Supreme Court dismisses appeal where appellant submitted amended claim amounts as 'changed pages' to assist the court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two anonymous companies against a Third Instance Court decision. The appellant had submitted photocopies of specific pages of its original lawsuit, marking them as 'changed pages' to reflect reduced monetary claims after a prior limitation. The court ruled that this procedural act did not constitute an impermissible modification of the lawsuit's basis or request. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 223 KPolD: Submitting photocopies of specific pages of a lawsuit marked as 'changed pages' to reflect reduced claims after a prior limitation does not constitute an impermissible modification of the lawsuit's basis or request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1078 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1078/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πλιάτσικα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πλιάτσικα και κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποίηση: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 2/10/2018 κρινόμενης αίτησης και των από 30/9/2019 πρόσθετων λόγων αυτής, για αναίρεση της 1775/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2010 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6323/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1775/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 2/10/2018 αίτησή της και τους από 30/9/2019 πρόσθετους λόγους αυτής και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 4/9/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 2/10/2018 αιτήσεως και των από 30/9/2019 προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 4/9/2018 αιτήσεως, ο δε πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 4/9/2018 αιτήσεως και την απόρριψη της από 2/10/2018 αιτήσεως και των από 30/9/2019 προσθέτων λόγων αυτής και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες … και … εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Ζ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…", ακριβή αντίγραφα των από: 02-10-2018 (με αρ. κατάθεσης 3117/2018) αίτησης αναίρεσης και, 30-09-2019 προσθέτων λόγων της (με αρ.
κατάθεσης 89/2019), αντίστοιχα, με τις κάτω από τα δικόγραφά τους πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή τους, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκαν, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "…". Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως, στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 299, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, και 192 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της έχει ως αποτέλεσμα ότι θεωρείται πως δεν ασκήθηκαν και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως, που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 1131/2019, ΑΠ 1135/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα, πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανωτέρω αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας (…) Β.
Π., νομίμως, δήλωσε στο ακροατήριο, πριν να προχωρήσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης, από 02-10-2018 (αρ. κατ. 3126/2018), αίτησης και των από 30-09-2019 προσθέτων λόγων της, για αναίρεση της 1775/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της, που αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "…" και η δήλωσή του αυτή καταχωρίσθηκε στα πρακτικά (άρθρο 256 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν, ως προς την ανωτέρω (δεύτερη) αναιρεσίβλητη.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Εν προκειμένω, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 04-09-2018 (με αρ. κατάθεσης 3117/2018) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "…", κατά της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία .... β) Η από 02-10-2018 (με αρ. κατάθεσης 3126/2018) αίτηση αναίρεσης της ως άνω δεύτερης εταιρείας κατά της πρώτης. Και, γ) Ο από 30-09-2019 (με αρ. κατάθεσης 89/2019) πρόσθετοι λόγοι της υπό στοιχείο α' αναίρεσης. Οι αιτήσεις αυτές και ο πρόσθετος λόγος, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 1775/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης, αλλά και να μειωθούν τα έξοδα αυτής, πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), μαζί με τους προσθέτους λόγους, επειδή αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996). Σε περίπτωση παράλειψης του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου, πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και ως τέτοιος χαρακτηρίζεται αυτός που είναι πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 246/2020, ΑΠ 374/2012, ΑΠ 109/2012, 1/2011). Αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτέλεσε κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης κλπ. "Αδίκαστη" θεωρείται ότι έμεινε η αίτηση, όταν στο αίτημα αυτό δεν αποφάνθηκε το δικαστήριο, στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 2129/2007, ΑΠ 28/2005, 1486/97, 1002/03).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 416/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).
