πίεση που ασκούσε και λόγω της ολισθηρότητας του πατώματος της σκαλωσιάς του πύργου, γλίστρησε κι έπεσε ανεξέλεγκτα στο πάτωμα, από ύψος περίπου δύο μέτρων. Το συγκεκριμένο ένδικο ατύχημα, κρίθηκε τόσο από την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και από την τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων εταιρειών (ήτοι και της νυν εφεσίβλητης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας) από αμέλεια, και επιδικάσθηκε τελεσιδίκως στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, το ποσό των 35.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α.. Μ. - Γ.. Μ. - Δ.. Μ. Ο..Ε.." με το διακριτικό τίτλο "C. C. E.", είχε ασφαλίσει στην εκκαλούσα - παρεμπίπτουσα εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α..Ε..Ε..Γ..Α." το προαναφερόμενο έργο, στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστηρίου Συμβολαίου Αστικής Ευθύνης έναντι τρίτων, με διάρκεια ισχύος από 29-01-2015 έως 28-02-2017. Στο ανωτέρω συμβόλαιο, η παρεχόμενη κάλυψη αφορά την Αστική Ευθύνη του Ασφαλιζόμενου έναντι τρίτων που τυχόν θα προκύψει από ατυχήματα που θα προκληθούν κατά την εκτέλεση του έργου "ΕΠΙΚΟΛΛΗΣΗ ΑΝΘΡΑΚΟΫΦΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΥΠΟΣΤΥΛΩΜΑΤΩΝ ΜΕ ΕΚΤΟΞΕΥΟΜΕΝΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ", όπως επίσης καλύπτεται και η Εργοδοτική ευθύνη, σύμφωνα με τα άρθρα 657, 658 και 932 ΑΚ, για τις πέραν του ΑΚ ή άλλου φορέα κοινωνικής ασφάλισης υποχρεώσεις.

Δυνάμει σχετικού όρου του ανωτέρω συμβολαίου, προϋπόθεση για την ισχύ της κάλυψης αποτελεί n τήρηση των προβλεπόμενων από το Νόμο μέτρων πυροπροστασίας και επαρκών μέτρων προστασίας των εργαζομένων. Η παρεμπιπτόντως εναγομένη και νυν εκκαλούσα, συνομολογεί μεν την ύπαρξη ασφαλιστικής σύμβασης εν ισχύι μεταξύ αυτής και της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, προέβαλε δε, παραδεκτώς, πρωτοδίκως και επαναφέρει με τους λόγους εφέσεώς της, τις κάτωθι ενστάσεις:

α) Περί απαλλαγής της ευθύνης της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, καθώς η επελθούσα ζημία οφείλεται σε αμέλεια των εκπροσώπων της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, λόγω μη τήρησης των μέτρων ασφαλείας και β) περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του συνολικού ορίου ασφαλιστικής κάλυψης των 200.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τα ρητώς προβλεπόμενα σε σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Ωστόσο, ο πρώτος λόγος εφέσεως, που επικαλείται η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και τούτο διότι: Κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2496/1997, που επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 7 παρ. 5 αυτού, η ασφάλιση της αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.

Δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Επομένως, η εκκαλούσα παρεμπιπτόντως εναγομένη δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσής της προς καταβολή του ασφαλίσματος, εφόσον η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, όπως κρίθηκε εν προκειμένω σε αμέλεια των εκπροσώπων της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, καθόσον, κατά τις ως άνω διατάξεις του ν. 2496/1997, δεν παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη για αστική ευθύνη προς τρίτους, όταν οι σχετικές πράξεις ή παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου.

Ο ανωτέρω όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προβλέπει ότι η ασφαλιστική κάλυψη δεν ισχύει σε περίπτωση μη τήρησης των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των εργασιών, κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναφέρεται έγκυρα και στην περίπτωση που από αμέλεια, (βαριά ή ελαφρά), παραλείψει ο ασφαλισμένος την τήρηση μέτρων ασφαλείας, εφόσον τούτο θα κατέληγε, σε ανεπίτρεπτο περιορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, που απορρέουν από τον ν. 2496/1997 και δεν μπορεί να προβλεφθεί έγκυρα και για την περίπτωση αυτή, αφού δεν πρόκειται για είδος ασφάλισης από αυτές του άρθρου 33 παρ. 1 του εν λόγω νόμου (μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης, εγγύησης, θαλάσσιας και αεροπορικής ασφάλισης ζημιών) και αναιρεί την ασφάλιση αστικής ευθύνης, η οποία βασίζεται στην υπαιτιότητα.

