Legislator Case Law & Legislation
1078/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, noting the lower court relied on multiple valid reasons for invalidity.

Case Number 1078/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and individuals against a Third Instance Court decision regarding the invalidity of a property transfer. The appellants argued the lower court erred in applying tax law, but the Court found the decision was based on multiple independent grounds, including a lack of prior ownership transfer agreement and a violation of zoning regulations. Since the primary ground for invalidity was not effectively challenged by the appeal, the Court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellants to pay the costs of the intervening creditor.

Legislator headnote

AI generated

Art. 80 KPolD; Art. 24 §18 of Law 2130/1993: An appeal is inadmissible if the challenged decision rests on multiple independent grounds of invalidity, and the appellant fails to effectively challenge the primary ground upon which the decision is based.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility multiple grounds of invalidity property transfer tax certificate requirement zoning regulation violation costs of proceedings intervening creditor

Cited Legislation

AI generated
Art. 80 KPolD
Art. 24 §18 of Law 2130/1993
Art. 495 §3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 KPolD
Art. 559 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1078/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ Τ. του Κ., κατοίκου ... και 3) Ε. Τ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εδρεύουσας στην ... εταιρείας με την επωνυμία "...", με κατοχυρωμένη έδρα της στη διεύθυνση 5ος όροφος ..., ως νομίμως εκπροσωπείται κατά τα οριζόμενα στο από 6-12-2019 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και της από 5-12-2019 συμφωνίας των μερών περί των ειδικών όρων παροχής των υπηρεσιών του διαχειριστή, και ενεργούσας στην παρούσα με την ιδιότητα της εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της δικαιούχου των απαιτήσεων εταιρείας. Στην ως άνω εταιρεία "...", η Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, έχει πωλήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από επιχειρηματικά δάνεια και τα σχετικά παρεπόμενα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν εγγυήσεων και τυχόν άλλων ενοχικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαρακτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-05-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 342/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-05-2019 αίτησή της, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα όσα αναφέρει στην από 1-3-2021 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ362/2020, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ267/2021, ΑΠ368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης" (ΑΠ 763/2019). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ368/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην …. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." , με το από 1-3-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18-3-2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. 5123, 5124, 5125 και 605Δ/26-3-2021 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Δ.

Μ. και στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Σ. αντιστοίχως), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "... ", ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση .../1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και της Πράξης .../19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΤτΕ, όπως έχει τροποποιηθεί με την Πράξη .../8-1-2019 της ίδιας Επιτροπής), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει των από 26-7-2019 και 6-12-2019 συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που έχουν νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ' αριθ.

Πρωτοκόλλου 366/6-12-2019 (τόμος 10/α.α 400), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία " ...", με έδρα το ... ...ς, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 6-12-2019 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ' αριθ.

Πρωτοκόλλου .../6-12-2019 και της από 5-12-2019 συμφωνίας των μερών περί των ειδικών όρων παροχής υπηρεσιών του διαχειριστή, ενεργούσα (η άνω παρεμβαίνουσα) ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της εν λόγω δικαιούχου των απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας δυνάμει του από 3-12-2019 πληρεξουσίου επικυρωθέντος από τον Συμβ/φο του ...υ Jeffrey Greene , φέροντος την με αρ. ... /4-12-2019 επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης (Apostille).

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας σε βάρος των αναιρεσειόντων (πιστούχου εταιρείας και των εγγυητών αυτής διαχειριστών της) για την προστασία των οποίων άσκησε την από 21-5-2012 αγωγή της, μετά δε την απόρριψή της με την 14/2015 απόφαση του Πολ/λούς πρωτοδικείου Κιλκίς, εκδόθηκε, κατά παραδοχή εφέσεώς της, η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αρ. 342/2019 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που δέχθηκε την ένδικη αγωγή.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ).

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 3283 Ε/7-7-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ., επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4β ΚΠολΔ) αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της, 22-3-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με βάση την Δ1α/Γ.Π.οικ.9147 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 534Β'/10-2-2021), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" (ΦΕΚ Α' 55), επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή, αυτεπαγγέλτως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 25-10-2021, με την από 11-5-2021 πράξη του προέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με αριθμό 33, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ενώ προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, αναιρεσίβλητη - υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα (άρθ.576 παρ. 2ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Από την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη προκύπτει, ότι μπορεί να αναγνωρισθεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο (ή αγαθό ΑΠ1154/2019, ΑΠ356/2013) που ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και συνεπάγεται ή έχει ως περιεχόμενο της ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.

Το έννομο συμφέρον, που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της, μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Θεωρείται υφιστάμενο, στην περίπτωση που η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από αυτά τα πράγματα, όταν από την συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ενάγοντος, η οποία (αβεβαιότητα) δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντα του, για την αποτροπή των οποίων η επιδιωκόμενη αναγνωριστική απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 850/2019, AΠ292/2017, ΑΠ856/2010).

Εν όψει του ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 68ΚΠολΔ ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη του εννόμου συμφέροντος ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008).

Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη, κατά δε το άρθρο 180 ΑΚ ορίζεται ότι η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σα να μην έγινε. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως (ΑΠ161/2020, ΑΠ331/2019). Η πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 ΑΚ, και καθιερώνει την αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, η οποία αντιβαίνει σε απαγορευτικού ή επιτακτικού χαρακτήρα -δημόσιας τάξης- διάταξη οποιουδήποτε νόμου, ακόμη και ποινικού.

Συνεπώς με βάση τα παραπάνω, η απαγόρευση περιλαμβάνει διατάξεις που αποδοκιμάζουν την δικαιοπραξία καθ' εαυτήν ή το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα ή της εξωτερικές συνθήκες της δικαιοπραξίας. Αν η απαγορευτική διάταξη απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα, περιττεύει η έρευνα του σκοπού αυτής, η ακυρότητα δε είναι απόλυτη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον υποβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, είναι οριστική και αθεράπευτη, δεν κυρώνεται δε η σχετική δικαιοπραξία με μεταγενέστερη έκλειψη του λόγου ακυρότητας, με αναγνώριση από τα μέρη ή παραίτηση, ακόμη δε και η τυχόν εκπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν την καθιστά έγκυρη (ΑΠ 1929/2009).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση για τη μεταβίβαση κυριότητος ακινήτου για αιτία ανύπαρκτη ή που δεν αναγνωρίζεται από το νόμο είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 982/2019, ΑΠ1882/2017). Oι προϋποθέσεις για την έγκυρη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου είναι α) η κυριότητα του μεταβιβάζοντος (ΑΠ175/2020) β) η μεταβιβαστική συμφωνία δηλαδή η συμφωνία μεταξύ κυρίου και αποκτώντος για τη μετάθεση της κυριότητας από τον πρώτο στον δεύτερο, γ) η συμφωνία να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, δ) η νόμιμη αιτία μεταβιβάσεως, ενόψει του αιτιώδους χαρακτήρα της εμπράγματης δικαιοπραξίας που προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης νόμιμης αιτίας.

Δεν αρκεί δηλαδή η δήλωση ότι μεταβιβάζεται η κυριότητα, αλλά πρέπει να αναγράφεται και ο νόμιμος λόγος μεταβιβάσεως, γιατί άλλως η κυριότητα δεν μετατίθεται, ε) η μεταγραφή, σύμφωνα με τα άνω άρθρα (1192, 1198 ΑΚ) της εμπράγματης σύμβασης στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου. Η μεταβίβαση της κυριότητας επέρχεται μόνο από τη στιγμή που θα συνυπάρξουν η συμβολαιογραφική συμφωνία και η μεταγραφή.

Με τη μεταγραφή και από το χρόνο της μεταγραφής επέρχονται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, πλήρη τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι η μεταβίβαση της κυριότητας σε ακίνητο, η οποία άλλως δεν συντελείται (ΑΠ 811/2020, ΑΠ1083/2019). Επειδή ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η μεταγραφή, η μεταγραφή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αρκεί να μην μεταγράφηκε στο μεταξύ άλλος τίτλος κτήσης κυριότητας του ίδιου ακινήτου υπέρ άλλου (ΑΠ125/1962).

Έτσι η μεταγραφή που γίνεται αργότερα παράγει τις νόμιμες συνέπειές της μόνον για το μέλλον και δεν ανατρέχει στο παρελθόν ούτε φυσικά στη χρονολογία του τίτλου που μεταγράφεται ούτε μπορεί να ανατρέψει τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν κατά τα προεκτεθέντα προτού γίνει, ανεξάρτητα από την καλή ή κακή πίστη των δικαιούχων τους.

Η μεταγραφή δεν συνιστά δικαιοπραξία αλλά πράξη δημόσιας αρχής που πραγματοποιεί την αρχή της δημοσιότητας (ΑΠ 888/1977). Παρότι είναι απαραίτητη για τη μεταβίβαση της κυριότητας δεν αποτελεί στοιχείο της εμπράγματης δικαιοπραξίας, αλλά όρο του ενεργού, αίρεση δικαίου. Τούτο σημαίνει ότι η δικαιοπραξία του άρθρου 1033 ΑΚ ολοκληρώνεται με την κατάρτισή της, πλην όμως δεν αναπτύσσει ενέργεια, παρά μόνον από τη μεταγραφή συνεπάγεται την τελείωση της εμπράγματης με την πραγματοποίηση της δημοσιότητας.