ΙV. Επί της υπό στοιχείο α) αίτησης αναίρεσης και του υπό στοιχείο γ) προσθέτου λόγου αυτής:
Η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτησή της, αποδίδει στο Εφετείο: Α. Την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι: 1) κατά τον πρώτο λόγο της, δεν έλαβε υπόψη του τον έκτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίον παραπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του αγωγικού ισχυρισμού της ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη είχε καταστεί υπερήμερη, σχετικά με την υποχρέωσή της να της καταβάλει το αιτούμενο, με την ένδικη αγωγή της χρηματικό ποσό, νομιμοτόκως, από τις 29-09-1991, ήτοι πέντε ημέρες μετά την επίδοση, εκ μέρους της, προς αυτή, της από 22-09-1991 επιστολής της, με αποτέλεσμα να της επιδικάσει αυτό, που, τελικά, δέχθηκε ότι της οφείλει η αντίδικός της, νομιμοτόκως, όχι από την ανωτέρω υπερημερία (29-09-1991) της υπερημερίας της, αλλά (μεταγενέστερα), ήτοι από την επίδοση της ένδικης αγωγής της.
Και, 2) κατά τους τρίτο και τέταρτο λόγους της, δεν έλαβε υπόψη τους έβδομο και πέμπτο λόγους, αντίστοιχα, της ένδικης έφεσής της, με τους οποίους παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπεία της οποίας αυτό, αφενός, αντί να της επιδικάσει το ποσό των 19.243,69 ευρώ, που ζήτησε, με σχετικό αγωγικό κεφάλαιο, της επιδίκασε εκείνο των 6.098,84 ευρώ και, αφετέρου, δεν της επιδίκασε το ποσό των 3.521,64 ευρώ, που ζήτησε να της αποδοθεί, με το Γ' κεφάλαιο της ίδιας αγωγής της, ως αχρεωστήτως καταβληθέν.
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ενάγουσας, που επανέφερε αυτή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τους ανωτέρω λόγους της έφεσής της, παραπονούμενη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο και τους απέρριψε, ως ακολούθως:
α. τον έκτο λόγο της ένδικης έφεσης (απέρριψε), εξολοκλήρου, ρητώς, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που "...κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου έκτου λόγου της εφέσεως (υπό στοιχείο γ') της ενάγουσας...". Και, β. τους έβδομο και πέμπτο λόγους αυτής, τους δέχθηκε εν μέρει και τους απέρριψε, κατά τα λοιπά, εκ του πράγματος, αφού, κατέληξε στην κρίση ότι το, συνολικό, ποσό που αποδείχθηκε ότι οφείλει η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, για όλες τις ένδικες αιτίες, στην ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα, ανέρχεται σε 62.476,17 ευρώ, το οποίο και της επιδίκασε, δεχόμενο, εν μέρει, την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής της, μετά την, κατά το μέρος τούτο, εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με την οποία της είχε επιδικασθεί, για τις ίδιες αιτίες, το (μικρότερο) συνολικό ποσό των 26.510,93 ευρώ.
Β. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι, με το να μη λάβει υπόψη του, το Εφετείο, την ανωτέρω, από 22-09-1991, επιστολή της, που παρελήφθη την επομένη ημέρα, από την αντίδικό της, εναγομένη, με την οποία κατέστησε αυτήν υπερήμερη, για την ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεών της, από 29-09-1991 και, συνακόλουθα, να της επιδικάσει αυτές, που δέχθηκε ουσιαστικά βάσιμες, από την επίδοση της αγωγής της και όχι από την υπερημερία της αντιδίκου της, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος την έρευνα της βασιμότητας του υπό κρίση αναιρετικού λόγου μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "...Με τον έκτο λόγο της εφέσεώς της ... η ενάγουσα βάλλει κατά της εκκαλούμενης που επιδίκασε τόκους από την επίδοση της αγωγής, ενώ είχε προηγηθεί όχληση της πρώτης εναγόμενης την 22-3-1991, με σχετικό έγγραφο της αυτής (ενάγουσας), όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 22-3-1991 έγγραφο της ενάγουσας προς την πρώτη εναγόμενη (που το παρέλαβε την 23-3-1991) η με αυτό το έγγραφο όχληση δεν είναι ορισμένη και συγκεκριμένη ως προς το χρηματικό ποσό που αφορούσε και την αιτία του, παρά μόνο γνωστοποίηση προς την πρώτη εναγόμενη ότι θα διεκδικήσει τις ζημίες της από τη μη εκτέλεση της σύμβασης χωρίς όμως συγκεκριμένη αναφορά στο ποσό της ζημίας και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα ως προς την έναρξη της τοκοφορίας, καθόσον η όχληση πρέπει να είναι ακριβής, ορισμένη και σαφής πρέπει δηλαδή οφειλέτης να καλείται να πληρώσει τη συγκεκριμένη παροχή, προσδιορισμένη κατ' είδος και έκταση...