Επιπρόσθετα δε, και όσον αφορά τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, επικαλούμενη την υπ' αριθμ. 18/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επισημαίνεται ότι, η νομολογία αυτή, αναφέρεται σε συγκεκριμένες κατά τον νόμο ασφαλίσεις (ήτοι μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης, εγγύησης, θαλάσσιας και αεροπορικής ασφάλισης ζημιών), στις οποίες όμως, δεν εμπίπτει η ένδικη ασφάλιση αστικής ευθύνης του εργοδότη και μάλιστα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, υπό την προϋπόθεση να μην θίγονται τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου".

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω ένσταση περί απαλλαγής της ευθύνης της αναιρεσείουσας προς καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω μη τήρησης των μέτρων ασφαλείας είναι απορριπτέα, όπως κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί ως μη έγκυρο τον επίμαχο και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο όρο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης και να κρίνει απορριπτέα ως μη νόμιμη την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας (όπως εκτιμάται, και όχι κατ' ουσίαν όπως αναφέρεται), με το σκεπτικό, ότι το άρθρο 25 Ν. 2496/1997 προβλέπει απαλλαγή του ασφαλιστή σε περίπτωση δόλου και όχι αμέλειας του ασφαλισμένου, ότι η ως άνω διάταξη επικρατεί ως ειδική της διάταξης του άρθρου 7 παρ.5 Ν. 2496/1997, ότι δυνατότητα διεύρυνσης των λόγων απαλλαγής επιφυλάσσεται εκ του άρθρου 33 παρ.1 Ν.2496/1997 μόνο σε συμβάσεις ασφάλισης μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, θαλάσσιας ή αεροπορικής ασφάλισης ζημιών, καθώς και διότι η επίδικη ρήτρα απαλλαγής αναιρεί ουσιαστικά την ασφάλιση αστικής ευθύνης, η οποία βασίζεται στην υπαιτιότητα, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25, 33 και 7 παρ. 5 και 6 του Ν. 2496/1997, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης επιτρέπεται, αφ' ενός στις περιπτώσεις που αναφέρονται ειδικά στη διάταξη του άρθρ. 33 §1 ν. 2496/1997, αφ' ετέρου δε στις περιπτώσεις που βρίσκουν έρεισμα σε άλλες διατάξεις του νόμου αυτού, όπως στο άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2496/1997, η δε τελευταία αυτή διάταξη έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και, συναφώς, η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.

Ενόψει αυτών έγκυρα συμφωνήθηκε ο ανωτέρω απαλλακτικός όρος, εφόσον πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, τον γνώριζε η ασφαλιζόμενη ανάδοχος εταιρεία και τον αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) με τον οποίο προβάλλεται το ανωτέρω σφάλμα είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που την εξέδωσε.

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 134/2020, 591/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρεία με την ένδικη αναίρεση υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην επιστροφή του ποσού των 31.223,68 ευρώ που της κατέβαλε σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση.

Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα εταιρεία έγγραφα προκύπτει ότι, με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό -απόδειξη καταβολής, η τελευταία, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση συμφώνησε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 31.643,25 ευρώ, ήτοι 23.846,13 και 5.000 ευρώ που αντιστοιχούν σε κεφάλαιο, 2.480,30 και 316,82 ευρώ, για αναλογούντες τόκους αντίστοιχα, αφαιρουμένου του αναλογούντος φόρου 372,045 και 47,52 ευρώ αντίστοιχα, με απευθείας ηλεκτρονική κατάθεση στον υπ' αριθμ. ...

τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης στην Τράπεζα .... Η καταβολή αυτή σύμφωνα με το ως άνω συμφωνητικό θα συντελούταν εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από της υπογραφής αυτού από τα μέρη, το δε συμφωνητικό μαζί με το παραστατικό εμβάσματος της Τράπεζας θα επείχαν θέση αποδείξεως για την καταβολή. Οπως δε προκύπτει από το με ημερομηνία 8-3-2022 έγγραφο (στοιχεία εντολής μεταφοράς) της ως άνω Τράπεζας, πράγματι στις 8-3-2022 έλαβε χώρα ηλεκτρονική κατάθεση του ποσού αυτού των 31.223,68 ευρώ από την αναιρεσείουσα στον τηρούμενο στην ως άνω στην Τράπεζα λογαριασμό της αναιρεσίβλητης.

Επομένως η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ως άνω ποσό στην αναιρεσείουσα. Επίσης πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Σημειώνεται ότι το παράβολο δεν κατατέθηκε ως εκ περισσού στην προκειμένη περίπτωση, διότι η συζήτηση της ένδικης αγωγής, δεν υπάγεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, αλλά στην τακτική διαδικασία, αφού η υπό αμφισβήτηση απαίτηση, που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, απορρέει από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφαλίσεως και υπάγεται στην τακτική διαδικασία.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4404/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριάντα μιας χιλιάδων διακοσίων είκοσι τριών ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (31.223,68).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