Συνακόλουθα η μεταγραφή δεν καλύπτει τα ελαττώματα της μεταγραφόμενης πράξης που τυχόν υπάρχουν. Επομένως δεν αίρει τους λόγους ακυρότητας ή ακυρωσίας της πράξης που παράγονται από τα ελαττώματα. Όμως, η έκθεση σε κινδύνους των καλόπιστων τρίτων, από τη δημοσιότητα των βιβλίων μεταγραφών και την πίστη που δίνουν εκείνοι στις υφιστάμενες σ` αυτά εγγραφές, επέβαλε τη θέσπιση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1202 ΑΚ, με την οποία σκοπείται ο περιορισμός των κινδύνων αυτών με την αναγραφή στο περιθώριο της μεταγραμμένης δικαιοπραξίας της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της δικαιοπραξίας αυτή.

Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής και τις προϋποθέσεις που απαιτεί η εφαρμογή της συνάγεται ότι, εφόσον έχουν μεταγραφεί νομότυπα δικαιoπραξίες, έστω και άκυρες, η διαγνωστική εξουσία της έρευνας του ζητήματος αυτού (δηλαδή εάν είναι άκυρες νόμιμα μεταγεγραμμένες πράξεις) ανήκει όχι στον υποθηκοφύλακα αλλά μόνο στο δικαστήριο, που αποφαίνεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατόπιν ασκήσεως αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας από εκείνον που έχει έννομο προς τούτο συμφέρον (ΑΠ 990/1993).

Το δικαστήριο συνεπώς δεν έχει την εξουσία να διατάξει τη διαγραφή τυχόν παράνομης εγγραφής στα βιβλία μεταγραφών κατ' εφαρμογή του άρθρου 791 ΚΠολΔ, παρά μόνο να διατάξει τη σημείωση της ακυρότητας στο περιθώριο της δικαιοπραξίας που μεταγράφηκε, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άνω άρθρου 1202 παρ. 1ΑΚ (ΑΠ 1427/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3190/1955, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του άρθρου 38 του ν. 2065/1992, το εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ πρέπει να είναι ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά την κατάρτιση της εταιρικής σύμβασης, δηλαδή κατά την υπογραφή του καταστατικού, το οποίο, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρει το εταιρικό κεφάλαιο, τη μερίδα συμμετοχής εκάστου εταίρου καθώς και βεβαίωση των ιδρυτών της ότι το κεφάλαιο έχει καταβληθεί (άρθρο 6 παρ.2 περ.ε), ενώ σε περίπτωση που υπάρχουν και εισφορές σε είδος πρέπει να αναφέρεται το αντικείμενό τους, η αξία τους και το τμήμα του κεφαλαίου που καλύπτεται από αυτές (άρθρα 6 παρ. 2 περ.στ' και 4 παρ. 1).

Αν το κεφάλαιο δεν καταβλήθηκε ολόκληρο τότε η εταιρεία είναι άκυρη (άρθρο 7 παρ. 1 περ.α'), η ολοσχερής δε καταβολή αφορά τόσο τις εισφορές σε χρήμα όσο και τις εισφορές σε είδος (άρθ. 5 παρ. 1). Ειδικά ως προς τις τελευταίες πρέπει η εισφορά να έχει γίνει με τον τρόπο που αρμόζει στο συγκεκριμένο είδος της εισφοράς και να έχει βεβαιωθεί τούτο στο καταστατικό.

Η παράλειψη πρόβλεψης στην εταιρική σύμβαση διατάξεων σχετικά με το είδος και την αποτίμηση των εισφορών, καθώς και η παράλειψη βεβαίωσης των ιδρυτών περί καταβολής του κεφαλαίου αποτελεί λόγο ακυρότητας της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (ΑΠ 1285/1998). Επομένως, οι εισφορές σε είδος δεν μπορούν να παρασχεθούν τμηματικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μετά την κατάρτιση του καταστατικού.

Έτσι, αν η εισφορά συνίσταται στη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου θα πρέπει να έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη μεταβίβαση του ακινήτου υπό την αναβλητική βέβαια αίρεση ότι θα συσταθεί η ΕΠΕ και να έχει γίνει η μεταγραφή του οικείου συμβολαίου, αφού υποβληθεί (επί ποινή ακυρότητας της σύμβασης ως προς την εταιρεία στην περίπτωση παράλειψής της) στον εκτιμητικό έλεγχο της διοίκησης και ειδικότερα στον έλεγχο της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του άρθρου 9 ν. 2190/1920, αναλογικώς εφαρμοζομένου, στην περίπτωση κτήσεως από την εταιρεία επί σκοπώ παγίας εκμεταλλεύσεως ακινήτων ή άλλων αντικειμένων, εφόσον οι μεταβιβάζοντες είναι εταίροι ή διαχειριστές (αρθ. 5 παρ 2 και 3).

Τόσο ο εκτιμητικός έλεγχος, το αποτέλεσμα του οποίου πρέπει να περιλαμβάνεται στο καταστατικό, όσο και η μεταβίβαση της κυριότητας (και η μεταγραφή της) πρέπει να λάβουν χώρα πριν την κατάρτισή του (καταστατικού), διότι διαφορετικά (δηλαδή αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 1033, 1192,1198 ΑΚ) η μεταβίβαση του ακινήτου και επομένως η καταβολή της εισφοράς θεωρείται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί.

Η ακυρότητα δεν μπορεί να θεραπευθεί εκ των υστέρων, έστω κι' αν υπάρχει συμφωνία όλων των εταίρων (άρθ. 7 παρ. 4), κηρύσσεται δε αυτή με δικαστική απόφαση ύστερα από αγωγή που μπορεί να ασκηθεί από κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον (άρθ. 7 παρ. 1 και 2). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 του ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία "Μπορεί να γίνει κατάσχεση ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του οφειλέτη ή εμπράγματου δικαιώματος του οφειλέτη επάνω σε ακίνητο" συνάγεται ότι τα ακίνητα κατάσχονται πάντοτε "εις χείρας του οφειλέτη", ακόμη και όταν βρίσκονται στην κατοχή τρίτου, αρκεί ο οφειλέτης και ειδικότερα ο καθού η εκτέλεση να είναι φορέας του εμπραγμάτου δικαιώματος το οποίο κατάσχεται, ενώ κατά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος κινητού ή ακινήτου υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος μόνο εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρο 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

Νομικό ελάττωμα συνιστά και η έλλειψη κυριότητας του καθού η εκτέλεση (ΑΠ 479/1980). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1274, 1276, 1277, 1278 ΑΚ και 28 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης, αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, που πληρούται με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης, και ότι η πλήρωση της αίρεσης δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο, στο οποίο έχει εγγραφεί η προσημείωση, περιήλθε στην κυριότητα άλλου (ΑΠ 1093/2013, ΑΠ 31/2009).

Συνεπώς, ο προσημειούχος αποκτά ταυτόσημη ασφάλεια προς εκείνη του ενυπόθηκου δανειστή, εφόσον πληρωθούν οι (δύο) αιρέσεις υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, ήτοι η τελεσίδικη επιδίκαση της ουσιαστικής απαίτησης και η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Έτσι, μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που ασφαλίζεται με την προσημείωση, η τελευταία τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης και θεωρείται σαν να έχει έκτοτε εγγραφεί. Σε περίπτωση δε που το υπέγγυο ακίνητο εκποιείται αναγκαστικώς πριν την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, τούτο μετουσιώνεται σε χρηματική αξία έναντι των δανειστών και του οφειλέτη, οπότε ο προσημειούχος δανειστής κατατάσσεται στο πλειστηρίασμα "τυχαίως", ήτοι προσωρινώς μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η ουσιαστική βασιμότητα της ασφαλιζόμενης απαίτησής του και, πάντως, προνομιακώς, με την έννοια ότι η κατάταξή του θα λάβει την τάξη και τη σειρά που θα ελάμβανε, αν αντί της προσημείωσης είχε εγγράψει υπέρ αυτού από την αρχή υποθήκη (ΑΠ 1543/2007).