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας (ΚΠολΔ 534), κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου έκτου λόγου της εφέσεως ... της ενάγουσας...". Από τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, αναμφίβολα, ότι το αναφερόμενο σ' αυτή, από 22-03-1991 έγγραφο, αφορά την επίμαχη, από 22-09-1991 επιστολή, που φέρεται, από την αναιρεσείουσα, ως αγνοηθείσα.
Και τούτο διότι, στον υπόψη (έκτο) λόγο της ένδικης έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, το περιεχόμενο του οποίου, ειδικώς, μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρεται κανένα άλλο έγγραφο, το οποίο να παρελήφθη από την ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη την επομένη ημέρα (23-03-1991) πλην της ανωτέρω, από 22-09-1991 επιστολής της (αναιρεσείουσας) η δε αναγραφή στο σκεπτικό της, (προσβαλλομένης), ως ημερομηνίας συντάξεως αυτής της 22-03-1991, αντί της ορθής 22-09-1991, λαμβανομένης υπόψη και της, ρητής, αναφοράς σε προηγούμενη θέση αυτού (σκεπτικού) των από 22-03-1991 (άλλων) δύο επιστολών, τις οποίες, επίσης, επικαλέσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα, χωρίς και ν' αναφέρει, γι' αυτές, όπως για την επίμαχη, ότι παρελήφθησαν από την αντίδικό της, την επομένη ημέρα της φερόμενης ημερομηνίας συντάξεώς τους και, τις οποίες, κατά τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο, φέρεται να συγχέει, με την επίμαχη, το Εφετείο, οφείλεται, προφανώς, σε εσφαλμένη αναγραφή του μήνα αυτής (3ος αντί του ορθού 9ος), από γραφική παραδρομή.
Επομένως, ο λόγος αυτός, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, διότι η παραπάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αλλά η απόφαση είναι δεκτική διόρθωσης, ως προς την ανωτέρω εσφαλμένη αναγραφή, στο σκεπτικό της, της ημερομηνίας και δη του μήνα συντάξεως του επίμαχου εγγράφου, κατά τη διαδικασία των άρθρων 315 επ.
ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2009), σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος. Διότι, το Εφετείο, όπως, αναμφίβολα, προκύπτει, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, που κατά την αναιρεσείουσα φέρεται να αγνοήθηκε και το συνεκτίμησε, μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αφού, ειδικώς, το μνημονεύει σ' αυτή, πλην με, εκ παραδρομής, αναγραφείσα, διαφορετική, ημερομηνία, αναφορικά με το μήνα συντάξεώς του.
Γ. Με τον πρόσθετο λόγο της ανωτέρω αίτησης, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί ενώ με τον 7° λόγο της ένδικης έφεσής της παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε τα ποσά, που, μεταξύ άλλων, αυτή είχε ζητήσει, με την ένδικη αγωγή της, να της επιδικασθούν, εξαιτίας της καταστροφής των αναφερομένων, σ' αυτήν επίπλων κουζίνας, γιατί έμειναν απούλητα, λόγω της ματαίωσης, από υπαιτιότητα της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, των συμβάσεων πώλησής τους, με τους αναφερομένους σ' αυτή πελάτες της και ειδικότερα: 1) Για την από … σύμβασή της με τον Β.
