Supreme Court dismisses appeal against labor court award for moral damages in embezzlement case, upholding proportionality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance labor court judgment awarding moral damages to an employee who embezzled funds. The court found that the lower court's assessment of 20,000 euros was not arbitrary and did not exceed the limits of its discretionary power. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 of the Code of Civil Procedure; Article 2 and 25 of the Constitution: The Supreme Court reviews appeals for direct or indirect violation of the principle of proportionality and abuse of discretion, rejecting appeals where the lower court's award falls within reasonable limits and aligns with common judicial practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1078 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1078/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Τ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μήτσαινα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "UNITED MARINE AGENCIES ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γαβρά, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1765/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 525/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/11/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 19/7/2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η ενάγουσα ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, ως εργοδότρια ζήτησε αφενός να υποχρεωθεί η εναγομένη, πρώην υπάλληλος αυτής με σχέση εξαρτημένης εργασίας να της καταβάλει συνολικά το χρηματικό ποσό των 160.134,50 ευρώ (110.134,21 + 50.000) ευρώ για αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης) και για ηθική βλάβη αντιστοίχως νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, αφετέρου να απαγγελθεί εις βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διαρκείας 12 μηνών, ως μέσον εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1765/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασίας εργατικών διαφορών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσία βάσιμη για το συνολικό ποσό των 130.134,21 ευρώ (110.134,21 + 20.000) για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν:
α) η εναγομένη την από 5/6/2014 πρώτη έφεση με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την απόρριψη της ένδικης αγωγής στο σύνολό της και β) η ενάγουσα την από 21/7/2014 δεύτερη έφεση με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως κατά τα δυσμενή γι' αυτήν κεφάλαια και την παραδοχή της ένδικης αγωγής στο σύνολό της.
Επί των εφέσεων αυτών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 526/2018 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε α) την πιο πάνω δεύτερη έφεση, ως απαράδεκτη και ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και την πρώτη πιο πάνω έφεση, ως ουσία αβάσιμη. Με την από 22/11/2018 και με αριθμό καταθέσεως 145/2018 αίτηση αναιρέσεως, η εναγομένη - αναιρεσείουσα προσβάλλει την πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως οι με αριθμούς …./….-6-2013, …/…-6-2013, …/…-6-2013, …/…-6-2013, …/…-6-2013, …/…-6-2013 και …/…-6-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς καθώς και οι υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προσώπων, οι οποίες συνεκτιμήθηκαν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ έπρεπε να μην ληφθούν υπόψη, ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.
Σύμφωνα με το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι και τα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και οι έγγραφες υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 τρίτων προσώπων, όταν αυτές δεν δόθηκαν με αποκλειστικό σκοπό χρησιμοποιήσεως τους στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία προσκομίζονται, οπότε συνεκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ.
ΑΠ 432/2013, ΑΠ 780/2012 και ΑΠ 1076/2010 ΤΝΠ Νόμος). Αντιθέτως, όταν αυτές δόθηκαν με σκοπό χρησιμοποιήσεως στη συγκεκριμένη δίκη αποτελούν σε κάθε περίπτωση ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και στις ειδικές διαδικασίες. Επιπροσθέτως οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη αλλά σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, μπορούν να ληφθούν υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων στη διεξαγωμένη δίκη, ακόμα και αν δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και λήφθηκαν χωρίς κλήτευση του αντιδίκου (βλ.
ΑΠ 1829/2017, ΑΠ 736/2016 και ΑΠ 897/2014 ΤΝΠ Νόμος). Επίσης οι κατά τη διάρκεια άλλης αστικής ή ποινικής δίκης ή διαδικασίας δοθείσες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. ΑΠ 736/2016 ο.π. και 897/2014 ο.π.). Στη προκειμένη περίπτωση οι ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλείται η αναιρεσείουσα στον παρόντα λόγο αναιρέσεως δεν είχαν ληφθεί με σκοπό να χρησιμοποιηθούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, η οποία δεν είχε ακόμη κατατεθεί κατά το χρόνο λήψεως των πιο πάνω ενόρκων βεβαιώσεων.
Ειδικότερα αυτές είχαν ληφθεί στις 28-6-2013 και η ένδικη αγωγή κατετέθη στις 19-7-2013. Αυτές λήφθηκαν αποκλειστικά προς υποστήριξη της υποβληθείσης με στοιχεία Α13/625/28-6-2013 εγκλήσεως της εναγούσης αναιρεσίβλητης εναντίον της εναγομένης αναιρεσείουσας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς, της οποίας εγκλήσεως αυτές ρητώς αναφέρονται, ως συνημμένα έγγραφα προς υποστήριξη του περιεχομένου της.
Επομένως η μη τήρηση των διατυπώσεων κλητεύσεως της αναιρεσείουσας δεν καθιστά αυτές ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, αλλά μπορούν αυτές να συνεκτιμηθούν, ως έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως ορθώς έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, απορριπτομένου κατά συνέπεια, ως αβασίμου του παρόντος λόγου αναιρέσεως.
Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: ότι η ενάγουσα είναι ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο την πρακτόρευση μεταφοράς εμπορευμάτων με κάθε πλωτό μεταφορικό μέσο και κάθε μορφής διαμεσολάβηση στη διενέργεια των μεταφορών αυτών.
Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 4-1-1999 μεταξύ των διαδίκων προσελήφθη, η εναγομένη από την ενάγουσα προκειμένου να εργασθεί στα γραφεία της τελευταίας ως ταμίας, στο ένα από τα δύο ταμεία της ενάγουσας. Η τελευταία είχε δύο ταμεία, τα οποία βρίσκονται στο ισόγειο της έδρας της.
Το ένα ταμείο διαχειριζόταν η εναγομένη, στο οποίο εκδίδονταν τιμολόγια της σειράς Α, το οποίο εξυπηρετούσε, πολλούς αλλά μικρότερης οικονομικής σημασίας σε κίνηση παραγγελιών πελάτες. Στο άλλο ταμείο, το οποίο διαχειριζόταν η υπάλληλος Ι. Π. εκδίδονταν τιμολόγια σειράς Β', ήταν δε αυτό επιφορτισμένο με λίγους αλλά μεγαλύτερους οικονομικής σημασίας σε κίνηση παραγγελιών πελάτες....Κάθε πελάτης ειδοποιείτο, κατά την άφιξη του μεταφορικού πλοίου στον Πειραιά να προσέλθει στα γραφεία της ενάγουσας, προκειμένου να παραλάβει το τιμολόγιό του και την διατακτική για την παραλαβή από το λιμάνι του "κοντέϊνερ" στο οποίο ήταν τοποθετημένα τα εμπορεύματά του.
Προσερχόμενος ο πελάτης στα ταμεία της ενάγουσας κατέβαλε χρήματα που αφορούσαν είτε τι τιμολόγιό του για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, οπότε και λάμβανε πρωτότυπο γραμμάτιο είσπραξης χρημάτων είτε χρήματα, ως εγγύηση για την έγκαιρη επιστροφή του "κοντέϊνερ" για τα οποία ελάμβανε πρωτότυπη απόδειξη είσπραξης εγγύησης.
Σε περίπτωση που μία ταμίας έπρεπε να ακυρώσει είτε μια απόδειξη είσπραξης τιμολογίου παροχής υπηρεσιών είτε μία απόδειξη είσπραξης εγγύησης, έπρεπε να καλέσει τον αρμόδιο υπάλληλο από το λογιστήριο, που βρισκόταν στον έκτο όροφο, ο οποίος βάζοντας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ταμία τον τετραψήφιο προσωπικό κωδικό της διαβάθμισής του ακύρωνε την απόδειξη είσπραξης, ενώ οι ακυρωθείσες αποδείξεις εισπράξεως τιμολογίων ή εγγυήσεων, που ακυρώνονταν δεν περιέρχονταν στο λογιστήριο της ενάγουσας.
Κατά τη λήξη του ωραρίου το λογιστήριο της εταιρίας εκτύπωνε την καρτέλα του ταμείου για να διαπιστώσει πόσα χρήματα υπήρχαν σε κάθε ταμείο, έτσι ώστε να συμφωνεί η εκτύπωση της καρτέλας του ταμείου με τα χρήματα, που υπήρχαν σ' αυτό....Η εναγομένη αναιρεσείουσα, έχοντας απομνημονεύσει τον τετραψήφιο προσωπικό κωδικό της υπαλλήλου του λογιστηρίου της ενάγουσας, Θ.
Χ., ο οποίος συμπίπτει με τη χρονολογία γεννήσεώς της "1972" και με τον οποίο μπορούσε να προβεί σε ακυρώσεις αποδείξεων εισπράξεως τιμολογίων και εγγυήσεων προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ακυρώσεις αποδείξεων εισπράξεως τιμολογίων και εγυήσεων παρακρατώντας τα χρήματα, τα οποία είχε εισπράξει γι' αυτές από τους πελάτες της εταιρίας.