Συνεπώς, ο προσημειούχος εξομοιούται πλήρως με τον ενυπόθηκο δανειστή, με μόνη την διαφορά ως προς τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατάταξης κατ' άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2006, ΑΠ 1134/2012). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι : α) στην περίπτωση εισφοράς από εταίρο της κυριότητας ακινήτου ιδιοκτησίας του στην υπό ίδρυση εταιρεία περιορισμένης ευθύνης απαιτείται να προηγηθεί, κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, η κατάρτιση με συμβολαιογραφικό έγγραφο συμφωνίας μεταξύ του κυρίου (εισφέροντος εταίρου) και της υπό σύσταση αποκτώσας εταιρείας ότι μετατίθεται σ' αυτήν η κυριότητα για νόμιμη αιτία (ως εισφορά σε είδος) και μεταγραφή του οικείου συμβολαίου, εν όψει του ότι το εταιρικό κεφάλαιο πρέπει να είναι ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά τη σύστασή της, β) η συμβολαιογραφικώς καταρτιζόμενη εταιρική σύμβαση, χωρίς να περιέχεται σ' αυτή δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου από τους εταίρους προς την εταιρία ως εισφοράς σε είδος, αλλά και χωρίς να συντρέχουν οι λοιπές προβλεπόμενες στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 3190/1955 προϋποθέσεις, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου και συνεπώς τόσο η εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη όσο και μεταγραφή αυτής από τους συμβαλλόμενους στα οικεία βιβλία μεταγραφών είναι άκυρες και γ) έννομο συμφέρον να ασκήσει αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας μεταβίβασης ακινήτου που φέρεται ότι εισφέρθηκε κατά κυριότητα σε υπό σύσταση εταιρεία ΕΠΕ από εταίρους της χωρίς την τήρηση των ανωτέρω προϋποθέσεων αλλά και άλλων προβλεπομένων από το νόμο, όπως εκείνων των άρθρων 24 παρ.1 α, 25 παρ.1, 26 παρ. 1 ν1892/1990 περί μη χορήγησης αρμοδίως άδειας μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου σε παραμεθόρια περιοχή, έχει και ο δανειστής των συμβληθέντων, είτε της εταιρείας είτε των εταίρων είτε, ακόμη, αμφοτέρων των μερών, προκειμένου να αρθεί η αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο του αληθούς κυρίου του ακινήτου και, συνακόλουθα, ως προς τη δυνατότητα ή μη σύστασης εμπράγματου βάρους επ' αυτού αλλά και επιβολής κατάσχεσης στο συγκεκριμένο ακίνητο, στο πλαίσιο επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του οφειλέτη, και ακολούθως πλειστηριασμού του ακινήτου για την ικανοποίηση της απαίτησής του, ενόψει των κινδύνων που δημιουργούνται στα έννομα, σε σχέση με την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συμφέροντά του ως δανειστή και δη όσον αφορά την ύπαρξη ή μη κυριότητας ως προς το πρόσωπο του καθού θα επιβληθεί η κατάσχεση (άρθρο 992 ΚΠολΔ) και της συνακόλουθης ευθύνης του ως επισπεύδοντος για την ύπαρξη συναφούς, εκ της ενδεχόμενης ελλείψεως κυριότητας στον καθού, νομικού ελαττώματος (1017 ΚΠολΔ).

Το έννομο αυτό συμφέρον έχει ο δανειστής, ακόμη και αν πρόκειται για εις ολόκληρον ευθύνη των συμβαλλομένων (εταίρων και εταρείας) και έχει ήδη εγγράψει προσημείωση στο ακίνητο, η οποία όμως δεν εξασφαλίζει το σύνολο της απαίτησής του, αφού, σε περίπτωση πλειόνων συνοφειλετών, ο δανειστής δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών, η ικανοποίηση δε του υπολοίπου, μη εξασφαλιζόμενου με την προσημείωση, ποσού της απαιτήσεώς του μπορεί να επιτευχθεί με την επίσπευση αναγκαστικής κατάσχεσης στο φερόμενο ως μεταβιβασθέν στην εταιρεία ακίνητο, την άρση της αβεβαιότητας του οποίου όσον αφορά την κυριότητα επ' αυτού επιδιώκει με την αγωγή του, εξαρτώμενης όμως αυτής (της ικανοποιήσεως) και από την τυχόν έκταση των χρεών του καθού η εκτέλεση, τα οποία δύνανται να διαφοροποιούνται μεταξύ ενός εκάστου των εταίρων και της εταιρείας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εξέθετε με αυτή τα εξής: Ότι με το υπ'αριθμ. .../15-11-2001 συμβόλαιο σύστασης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης του συμβ/φου Πολυκάστρου Άγγελου Μπέλτση που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Κιλκίς, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (ήδη δεύτερος και τρίτος αναιρεσείων) συνέστησαν την τρίτη εναγόμενη εταιρεία (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) με την επωνυμία "...".

Ότι με τον όρο 5 του ως άνω συμβολαίου που αναφέρεται στο εταιρικό κεφάλαιο οι άνω αναιρεσείοντες ως μοναδικοί εταίροι αυτής δήλωσαν ότι "έθεσαν στη διάθεση της υπό σύσταση εταιρείας (εισφορά σε γη) το μερίδιό τους επί του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου Β' κατηγορίας, εκτάσεως 5.470 τ.μ, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, που βρίσκεται στο αγρόκτημα Κιλκίς και περιήλθε στην αποκλειστική συγκυριότητα τους, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-9-2000 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κιλκίς Νικολάου Νικολαϊδη, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Κιλκίς, Ότι η πρώτη αναιρεσείουσα μετά τη σύστασή της κατάρτισε με την τράπεζα Eurobank σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 80.000 ευρώ, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν οι λοιποί αναιρεσείοντες εταίροι της και προς εξασφάλιση της οποίας στις 17-7-2002 συναίνεσαν αμφότεροι με αυτοπρόσωπη παρουσία ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κιλκίς ενεργώντας ατομικά ως φυσικά πρόσωπα στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου ιδιοκτησίας τους μέχρι του ποσού των 104.000 ευρώ.

Ότι και οι τρεις αναιρεσείοντες τυγχάνουν οφειλέτες της αναιρεσίβλητης από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις επακολουθήσασες πρόσθετες αυτής πράξεις μέχρι του ποσού των 1.800.000 ευρώ, ενόψει του ότι το σύνολο των δικαιωμάτων αυτής περιήλθε στην τελευταία με την από 3-9-2008 σύμβαση εκχωρήσεως από την αρχική δανείστρια τράπεζα Eurobank, για την κατάρτιση της οποίας συναίνεσαν εγγράφως οι αναιρεσείοντες.

Ότι αμφότεροι οι εγγυητές εταίροι την αυτήν ως άνω ημερομηνία ανέλαβαν εγγράφως έναντι της αναιρεσίβλητης την υποχρέωση να μην μεταβάλουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του άνω ακινήτου τους χωρίς προηγούμενη έγγραφη ενημέρωσή της, αλλά, παρά ταύτα, μεταβίβασαν με πρόθεση βλάβης της το σύνολο σχεδόν (πλην ενός ακινήτου) της εμφανούς περιουσίας τους, ενώ την 24-9-2008 οι ίδιοι ως άνω εταίροι παραστάντες ομοίως αυτοπροσώπως ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, συναίνεσαν στην εγγραφή σημείωσης της εν λόγω συμβάσεως εκχωρήσεως στο περιθώριο της εγγραφείσας ως ανωτέρω προσημείωσης στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κιλκίς.

Ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε, την άνω σύμβαση κλείνοντας στις 24-10-2011 οριστικά το λογαριασμό που εξυπηρετούσε τη μεταξύ τους σύμβαση πιστώσεως, λόγω ασυνέπειας των αναιρεσιβλήτων ως προς την τήρηση των απορρεουσών από αυτήν υποχρεώσεών τους. Ότι μετά το κλείσιμο του λογαριασμού τούτου, εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς της η υπ' αριθμ. 362/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που υποχρέωσε τους τρεις εναγομένους να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 763.796,81 ευρώ, εντόκως, με το ανώτατο επιτρεπόμενο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 25-10-2011 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον δικαστικών εξόδων, αντίγραφο της οποίας με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε σ' αυτούς.

Ότι την 3-3-2010, μετά την πάροδο εννέα ετών από τη σύσταση της πρώτης αναιρεσείουσας, ο δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, αφού υπέβαλαν στη ΔΟΥ Κιλκίς την από 2-3-2010 εκπρόθεσμη δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου, προέβησαν στη μεταγραφή του προρρηθέντος υπ' αριθμ. .../15-11-2001 συμβολαίου, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς, ώστε το άνω αναφερόμενο κληροτεμάχιο με το επ' αυτού επιχειρηματικό κτίσμα, να εμφανισθεί ότι ανήκει πλέον στην κυριότητα της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας.

Ότι οι ανωτέρω προέβησαν στην παραπάνω μεταγραφή για να θεωρηθεί ότι κατά τη σύσταση της εταιρείας εισέφεραν κατά κυριότητα το επίδικο ακίνητο ως εισφορά σε είδος συστήσαντες έτσι υπέρ της τελευταία εμπράγματο δικαίωμα. Ότι η εταιρεία αμέσως μετά την παραπάνω μεταγραφή, στις 23-11-2010 εμφανιζόμενη δια του εκπροσώπου της δεύτερου αναιρεσείοντος ως κυρία του εν λόγω ακινήτου ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, το επιβάρυνε παραχωρώντας συναινετικά προσημείωση υποθήκης ποσού 1.950.000 υπέρ της κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "...".