Τ., το ποσό των 4.402,05 ευρώ (1.500.000 δρχ.). 2) Για την από … σύμβασή της με τον Ι. Γ. το ποσό των 3.521,64 ευρώ (1.200.000 δρχ.). 3) Για την από …σύμβασή της με τον Γ. Ο., το ποσό των 3.521,64 ευρώ (1.200.000 δρχ.). 4) Για την από …σύμβασή της με τον Γ. Γ., το ποσό των 3.081,44 ευρώ (1.050.000 δρχ.). 5) Για την από … σύμβασή της με τον Δ. Τ., το ποσό των 3.521,64 ευρώ (1.200.000 δρχ.). 6) Για την από … σύμβασή της με τον Α.
Μ., το ποσό των 3.521,64 ευρώ (1.200.000 δρχ.). 7) Για την από … σύμβασή της με την Μ.Φ., το ποσό των 4.402,05 ευρώ (1.500.000 δρχ.). 8) Για την από … σύμβασή της με τον Β. Γ., το ποσό των 4.402,05 ευρώ (1.500.000 δρχ.). 9) Για την από … σύμβασή της με τον Ι. Κ., το ποσό των 3.521,64 ευρώ (1.200.000 δρχ.). Και, 10) Για την από … σύμβασή της με τον Π. Κ., το ποσό των 3.961,85 ευρώ (1.350.000 δρχ.).
Παρά ταύτα, το Εφετείο, δικάζοντας την ένδικη αγωγή, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, παρέλειψε να αποφανθεί και επ' αυτών, αφήνοντάς τα αδίκαστα. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος της, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο του υπόψη λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "......η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: 1) αναφορικά με τον Β.
Τ., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.500.000 δρχ., με αξία αγοράς 500.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 850.000 δρχ., με κόστος αγοράς 549.781 δρχ. (ήτοι 1 ψυγείο ... τ. 2500, αντί 150.000 δρχ., με αξία αγοράς 92.768 δρχ., 1 καταψύκτη ... τ.310 αντί 120.000 δρχ. με αξία αγοράς 76.217 δρχ., 1 κουζίνα ...
τ.500 αντί 180.000 δρχ. με αξία αγοράς 116.356 δρχ., 1 απορ/τηρα ... τ.340 αντί 50.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 πλ. πιάτων ... τ.675 αντί 240.000 δρχ., με αξία αγοράς 159.724 δρχ., 1 εστία ... τ. 610 αντί 110.000 δρχ., με αξία αγοράς 75.467 δρχ.), ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ.
από 11-4-1991 απόδειξη), β) 300.219 δρχ. (850.000 - 549.781) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 600.219 δρχ. (100.000 + 300.219 + 200.000), 2) αναφορικά με τον Ι. Γ., - με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.200.000 δρχ., με αξία αγοράς 400.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 900.000 δρχ., με κόστος αγοράς 592.030 δρχ. (ήτοι 1 απορ/τηρα ...
τ. 340 αντί 40.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 φούρνο ... τ.750 αντί 200.000 δρχ. με αξία αγοράς 130.116 δρχ., 1 πλ. πιάτων ... τ.635 αντί 230.000 δρχ., με αξία αγοράς 157.129 δρχ.,1 ψυγείο ... τ. 3040, αντί 210.000 δρχ., με αξία αγοράς 123.852 δρχ., 1 καταψύκτη … τ. 810 αντί 110.000 δρχ. με αξία αγοράς 76.217 δρχ., 1 εστία … τ. 610 αντί 110.000 δρχ., με αξία αγοράς 75.467 δρχ.), ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά:
α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ. από 11-4-1991 απόδειξη), β) 307.970 δρχ. (900.000 - 592.030) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 607.970 δρχ. (100.000 + 307.970 + 200.000), 3) αναφορικά με τον Γ.