Προκειμένου όμως το λογιστήριο της ενάγουσας να μην μπορεί να διαπιστώσει στο τέλος της κάθε ημέρας τα χρήματα, που δεν απέδιδε και παρακράτησε η εναγομένη προέβαινε εντός συλλόγου χρονικού διαστήματος επιπροσθέτως σε αλλοιώσεις των φορολογικών στοιχείων της ενάγουσας ήτοι στην έκδοση πιστωτικών ή ακυρωτικών τιμολογίων για τις ήδη παρασχεθείσες και τιμολογηθείσες υπηρεσίες της προς τους πελάτες της, που αφορούσαν τις ήδη ακυρωθείσες από εκείνη αποδείξεις εισπράξεως, ώστε οι υπεύθυνοι του λογιστηρίου της ενάγουσας να θεωρούν, σύμφωνα με τη λογιστική κατάσταση ότι και οι πελάτες ουδέν όφειλαν αλλά και ότι η εναγομένη ταμίας απέδιδε όσα εισέπραττε....Έτσι το συνολικώς υπεξαιρεθέν ποσόν αμοιβών εκ τιμολογίων παροχής υπηρεσιών πρακτορεύσεως και εγγυήσεων από την εναγομένη αναιρεσείουσα ανήλθε στο συνολικό χρηματικό ποσό των 120.134,21 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης της συνδρομής αδικοπρακτικής ευθύνης στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα το δικαστήριο διέλαβε λεπτομερώς με την απόφασή του τον τρόπο με τον οποίο η αναιρεσείουσα υπεξαιρούσε τμηματικά διάφορα ποσά, ώστε το συνολικό υπεξαιρεθέν από αυτή ποσό να ανέλθει τελικώς σε 110.134,21 ευρώ, απορριπτομένου κατά συνέπεια, ως αβασίμου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ).
Αντίθετο συμπέρασμα περί υπάρξεως ασαφούς ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας δεν μπορεί να συναχθεί από τους αναφερόμενους αποσπασματικά στον παρόντα λόγο αναίρεσης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ουσιώδεις ισχυρισμούς της παραδεκτώς προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο και στη συνέχεια απέρριψε όλους τους λόγους της εφέσεώς της...ότι το Εφετείο δεν αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή υπεξαιρούσε, δήθεν ποσά από την αναιρεσίβλητη εταιρία, σε τι ύψος ανερχόταν το υπεξαιρεθέν ποσό, χωρίς να αιτιολογεί η απόφαση του Εφετείου, πως είναι δυνατόν να παρακρατώ χρήματα, όταν αυτά δίδονταν υπό μορφή επιταγών και πως άραγε υπεξαιρούσα χρηματικά ποσά, όταν στον καθημερινό έλεγχο από την διευθύνουσα του λογιστηρίου δεν προέκυπτε έλλειμμα ενώ καταλείπονται σοβαρές αμφιβολίες περί συνδρομής στην περίπτωσή μου των θεμελιωτικών προϋποθέσεων ευθύνης από αδικοπραξία.
Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια απoκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολάβει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ευλόγου εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται, δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και μέσω αυτού από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση, όσον αφορά τον παθόντα, το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη, όσον αφορά τον υπόχρεο, το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα "το εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μη ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, (βλ..
Ολομ. ΑΠ 9/2015 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι: "εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης απεδείχθη ότι ετρώθη έναντι των πελατών αυτής η φήμη και η αξιοπιστία της εναγούσης, ως νομικού προσώπου επιχειρώντας εις την αγοράν του ελευθέρου ανταγωνισμού των συμβάσεων και υπηρεσιών πρακτορεύσεως θαλασσίως μεταφερομένων εμπορευμάτων, αφού εκλονίσθη η προς το νομικόν πρόσωπον της εναγούσης εμπιστοσύνη των ως άνω μετ' αυτής συναλλαγέντων φυσικών προσώπων ατομικών επιχειρήσεων και των τα νομικά πρόσωπα των πελατιδών εταιριών διοικούντων φυσικών προσώπων καθώς μετ' εκπλήξεως ήκοκον να αναζητούνται υπό των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγούσης έναντι αυτών χρηματικά ποσά κατά τους υπαλλήλους της εναγούσης εφέροντο ως εισέτι οφειλόμενα δια παροχές υπηρεσιών πρακτορεύσεως, τα οποία όμως είχαν εξοφληθεί από τους πελάτες και τις πελάτιδες προς την ενάγουσαν....ως εκ τούτου λαμβανομένων υπόψιν του είδους της παρανόμου και αδίκου πράξεως, ως εξακολουθητικής υπεξαιρέσεως της κατοχής από την εναγομένη εμπιστευτικής θέσεως, ως υπαλλήλου του ταμείου της εναγούσης της υπό της εναγομένης (εξαίρεσει της καταβολής χρηματικού ποσού μόλις 10.000 ευρώ εν συγκρίσει με το συνολικώς υπεξαιρεθέν και οφειλόμενον υπερδεκαπλάσιον ποσόν) της προσχηματικής αρνήσεώς της, ως άνω αξιοποίνου πράξεως και της συνακόλουθης υποχρεώσεως άρσεως των εξ αυτής δυσμενών συνεπειών εις βάρος της εναγούσης καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των αντιδίκων μερών κρίνεται εύλογον το χρηματικόν ποσόν των 20.000 ευρώ.
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 20.000 ευρώ δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το πιο πάνω ποσό κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις, απορριπτομένου κατά συνέπεια ως αβασίμου του τρίτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Μη υπάρχοντος λοιπόν άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 145/2018 αίτηση αναίρεσης της 525/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