Ότι η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επί του προαναφερθέντος, κειμένου στο αγρόκτημα Κιλκίς, ακινήτου, με το άνω ρηθέν συμβόλαιο είναι άκυρη, διότι α) στο εν λόγω συμβόλαιο συστάσεως εταιρίας δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε οποιαδήποτε δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου από τους εταίρους προς την εταιρία, είναι δε σαφές από τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε ότι το ακίνητο εισφέρθηκε στην τρίτη εναγομένη εταιρία κατά χρήση και όχι κατά κυριότητα, β) το εν λόγω συμβόλαιο συντάχθηκε κατά παράβαση των άρθρων 24, 25, 26, 30 του Ν. 1892/1990, χωρίς άδεια της αρμόδιας Επιτροπής , καθόσον ο Νομός Κιλκίς είναι παραμεθόρια περιοχή, γ) δεν προσκομίσθηκε, πριν την υπογραφή του, στο συμβολαιογράφο, βεβαίωση του οικείου Ο.Τ.Α.

από την οποία να προκύπτει ότι δεν οφείλεται τέλος ακίνητης περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 24 Ν. 2130/1993, δ) δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις: i) του άρθρου 5 του Ν. 1577/1985, κατά το οποίο απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο που έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης, ίί) του άρθρου 26 του Ν. 1882/1990 καθόσον δεν προσκομίσθηκε κατά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου αποδεικτικό ενημερότητας των δύο πρώτων εναγομένων, εκδοθέν από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., iii) του άρθρου 2 παρ. 5 του N. 2556/1997, ίν) του άρθρου 17 N. 1337/1983, v) του άρθρου 81 του Ν. 2238/1994 και νί) του άρθρου 7 παρ. 1 του α.ν. 1857/1950.

Ότι, τέλος, η ίδια (ενάγουσα), ούσα δανείστρια των εναγομένων, διαθέτοντας σε βάρος τους τον άνω αναφερόμενο εκτελεστό τίτλο για την ικανοποίηση της εξ 763.793,81 ευρώ απαιτήσεώς της, πλέον τόκων και εξόδων και έχοντας επί του προαναφερόμενου ακινήτου εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της, δικαιούται για την ικανοποίηση αυτής να επισπεύσει αναγκαστική κατάσχεση του ρηθέντος ακινήτου, για την επιβολή της οποίας ωστόσο, είναι αναγκαία προϋπόθεση η κυριότητα στο πρόσωπο του καθού η κατάσχεση κατά το άρθρο 992 ΚΠολΔ, ενώ επιπλέον, ως επισπεύδουσα, θα έχει ευθύνη για τυχόν νομικά ελαττώματα του κατασχεθέντος κατ' άρθρο 1017 ΚΠολΔ, ώστε έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον να ζητήσει να αρθεί η αβεβαιότητα ως προς την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου, με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αλλά και ενόψει του δικαιώματος εκ του άρθρου 1202 ΑΚ σημείωσης στο περιθώριο της δικαιοπραξίας που μεταγράφηκε της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που αναγνώρισε την ακυρότητα της μεταγραφείσας δικαιοπραξίας με την επιμέλεια του νικήσαντος διαδίκου.

Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μεταβίβασης (ως εισφοράς σε είδος) της κυριότητας του άνω περιγραφομένου ακινήτου μετά των επ' αυτού κτισμάτων από τους δύο πρώτους εναγόμενους προς την τρίτη εναγομένη, που έλαβε χώρα με το υπ' αριθμ- .../1511-2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πολυκάστρου Αγγελου Μπέλτση, να αναγνωρισθεί ότι δεν μεταβλήθηκε με το παραπάνω συμβόλαιο η νομική κατάσταση του άνω ακινήτου και ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι παραμένουν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και επίσης να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μεταγραφής του υπ' αριθμ. .../15-11-2001 συμβολαίου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς με την 14/2015 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, ελλείψει, άμεσου εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας για την άσκησή της. Επί ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο, ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα, (ήδη αναιρεσίβλητη) υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή της, έχει άμεσο έννομο συμφέρον να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή, διώκουσα την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων προς την τρίτη εναγομένη εταιρία.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι "...κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα είναι δανείστρια όλων των εναγομένων, διαθέτοντας σε βάρος τους εκτελεστό τίτλο (διαταγή πληρωμής) για την απαίτησή της ύψους 763.796,81 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Επίσης, όπως η ίδια εκθέτει, επί του επιδίκου κληροτεμαχίου συνιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων υφίσταται εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης υπέρ αυτής, ποσού 104.000 ευρώ, με την οποία εξασφαλίζεται ένα μικρό μέρος της απαιτήσεώς της.

Η ικανοποίηση του υπολοίπου ποσού της απαιτήσεώς της μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την επίσπευση αναγκαστικής κατάσχεσης στο προαναφερόμενο ακίνητο, το οποίο μετά τη μεταγραφή του υπ' αριθμ. .../15-11-2011 συμβολαίου σύστασης εταιρίας εμφανίζεται πλέον ότι ανήκει στην κυριότητα της τρίτης εναγομένης, η αναγνώριση δε της ακυρότητας της ως άνω σύστασης εμπραγμάτου δικαιώματος υπέρ τρίτης εναγομένης, που ζητείται με την κρινόμενη αγωγή, για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, θα άρει την υπάρχουσα αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο του κυρίου του ακινήτου, ζήτημα από το οποίο, ως πρόκριμα, εξαρτάται η γέννηση δικαιωμάτων της ενάγουσας να προβεί στην επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του επιδίκου ακινήτου, η οποία έτσι θα διευκολυνθεί στην άσκηση των δικαιωμάτων της αυτών.

Ειδικότερα, λόγω της υπάρχουσας αβεβαιότητας ως προς τον κύριο του υπεγγύου ακινήτου, η ενάγουσα δεν δύναται να προχωρήσει σε αναγκαστική κατάσχεση επ' αυτού και ακολούθως σε εκπλειστηρίασή του για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, καθόσον για την επιβολή της κατάσχεσης επί του ακινήτου είναι αναγκαία προϋπόθεση η κυριότητα στο πρόσωπο του καθού η κατάσχεση κατ' άρθρο 992 ΚΠολΔ και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι οφειλέτες της ενάγουσας εις ολόκληρον, δυνάμει του προεκτεθέντος εκτελεστού τίτλου, είναι άπαντες οι εναγόμενοι. (όπως κρίθηκε πρωτοδίκως), ενώ επιπλέον η ενάγουσα, ως επισπεύδουσα, θα έχει την ευθύνη για την ύπαρξη νομικών ελαττωμάτων (π.χ.

έλλειψη κυριότητας) του κατασχεθέντος ακινήτου κατ' άρθρο 1017 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η τρίτη εναγομένη, η οποία φέρεται ως κυρία του επιδίκου ακινήτου μετά τη μεταγραφή, την 3-3-2010, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς του υπ' αριθμ. .../15-11-2001 συμβολαίου συστάσεως εταιρίας, την 23-11-2010 παραχώρησε συναινετικά δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ποσού 1.950.000 ευρώ υπέρ της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "..." με την υπ' αριθμ. 743/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.

Με το βάρος αυτό, υπερκαλύφθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, η διασφαλιστική αξία του παραπάνω ακινήτου, η οποία εκτιμήθηκε από την τεχνική της υπηρεσία στο ποσό των 1.100.000 ευρώ. Η εγγραφή της πιο πάνω προσημείωσης υποθήκης ποσού 1.950.000 ευρώ, απέκλεισε την ενάγουσα από κάθε δυνατότητα περαιτέρω εμπράγματης εξασφάλισης, το κύρος δε της προαναφερθείσας προσημείωσης υποθήκης υπέρ κυπριακής εταιρίας, που ήδη παραχώρησε η τρίτη εναγομένη ως κυρία του επιδίκου ακινήτου, συναρτάται άμεσα με το κύρος της αμφισβητούμενης από την ενάγουσα μεταβίβασης του ακινήτου και συνακόλουθα της κυριότητας επ' αυτού, αφού γενομένου δεκτού του αιτήματος της αγωγής της και αναγνωριζόμενης της έλλειψης κυριότητας της τρίτης εναγομένης, που παραχώρησε την προσημείωση υποθήκης, παρέχεται σ' αυτήν (ενάγουσα) το δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψή της από τα οικεία βιβλία υποθηκών σύμφωνα με το άρθρο 1330 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1271 ΑΚ.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι, είναι κρίσιμο θέμα η άρση της αβεβαιότητας σχετικά με το ζήτημα σε ποιον από τους εναγόμενους ανήκει η κυριότητα του άνω ακινήτου, το οποίο παρέχει τη μοναδική δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας κατά των εναγομένων και η ήδη εκκαλούσα-ενάγουσα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή της, έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την άρση της αβεβαιότητας αυτής με την αποδοχή του αιτήματός της για αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης και της μεταγραφής του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. .../2001 συμβολαίου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της.

Επίσης, η ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον να υποβάλει το δεύτερο και το τρίτο αγωγικό αίτημα και να ζητήσει αφενός να αναγνωρισθεί ότι, λόγω της επικαλούμενης ακυρότητας της μεταξύ των αντιδίκων μεταβίβασης, ως εισφοράς σε είδος, της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους δύο πρώτους εναγόμενους προς την τρίτη εναγομένη, το μεταβιβαστικό της κυριότητας αποτέλεσμα αυτής, από τους δύο πρώτους εναγόμενους προς την τρίτη, δεν επήλθε και ότι συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων παραμένουν κύριοι του επιδίκου ακινήτου, γεγονός, που είναι και το κυρίως ενδιαφέρον γι' αυτήν, και αφετέρου να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης μεταγραφής του ως άνω συμβολαίου. ...".