Ο., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.200.000 δρχ., με αξία αγοράς 400.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 900.000 δρχ., με κόστος αγοράς 619.320 δρχ. (ήτοι 1 απορ/τηρα ... τ. 340 αντί 40.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 πλ. πιάτων ... τ. 675 αντί 230.000 δρχ., με αξία αγοράς 159.724 δρχ.,1 φούρνο ...
τ. 750 αντί 200.000 δρχ. με αξία αγοράς 130.116 δρχ., 1 ψυγείο … τ. 3610, αντί (210.000 δρχ., με αξία αγοράς 151.200 δρχ., 1 εστία μ/κ ... τ.725 αντί 110.000 δρχ., με αξία αγοράς 73.564 δρχ.) ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ. από 30-5-1991 απόδειξη), β) 280.680 δρχ. (900.000 - 619.320) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ.
που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 580.680 δρχ. (100.000 + 280.680 + 200.000), 4) αναφορικά με τον Γ. Γ., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.050.000 δρχ., με αξία αγοράς 350.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 700.000 δρχ., με κόστος αγοράς 462.249 δρχ. (ήτοι 1 απορ/τηρα ...
τ. 340 αντί 50.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 φούρνο … τ. 3610 αντί 200.000 δρχ. με αξία αγοράς 130.116 δρχ., 1 ψυγείο ... τ. 3610, αντί 220.000 δρχ., με αξία• αγοράς 151.200 δρχ., 1 καταψύκτη ... τ. 810 αντί 120.000 δρχ. με αξία αγοράς 76.217 δρχ., 1 εστία κερ. ... τ.610 αντί 110.000 δρχ., με αξία αγοράς 75.467 δρχ.) ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ.
από 30-5-1991 απόδειξη), β) 237.751 δρχ. (700.000 - 462.249) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 537.751 δρχ. (100.000 + 237.751 + 200.000), 5) αναφορικά με τον Δ. Τ., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.200.000 δρχ., με αξία αγοράς 400.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 700.000 δρχ., με κόστος αγοράς 442.941 δρχ. (ήτοι 1 απορ/τηρα ...
τ.340 αντί 40.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 πλ. πιάτων ... τ. 675 αντί 210.000 δρχ., με αξία αγοράς 159.724 δρχ., 1 φούρνο ... τ.750 αντί 180.000 δρχ. με αξία αγοράς 130.116 δρχ., 1 ψυγείο ... τ. 3040, αντί 170.000 δρχ., με αξία αγοράς 123.852 δρχ., 1 εστία μ/κ ... τ.610 αντί 100.000 δρχ., με αξία αγοράς 75.467 δρχ.) ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ.
από 13-6-1991 απόδειξη), β) 257.059 δρχ. (700.000 - 442.941) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 557.059 δρχ. (100.000 + 257.059 + 200.000), 6) αναφορικά με τον Α. Μ., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.200.000 δρχ., με αξία αγοράς 400.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 800.000 δρχ., με κόστος αγοράς 550.851 δρχ. (ήτοι 1 απορ/τηρα … τ.340 αντί 40.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 φούρνο μικρ. ...
τ. 265 αντί 90.000 δρχ. με αξία αγοράς 63.492 δρχ., 1 πλ. πιάτων ... τ.635 αντί 230.000 δρχ., με αξία αγοράς 157.129 δρχ., 1 ψυγείο ... τ. 3610, αντί 220.000 δρχ., με αξία αγοράς 151.200 δρχ., 1 φούρνο μικρ. τ.625 αντί 110.000 δρχ. με αξία αγοράς 73.564 δρχ., 1 καταψύκτη ... τ.810 αντί 110.000 δρχ. με αξία αγοράς 76.217 δρχ.) ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ.
από 13-6-1991 απόδειξη), β) 249.149 δρχ. (800.000 - 550.851) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 549.149 δρχ. (100.000 + 249.149 + 200.000), 7) αναφορικά με την Μ. Φ., με την οποία η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.500.000 δρχ., με αξία αγοράς 500.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 1.000.000 δρχ., με κόστος αγοράς 639.153 δρχ. (ήτοι 1 ψυγείο ...