Εν συνεχεία το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι παραδεκτή και νόμιμη, ερεύνησε την υπόθεση ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεχόμενο ότι συντρέχει και κατ' ουσίαν το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης ως άνω δικαιοπραξίας. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...

Με το υπ.αριθμ..../15-11-2001 συμβόλαιο συστάσεως εταιρείας του συμβολαιογράφου Πολυκάστρου Άγγελου Μπέλτση που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Κιλκίς με αυξοντα αριθμό 27/19-12-2001, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων συνέστησαν την τρίτη εναγομένη εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...".

Στο ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο στο άρθρο 5 αυτού που αναφέρεται στο εταιρικό κεφάλαιο οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων ως μοναδικά μέλη της παραπάνω εταιρείας δήλωσαν ότι "έθεσαν στη διάθεση της υπό σύσταση εταιρείας (εισφορά σε γη) του μεριδίου τους επί ακινήτου περιουσίας ιδιοκτησίας των δύο εταίρων που αφορά το υπ'αριθμ. ...

κληροτεμάχιο Β' κατηγορίας, έκτασης 5.470 τετραγωνικών μέτρων και των επ' αυτού κτισμάτων που βρίσκεται στο αγρόκτημα Κιλκίς, της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς και περιήλθε στους ίδιους δύο εταίρους με το υπ' αριθμό .../29-9-2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κιλκίς Νικόλαου Νικολαϊδη που μεταγράφηκε νόμιμα...

Στη συνέχεια η πιο πάνω συσταθείσα τρίτη των εναγομένων , ... "..." κατάρτισε με την ..."Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE" στο Κιλκίς την.... .../10-7-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό δυνάμει της οποίας η πιο πάνω τράπεζα χορήγησε σ' αυτήν, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων με την υπογραφή τους στο σώμα της παραπάνω συμβάσεως, πίστωση με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 80.000 ευρώ, με τους όρους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν.

Προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της απορρέουσας από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως οι εγγυητές πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, ενεργούντες ως φυσικά πρόσωπα παραστάθηκαν αυτοπροσώπως την 17-7-2002 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και συναίνεσαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της πιο πάνω τράπεζας, ποσού 104.000 ευρώ, επί του προαναφερθέντος υπ'αριθμ. ...

κληροτεμαχίου με τα επ'αυτού κτίσματα, ως ανήκοντος στην συγκυριότητά τους κατ' ισομοιρία, δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ..../29-9-2000 συμβολαίου, εκδοθείσης της υπ'αριθμ. 528/2002 αποφάσεως του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία επετράπη η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, με βάση την οποία γράφτηκε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς, στον τόμο ...

και αριθμό …. Με τις αριθμ. .../1/12-11-2003, .../2/11 -3-2004 και .../3/25-5-2008 συμβάσεις αυξήσεως πιστώσεως που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ίδιας ως άνω τράπεζας και των εναγομένων στο Κιλκίς, αυξήθηκε το συνομολογηθέν με την παραπάνω σύμβαση όριο πιστώσεως στο συνολικό ποσό των 400.000 ευρώ. Με την υπ' αριθμ. .../3-9-2008 σύμβαση μεταβίβασης έννομης σχέσης από πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στο Κιλκίς, η πιο πάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" εκχώρησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα Ε.Τ.Ε.

όλα τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις της κατά της πιστούχου εταιρίας και των εγγυητών, που απορρέουν από την πιο πάνω υπ' αριθμ. .../10-7-2002 σύμβαση πιστώσεως και τις ταυτάριθμες αυξητικές, καθώς και όλες τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή. Με τη μεταβίβαση αυτή η μεταβιβάζουσα τράπεζα αποξενώθηκε από κάθε γενικά δικαίωμα και υποχρέωσή της που απορρέει από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως και η ενάγουσα, ως αποκτώσα τράπεζα, υπεισήλθε στη θέση της μεταβιβάζουσας τράπεζας στη σύμβαση αυτή.

Οι εναγόμενοι με την υπογραφή τους στο σώμα της συμβάσεως αυτής, δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση της παραπάνω μεταβίβασης έννομης σχέσης, ότι συναινούν στη μεταβίβαση στην ενάγουσα όλων των δικαιωμάτων και των απαιτήσεων, που απορρέουν από την πιο πάνω σύμβαση πιστώσεως, συνομολογούν δε ότι στο εξής η χρήση της πίστωσης θα γίνεται μόνο μέσω της αποκτώσας τράπεζας, ενώ οι εγγυητές επανέλαβαν προς την ενάγουσα την παραπάνω εγγύησή τους υπέρ της πιστούχου, που είχαν παράσχει στη μεταβιβάζουσα τράπεζα με την ως άνω σύμβαση πιστώσεως.

Με την υπ' αριθμ. .../ .../01001/3-9-2008 σύμβαση αυξήσεως ορίου πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που κατήρτισε η ενάγουσα με τους εναγόμενους, αυξήθηκε το συνομολογηθέν με τις παραπάνω συμβάσεις όριο της πιστώσεως στο ποσό των 1.800.000 ευρώ. Με τις από 3-9-2008 έγγραφες δηλώσεις τους προς την ενάγουσα, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων ανέλαβαν την ανέκκλητη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση απέναντί της, μέχρι την εξόφληση της παραπάνω πίστωσης και την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης που ανελήφθη ή θα αναληφθεί με αυτή.

να μη μεταβάλουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου, έκτασης 5470 τ.μ., με τα επ' αυτού κτίσματα, κειμένου στο αγρόκτημα Κιλκίς, να μην το μεταβιβάσουν ή το εκποιήσουν ή το απαλλοτριώσουν ή να επιβαρύνουν την ακίνητη περιουσία που κατέχουν ή τυχόν θα αποκτήσουν μελλοντικά, χωρίς την προηγούμενη γραπτή ενημέρωση της ενάγουσας.

Την 24-9-2008 οι εγγυητές πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, ενεργούντες και πάλι ατομικά ως συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και συναίνεσαν στην εγγραφή σημείωσης της παραπάνω μεταβίβασης έννομης σχέσης στο περιθώριο των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς, όπου είναι γραμμένη η παραπάνω προσημείωση υποθήκης, ποσού 104.000 ευρώ, επί του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. 874/2008 αποφάσεως του παραπάνω δικαστηρίου.

Η πιστούχος έκανε χρήση της κατά τα άνω πιστώσεως, σύμφωνα δε με τους όρους της συμβάσεως αυτής κινήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος την 24-10-2010 εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος των εναγομένων υπόλοιπο 763.796,81 ευρώ. Την 26-2-2010 οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων μεταβίβασαν το σύνολο σχεδόν των αστικών ακινήτων τους προς τη μητέρα του Α.

συζ. Κ. Τ. και έτσι παρέμεινε στην κυριότητά τους μόνο το επίδικο κληροτεμάχιο. Επειδή η πιστούχος δεν επέδειξε συνέπεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της κατά τα συμφωνηθέντα, η ενάγουσα, όπως είχε δικαίωμα, από το νόμο και τη σύμβαση, την 24-10-2011 έκλεισε οριστικά τη σύμβαση και το λογαριασμό που τηρήθηκε και κατόπιν αιτήσεώς της εκδόθηκε η υπ' αριθμ, 362/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, της οποίας αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε νόμιμα στους εναγόμενους, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 2278Δ', 2276Δ' και 2277Δ/8-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Α.

Ζ., για την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς, το ποσό των 763.796,81 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Την 3-3-2010, ήτοι μετά την πάροδο εννέα ετών περίπου, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, αφού υπέβαλαν στη ΔΟΥ Κιλκίς την υπ' αριθμ .../2-3-2010 εκπρόθεσμη δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου, προέβησαν στη μεταγραφή του παραπάνω, υπ' αριθμ. .../15-112001 συμβολαίου συστάσεως εταιρίας, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς στον τόμο ...

και αριθμό …, έτσι ώστε να εμφανισθεί ότι το παραπάνω υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο με το επ' αυτού επιχειρηματικό κτίσμα ανήκει πλέον στην κυριότητα της τρίτης εναγομένης-πιστούχου εταιρίας. Ενώ δηλαδή, την 17-7-2002 οι ανωτέρω εναγόμενοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο ενεργούντες ως συγκύριοι του ως άνω ακινήτου και παραχώρησαν προσημείωση υποθήκης και εν συνεχεία την 24-9-2008 παραστάθηκαν και πάλι στο Δικαστήριο ως συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου και συναίνεσαν στην εγγραφή σημείωσης της μεταβίβασης έννομης σχέσης στα βιβλία υποθηκών, παρά ταύτα και για λόγους σκοπιμότητας προέβησαν στην παραπάνω μεταγραφή, θεωρήσαντες ότι, δήθεν, κατά τη σύσταση της τρίτης εναγομένης εταιρίας, εισέφεραν κατά κυριότητα το παραπάνω ακίνητο ως εισφορά σε είδος, συστήσαντες έτσι υπέρ της εταιρίας εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού.

Αμέσως μετά την παραπάνω μεταγραφή και συγκεκριμένα, την 23-11-2010, η τρίτη εναγομένη-πιστούχος εταιρία εμφανιζόμενη ως κυρία του παραπάνω ακινήτου, διά του εκπροσώπου της, πρώτου των εναγομένων, παραχώρησε συναινετικά δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης ποσού 1. 950.000 ευρώ, υπέρ της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "...", με την υπ' αριθμ. 743/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που μεταγράφηκε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς, στον τόμο 203 και αριθμό 51.

Όμως, τόσο η επικαλούμενη σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος υπέρ της τρίτης εναγομένης όσο και η μεταγραφή του παραπάνω υπ' αριθμ. .../15-11-2001 συμβολαίου με το οποίο φέρεται ότι συντελέσθηκε η σύσταση αυτή, είναι απολύτως άκυρες για τους εξής λόγους: 1. Στο υπ' αριθμ. .../15-1 1-2001 συμβόλαιο συστάσεως εταιρίας του συμβολαιογράφου Πολυκάστρου Άγγελου Μπέλτση δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε οποιαδήποτε δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου από τους εταίρους προς την εταιρία, καθόσον δεν υπάρχουν οι πανηγυρικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σε όλα τα μεταβιβαστικά συμβόλαια, από τις οποίες να προκύπτει ότι η συσταθείσα τρίτη εναγομένη εταιρία αποκτά την κυριότητα και νομή του παραπάνω εισφερόμενου ακινήτου.

Η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε στο συμβόλαιο συστάσεως εταιρίας σύμφωνα με την οποία οι εταίροι "έθεσαν στη διάθεση της υπό σύσταση εταιρίας (εισφορά σε γη)" το παραπάνω ακίνητο είναι σαφές ότι αναφέρεται σε εισφορά του ακινήτου κατά χρήση και όχι κατά κυριότητα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις πράξεις των δύο πρώτων εναγομένων εταίρων, που ακολούθησαν την κατάρτιση του συμβολαίου, οι οποίοι επί εννέα έτη ενεργούσαν ως συγκύριοι του ακινήτου αυτού, παριστάμενοι μάλιστα με την ιδιότητα αυτή και ενώπιον των δικαστηρίων. 2.

Ο Ν. 1892/1990 όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης του παραπάνω συμβολαίου όσο και κατά το χρόνο της μεταγραφής του, όριζε εκτός των άλλων και τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 24 "Για την εφαρμογή του νόμου αυτού παραμεθόριες περιοχές ορίζονται οι εξής: οι νομοί Φλώρινας, Θεσπρωτίας, Καστοριάς, Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Σάμου, Χίου, Λέσβου, Δωδεκανήσου και Κιλκίς...", Σύμφωνα με το άρθρο 25 " 1.

Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δίκαίωμα, -που αφορά ακίνητα, κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές, καθώς και η μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή η μεταβολή του προσώπου εταίρων εταιριών οποιασδήποτε μορφής που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητα στις περιοχές αυτές.

Από την απαγόρευση αυτή εξαιρούνται οι μεταβιβάσεις μετοχών εισηγμένων σε ελληνικό χρηματιστήριο, οι συμβάσεις γονικής παροχής, μισθώσεως μέχρι έξι ετών, κανονισμού ορίων, διανομής κοινού και μεταβιβάσεως ποσοστού αδιαιρέτου μεταξύ συγκυρίων". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 26 " 1 .α) Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ελληνικής ιθαγένειας και ομογενείς, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Κύπριοι, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια ενός των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων, μπορούν να ζητήσουν την άρση της απαγόρευσης της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου με αίτησή τους, στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο.

β) Η αίτηση αυτή υποβάλλεται σε επιτροπή που συνιστάται με θητεία τριών (3) ετών σε κάθε νομό με επιτροπή που απόφαση του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας και απαρτίζεται από το Γενικό Γραμματέα της περιφέρειας ως πρόεδρο και από έναν εκπρόσωπο των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Δημόσιας Τάξης και Γεωργίας, που ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από τα οικεία Υπουργεία.

γ) Η απαγόρευση αίρεται με την απόφαση της επιτροπής, που λαμβάνεται με πλειοψηφία του συνόλου του αριθμού των μελών της και με θετική οπωσδήποτε ψήφο του εκπροσώπου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 30 "Δικαιοπραξίες που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού, είναι απολύτως έγκυρες (εννοεί άκυρες κατ' ορθή γραμματική διατύπωση)".

Για την κατάρτιση του παραπάνω υπ' αριθμ. .../15-11-2011 συμβολαίου δεν εκδόθηκε ούτε επισυνάπτεται η προβλεπόμενη από τις παραπάνω διατάξεις άδεια της αρμόδιας για την άρση της απαγόρευσης Επιτροπής, με συνέπεια κι αν ακόμη θεωρηθεί ότι περιέχεται στο συμβόλαιο αυτό σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επί του προαναφερθέντος ακινήτου που βρίσκεται στην παραμεθόριο περιοχή του Κιλκίς, η σύσταση αυτή, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, είναι απολύτως και εξ υπαρχής άκυρη. 3.

Σύμφωνα με το άρθρο 24 του N. 2130/1993, "Σε περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας των πάσης φύσεως ακινήτων για οποιαδήποτε αιτία και προ της υπογραφής του συμβολαίου οι πωλητές υποχρεούνται να προσκομίζουν στο συμβολαιογράφο βεβαίωση του οικείου ΟΤ.Α, στην περιφέρεια του οποίου κείται το ακίνητο. από την οποία προκύπτει ότι δεν οφείλεται τέλος ακίνητης περιουσίας, άλλως το συμβόλαιο μεταβίβασης είναι άκυρο, ελέγχεται δε ο συμβολαιογράφος που το συνέταξε".

Από το περιεχόμενο του παραπάνω υπ' αριθμ. .../2001 συμβολαίου προκύπτει ότι, δεν τηρήθηκε η παραπάνω διάταξη, αφού δεν επισυνάπτεται σ' αυτό η σχετική βεβαίωση του Δήμου Κιλκίς περί μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας, μολονότι επί του ακινήτου υφίσταντο κτίσματα, με συνέπεια, κι αν ακόμη θεωρηθεί ότι περιέχεται στο συμβόλαιο αυτό μεταβίβαση ακινήτου, το συμβόλαιο αυτό κατά το μέρος που θεωρείται ότι αναφέρεται σε μεταβίβαση ακινήτου να είναι απολύτως άκυρο...

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι τόσο η δικαιοπραξία με την οποία φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου από τους δύο πρώτους εναγόμενους προς την. τρίτη εναγομένη, ως εισφορά σε είδος, όσο και η μεταγραφή της παραπάνω δικαιοπραξίας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς, είναι απολύτως άκυρες.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων τον οποίο προβάλλουν επικουρικά, ότι η τρίτη εξ αυτών έχει καταστεί κυρία του ως άνω ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1043 ΑΚ, καθόσον από τη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../2001 συμβολαίου μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής νέμεται το ακίνητο με την πεποίθηση ότι αυτό ανήκει στα περιουσιακά της στοιχεία και με καλή πίστη, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον από τα ως άνω ,προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν είχε τη νομή του ακινήτου, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ενεργούντες ατομικά ως φυσικά πρόσωπα είχαν παρασταθεί αυτοπροσώπως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς την 17-7-2002 και την 24-9-2008, ως συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου, όπως προκύπτει από τις εκδοθείσες υπ' αριθμ 528/2002 και 874/2008 αποφάσεις, αντίστοιχα, του ως άνω δικαστηρίου...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε: Α) την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, με την οποία φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων προς την πρώτη αναιρεσείουσα η κυριότητα του ως άνω κληροτεμαχίου και των επ' αυτού κτισμάτων διότι :α) δεν υπήρξε στο επίμαχο συμβόλαιο δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων μερών περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, β) η φερόμενη ως μεταβίβαση κυριότητας έλαβε χώρα σε παραμεθόριο περιοχή χωρίς άδεια της προβλεπόμενης από το ν.1892/1990 επιτροπής γ) δεν προσκομίσθηκε κατά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου η κατ' αρθρο 24 ν.2130/1993 βεβαίωση του οικείου ΟΤΑ περί μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας επίσης, Β) ότι δεν μεταβλήθηκε με το υπ' αριθμ. .../2001 συμβόλαιο σύστασης εταιρίας του συμβολαιογράφου Πολυκάστρου Αγγελου Μπέλτση η νομική κατάσταση του παραπάνω ακινήτου και ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων παραμένουν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, και Γ) ότι είναι άκυρη η μεταγραφή του παραπάνω συμβολαίου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση λοιπόν που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες ή επικουρικές αιτιολογίες οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία, πρωτίστως στην κυρία και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ34/2020, ΑΠ648/2019, ΑΠ383/2017).

Εν προκειμένω, το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της επίμαχης ως άνω δικαιοπραξίας διέλαβε κατά τα προεκτεθέντα τρείς επάλληλες αιτιολογίες εκάστη των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ωστόσο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους συναφείς επί μέρους λόγους της πλήττονται μόνον οι υπό στοιχείο Αα' (έλλειψη προύπόθεσης του ΑΚ1033) και Αγ' (μη τήρηση των προύποθέσεων του άρθρου 24 ν. 2130/1993) επάλληλες ως άνω αιτιολογίες και όχι η υπό στοιχείο Αβ) ομοίως επάλληλη αιτιολογία (περί της φερόμενης μεταβίβασης κυριότητας άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής του ν. 1892/1990 παρότι το ακίνητο βρίσκεται σε παραμεθόριο περιοχή).

Εν όψει των ανωτέρω, εφόσον δηλαδή η υπό στοιχείο Αβ' επάλληλη αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και δεν πλήττεται, οι αναιρετικοί λόγοι που αφορούν τις υπό στοιχεία Αα' και Αγ' λοιπές (επάλληλες) αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης τυγχάνουν απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ1060/2019). Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, σε κάθε περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1033, 174, 180, 1274 επ.ΑΚ, 4, 5, 6ν. 3190/1955, 24, 25, 26, 30 ν. 1892/1990, 992, 1017 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των όρων και των προϋποθέσεων των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός μεν στο ένδικο συμβόλαιο συστάσεως της εταιρίας δεν περιελήφθη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου από τους εταίρους προς την εταιρία, αλλά αυτό εισφέρθηκε κατά χρήση μόνον και, συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων παραμένουν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, αφετέρου δε, θεμελιώνεται, κατά τη μείζονα σκέψη, άμμεσο έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης τράπεζας ως δανείστριας, από νόμιμη εκχώρηση (ΑΠ 114/2008), όλων των αναιρεσειόντων (πιστούχου εταιρείας και εγγυητών εταίρων), διαθέτουσας σε βάρος τους απαίτηση, από πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό, ύψους 763.796,81 ευρώ, που είναι μεν εξοπλισμένη με διαταγή πληρωμής ως τίτλο εκτελεστό, αλλά εξασφαλίζεται μόνον για ένα μικρό μέρος με προσημείωση υποθήκης στο επίδικο ακίνητο, να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της φερόμενης ως καταρτισθείσας, με το συμβόλαιο σύστασης της εταιρείας, σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων στην πρώτη αναιρεσείουσα, προς άρση της δημιουργηθείσας, με τη μεταγραφή αυτού, αβεβαιότητας όσον αφορά τη μεταβίβαση ή όχι της κυριότητας του άνω ακινήτου ως εισφοράς σε είδος από τους εταίρους προς την εταιρεία κατά τη σύστασή της και την εγκυρότητα της εν λόγω μεταγραφής, και, συνακόλουθα, την εγκυρότητα ή μη της επιβάρυνσης αυτού από την τελευταία με προσημείωση μεγάλου ύψους υπέρ τρίτου, υπερκαλύπτοντας την αξία του, καθόσον από την άρση της αβεβαιότητας ως προς το ζήτημα αυτό, εάν δηλαδή κυρία του ακινήτου κατέστη τελικώς η εταιρεία ή παραμένουν συγκύριοι οι εταίροι της, εξαρτάται το δικαίωμά της για περαιτέρω εμπράγματη εξασφάλιση της απαιτήσεώς της και για επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως σε βάρος του αληθούς κυρίου - καθού η κατάσχεση προς ικανοποίηση της υπόλοιπης απαίτησής της αλλά και η αποτροπή της ευθύνης της ως επισπεύδουσας για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος από την ενδεχόμενη έλλειψη κυριότητας του καθού η κατάσχεση.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος προβάλλεται ο ισχυρισμός περί εγγραφής υποθήκης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σε βάρος του επίδικου ακινήτου με φερόμενη οφειλέτρια της πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία και περί επιβολής κατάσχεσης επ' αυτού μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, είναι απαράδεκτος, καθόσον με τον ισχυρισμό αυτό, πέραν του ότι προβάλλεται το πρώτον με την αναίρεση, δεν προσάπτεται πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά συνιστά επιχείρημα των αναιρεσειόντων ενισχυτικό του αρνητικού ισχυρισμού τους περί της μη συνδρομής εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης.

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άνω άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017), καθώς επίσης και όταν προέβη σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Εν προκειμένω από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της κυριότητας του επίμαχου περιουσιακού στοιχείου από τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντα στην πρώτη αναιρεσείουσα, με τις παραδοχές ότι:

α) στο .../15-11-2001 συμβόλαιο συστάσεως εταιρείας του συμβ/φου Πολυκάστρου Α.Μπέλτση δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε οποιαδήποτε δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου από τους εταίρους προς την εταιρεία, καθόσον δεν υπάρχουν οι πανηγυρικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σε όλα τα μεταβιβαστικά συμβόλαια από τις οποίες να προκύπτει ότι η συσταθείσα εταιρεία αποκτά την κυριότητα και νομή του εισφερομένου ακινήτου και β) η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε στο συμβόλαιο συστάσεως εταιρείας σύμφωνα με την οποία οι εταίροι "έθεσαν στη διάθεση της υπό σύσταση εταιρείας (εισφορά σε γη)", το παραπάνω ακίνητο, είναι σαφές ότι αναφέρεται σε εισφορά του ακινήτου κατά χρήση και όχι κατά κυριότητα, δεν διαπίστωσε ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας στους σχετικούς όρους του συμβολαίου σύστασης της ΕΠΕ , ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας του, την οποία πραγματοποίησε με αναζήτηση του αληθούς νοήματος των όρων αυτών καταλήγοντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, και επομένως η κρίση του αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των ανωτέρω όρων αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα με βάση το περιεχόμενο του σχετικού όρου του συμβολαίου και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, μη υποκείμενη ως εκ τούτου σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ ΑΠ301/2022).

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 με την αιτίαση ότι "μολονότι προέβη στην έμμεση διαπίστωση κενού στον επίμαχο όρο της σύστασης της ΕΠΕ περί της εισφοράς σε γη παρέλειψε να προσφύγει στα άρθρα 173 και 200 και σε κάθε περίπτωση αν ήθελε κριθεί ότι προέβη σε ερμηνεία, το πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ1104/2018).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), διαφορετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 106/2011).

Νόμιμος τίτλος χαρακτηρίζεται το νομικό εκείνο γεγονός που κατ' αρχήν ήταν κατάλληλο να προσπορίσει κυριότητα στον αποκτώντα, στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν την προσπόρισε σ' αυτόν λόγω ελαττώματος από το οποίο έπασχε (ΑΠ1093/1980, ΑΠ776/1975) . Νόμιμος τίτλος με την έννοια του άρθρου 1041 ΑΚ υπάρχει όταν ο κτητικός τρόπος της κυριότητας έχει όλα τα αναγκαία για το κύρος του στοιχεία , δεν επιφέρει όμως την κτήση της κυριότητας, γιατί αυτή έλειπε από τον δικαιοπάροχο.

Ο νόμιμος τίτλος πρέπει να υπάρχει κατά την έναρξη της νομής του χρησιδεσπόζοντα (ΑΠ704/1963). Νόμιμος τίτλος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μεταγραφή, συνεπώς ο χρόνος της χρησικτησίας δεν αρχίζει να τρέχει πριν από την ημέρα μεταγραφής του τίτλου (ΑΠ873/1974, ΑΠ652/1972). Άλλωστε χωρίς μεταγραφή δεν θα υπάρχει και η προϋπόθεση της καλής πίστης γιατί κατά την έννοια του νόμου (ΑΚ 1041, 1042) η πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε κυριότητα δεν αρκεί από μόνη της αλλά πρέπει να συνδέεται με νόμιμο τίτλο.

Κατά δε την έννοια του ΑΚ 1042 παρ 2 νομιζόμενος τίτλος είναι αφενός ο ανύπαρκτος τίτλος τον οποίον ο νομέας δικαιολογημένα (δηλαδή χωρίς βαρειά αμέλεια) υπέλαβε ως υπάρχοντα και αφετέρου ο άκυρος τον οποίον ο νομέας δικαιολογημένα θεώρησε ως έγκυρο . Νομιζόμενος τίτλος δεν υπάρχει αν δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν μεταγράφηκε.

Αν δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις αυτές ο νόμος θεωρεί την πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε κυριότητα κατά νόμιμο τρόπο ως στερούμενη δικαιολογίας. Αποκλείει έτσι τη δυνατότητα υπάρξεως καλής πίστης γιατί αυτή στερείται και του στοιχειώδους και ευλογοφανούς στηρίγματος για τον μέσο επιμελή άνθρωπο.

Συνεπώς, στην περίπτωση του νομιζομένου τίτλου, απαιτείται καλή πίστη τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα, όσο και ως προς την ύπαρξη του τίτλου, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, ότι υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση τίτλος.(ΑΠ235/2020).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη ότι υπέπεσε ωσαύτως στην πλημμέλεια του αρ. 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τους ότι " η αναιρεσείουσα εταιρεία έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας γιατί ήταν στη νομή του ακινήτου από το 2001", με την παραδοχή ότι "η τελευταία δεν είχε τη νομή του ακινήτου γιατί οι λοιποί αναιρεσείοντες είχαν παρασταθεί στο δικαστήριο και χορηγήσει συναινετική προσημείωση στην τράπεζα", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το αρθρο 1049 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου ο επίμαχος τίτλος είναι άκυρος, γιατί δεν διαλαμβάνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 1033 ΑΚ και ειδικότερα τη συμφωνία περί μετάθεσης της κυριότητας. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί ναι μεν η εγγραφή προσημείωσης στα οικεία βιβλία από μόνη της δεν συνιστά εμφανή πράξη νομής υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνδυάζεται με εμφανείς υλικές πράξεις νομής (ΑΠ240/2017), ωστόσο εν προκειμένω υπό τις παραδοχές του Εφετείου ότι "οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων ενεργούντες ατομικά ως φυσικά πρόσωπα είχαν παρασταθεί αυτοπροσώπως στο Μον/λές Πρωτοδικείο Κιλκίς την 17-7-2002 και την 24-9-2008, ως συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου" συγκροτούνται υλικές πράξεις από τις οποίες φανερώνεται η βούληση των ανωτέρω ως νομέων να έχουν το επίμαχο ακίνητο για δικό τους (ΑΠ192/2017).

Πέραν των ανωτέρω ο λόγος αυτός ερείδεται επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι η μεταγραφή αναπτύσσει αναδρομική ενέργεια, ότι δηλαδή ανατρέχει στο έτος 2001 που συστάθηκε το επίμαχο συμβόλαιο, καθόσον η κτήση της νομής στα ακίνητα πρέπει να συνδυάζεται αναγκαία και με τη μεταγραφή του τίτλου στον οποίο στηρίζεται (αρθ.1043 παρ. 2ΑΚ), εν όψει του ότι ο χρόνος της χρησικτησίας δεν αρχίζει να τρέχει πριν την ημέρα μεταγραφής του τίτλου σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν, πλην όμως στην υπό κρίση περίπτωση η μεταγραφή έλαβε χώρα εννέα έτη μετά τη σύσταση του εν λόγω συμβολαίου (3-3-2010) και επομένως δεν ήταν δυνατόν μέχρι την άσκηση της αγωγής να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή την επικαλούμενη κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία αφενός λόγω της μη παρέλευσης δεκαετίας, αφετέρου διότι χωρίς τη μεταγραφή δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της καλής πίστης της φερόμενης ως αποκτώσας πρώτης αναιρεσείουσας.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 559/2020).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του αρθ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά από την αναιρεσιβλητη, αλλά το πρώτον προτάθηκαν στο Εφετείο σε σχέση με τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της, και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία μετά τη μεταγραφή του συμβολαίου σύστασής της είχε εγγράψει συναινετικά υπέρ κυπριακής εταιρείας προσημείωση υποθήκης 1.950.000 ευρώ που εξαρτάται άμεσα από το κύρος της αμφισβητούμενης μεταβίβασης με την παραδοχή ότι στην περίπτωση αναγνώρισης της έλλειψης κυριότητας της άνω εταιρείας που παραχώρησε την προσημείωση παρέχεται στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψή της κατ' άρθρο 1330, 1271ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ο ως άνω ισχυρισμός περί επιβάρυνσης του ακινήτου με μεγάλου ύψους προσημείωση υπέρ τρίτου από την αναιρεσείουσα μετά την μεταγραφή του τίτλου που ως άκυρος αμφισβητείται, διαλαμβάνεται κατά τα προαναφερόμενα στο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και συνεπώς παραδεκτά λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, πέραν του ότι είναι και απαράδεκτος, ενόψει του ότι η επίκληση της μεταγενέστερης υπέρμετρης επιβάρυνσης του ακινήτου με προσημείωση μεγάλου ύψους δεν συνιστά από μόνη της αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, αλλά επιχείρημα προς ενίσχυση των λοιπών θεμελιωτικών του εννόμου συμφέροντός της στοιχείων, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, που αυτοτελώς στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα περιστατικά δε αυτά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αφορούν σε περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών, που θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης, έστω και αν τα εν λόγω περιστατικά δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς, ενόψει του ότι, αφορούν στην υπό του δικαστηρίου αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ1244/2021, ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).

Ο προβλεπόμενος δε από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση συνεπώς υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1244/2021,ΑΠ 1507/2021, ΑΠ 295/2018, ΑΠ 100/2018).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Εξαίρεση δικαιολογείται μόνο αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ740/2020, ΑΠ1029/2019, ΑΠ348/2018, ΑΠ1119/2018, ΑΠ1626/2018 , ΑΠ 1289/2017).

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλομΑΠ 15/2000, ΑΠ 40/2018,ΑΠ 157/2018).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων και ειδικότερα όσον αφορά την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2190/1920 που επισυνάπτεται στο συμβ/κό έγγραφο σύστασης της εταιρείας, αποδίδοντας στην έκθεση μειωμένη αποδεικτική δύναμη αυτής που ο νόμος επιτάσσει, ενώ με τον έκτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρέλειψε να αναγνώσει μέρος του συμβολαίου και ειδικότερα την άνω έκθεση του άρθρου 9 ν. 2190/1920 που ήταν προσαρτημένη σ' αυτό, με την οποία είχε εκτιμηθεί η αξία του επίμαχου ακινήτου όχι με βάση τη μισθωτική, αλλά με βάση την εμπορική του αξία.

Αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς ενόψει του ότι στηρίζονται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η επικαλούμενη (το πρώτον) ως επισυναπτόμενη στο εν λόγω συμβόλαιο έκθεση ασκεί έννομη επιρροή, ώστε να θεραπεύσει την κατά τις παραδοχές του Εφετείου ακυρότητά του λόγω έλλειψης των προϋποθέσεων του άρθρου 1033 ΑΚ και δη την έλλειψη συμφωνίας περί μεταβιβάσεως της κυριότητας, αλλά και την ακυρότητα εκ των άρθρων 24, 25, 26 ν. 1892/1990.

Σε κάθε περίπτωση, αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι και διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε επικαλούνται ότι το φερόμενο σφάλμα εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των προτάσεών τους στο πρωτόδικο δικαστήριο δεν προκύπτει ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή της επίμαχης εκθέσεως.

Περαιτέρω, οι διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας εξυπηρετούν τους οικείους ειδικούς σκοπούς, γι' αυτό και η παράβασή τους επισύρει μόνον τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές κυρώσεις και όχι την ακυρότητα οπωσδήποτε των συμβολαίων μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, όταν η μεταβίβαση συνάπτεται με τήρηση φορολογικών υποχρεώσεων, εκτός αν ρητά η παράβασή τους ορίζεται ότι έχει τη συνέπεια αυτή. Τέτοια ακυρότητα προβλέπει η διάταξη του άρθρ. 24§18 ν. 2130/1993, σύμφωνα με την οποία "σε περίπτωση μεταβιβάσεως της κυριότητας των πάσης φύσεως ακινήτων για οποιαδήποτε αιτία και προ της υπογραφής του συμβολαίου οι πωλητές υποχρεούνται να προσκομίζουν στο συμβολαιογράφο βεβαίωση του οικείου ΟΤΑ, στην περιφέρεια του οποίου κείται το ακίνητο, από την οποία να προκύπτει ότι δεν οφείλεται τέλος ακίνητης περιουσίας, άλλως το συμβόλαιο είναι άκυρο, ελέγχεται δε ο συμβολαιογράφος που το συνέταξε". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αφορά μόνο τα συντασσόμενα στην Ελλάδα συμβόλαια (ΟλΑΠ 28/2004), αρκεί για το κύρος του μεταβιβαστικού συμβολαίου η προσκόμιση βεβαίωσης του οικείου ΟΤΑ περί μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας από τον πωλητή του ακινήτου. Αντίθετα δεν ελέγχεται από το συμβολαιογράφο η ακρίβεια του περιεχομένου της βεβαίωσης και δεν συνεπάγεται την ακυρότητα του συμβολαίου η τυχόν ανακρίβειά της (ΑΠ1288/2011).

Εν προκειμένω, ο αυτός αναιρετικός λόγος (έκτος), κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 και δη ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "συντρέχει ακυρότητα και λόγω της παράλειψης προσκομιδής βεβαίωσης περί μη οφειλής ΤΑΠ, παρότι αποτελεί φορολογική υποχρέωση" είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, ενόψει του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες όσον αφορά την ακυρότητα της επίμαχης δικαιοπραξίας κατά τα προεκτεθέντα (προεχόντως λόγω έλλειψης της συμφωνίας περί μεταβίβασης κυριότητας και κατά δεύτερο λόγο της επιχειρηθείσας μεταβίβασης ακινήτου σε παραμεθόριο περιοχή χωρίς την κατά τον νόμο 1892/1990 άδεια), εκ των οποίων η μεν δεύτερη ουδόλως επλήγη , ενώ η πρώτη δεν επλήγη αποτελεσματικά με την αναίρεση.. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας που κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2019 αίτηση των: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", 2) Τ. Θ., 3) Τ. Ε. για αναίρεση της με αρ. 342/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας "..." τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