τ. 2500, αντί 150.000 δρχ., με αξία αγοράς 92.768 δρχ., 1 καταψύκτη ... τ. 810 αντί 130.000 δρχ. με αξία αγοράς 76.217 δρχ., 1 κουζίνα ... τ.500 αντί 180.000 δρχ., με αξία αγοράς 116.356 δρχ., 1 απορ/τημα ... τ.340 αντί 50.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 εστία κερ. ... τ.611 αντί 130.000 δρχ., με αξία αγοράς 86.881 δρχ., 1 φούρνο μικρ. ... τ. 625 αντί 120.000 δρχ. με αξία αγοράς 73.564 δρχ., 1 πλ.
πιάτων ... τ.635 αντί 240.000 δρχ., με αξία αγοράς 157.129 δρχ.) ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτήν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ. από 8-5-1991 απόδειξη), β) 360.847 δρχ. (1.000.000 - 639.153) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 660.847 δρχ. (100.000 + 360.847 + 200.000), 8) αναφορικά με τον Β.
Γ., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.500.000 δρχ., με αξία αγοράς 500.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 700.000 δρχ., με κόστος αγοράς 463.621 δρχ. (ήτοι 1 ψυγείο ... τ. 2500, αντ( 150.000 δρχ., με αξία αγοράς 92.768 δρχ., 1 καταψύκτη … τ. 831 αντί 120.000 δρχ. με αξία αγοράς 76.217 δρχ., 1 κουζίνα ...
τ. 500 αντί 170.000 δρχ., με αξία αγοράς 116.356 δρχ., 1 απορ/τηρα ... τ. 340 αντί 50.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 εστία κερ. … τ. 610 αντί 110.000 δρχ., με αξία αγοράς 75.467 δρχ., 1 φούρνο μικρ. ... τ. 725 αντί 120.000 δρχ. με αξία αγοράς 73.564 δρχ.) ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ.
από 23-5-1991 απόδειξη), β) 236.379 δρχ. (700.000 - 463.621) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 536.379 δρχ. (100.000 + 236.379 + 200.000), 9) αναφορικά με τον Ι. Κ., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.200.000 δρχ., με αξία αγοράς 400.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών, αξίας 900.000 δρχ., με κόστος αγοράς 634.759 δρχ. (ήτοι 1 ψυγείο ...
τ. 2500, αντί 130.000 δρχ., με αξία αγοράς 92.768 δρχ., 1 καταψύκτη ... τ.830 αντί 110.000 δρχ. με αξία αγοράς 76.217 δρχ., 1 κουζίνα ... τ. 500 αντί 160.000 δρχ., με αξία αγοράς 116.356 δρχ., 1 απορ/τηρα ... τ. 340 αντί 40.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 πλ. πιάτων ... τ.675 αντί 230.000 δρχ., με αξία αγοράς 157.724 δρχ., 1 εστία κερ. ... τ.611 αντί 120.000 δρχ., με αξία αγοράς 86.881 δρχ., 1 φούρνο μικρ. ...
τ. 725 αντί 110.000 δρχ. με αξία αγοράς 73.564 δρχ.) ζημιώθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ., που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ. από 16-5-1991 απόδειξη), β) 265.241 δρχ. (900.000 - 634.759) απώλεια κέρδους από την πώληση των ηλεκτρικών συσκευών και γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 565.241 δρχ. (100.000 + 265.241 + 200.000), 10) αναφορικά με τον Δ.
Κ., με τον οποίο η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει την πώληση των επίπλων κουζίνας αντί ποσού 1.200.000 δρχ., με αξίας αγοράς 400.000 δρχ., καθώς και ηλεκτρικών συσκευών αξίας 900.000 δρχ., με κόστος αγοράς 613.273 δρχ. (ήτοι 1 ψυγείο ... τ. 2500, αντί 140.000 δρχ., με αξία αγοράς 92.768 δρχ., 1 καταψύκτη ... τ. 810 αντί 110.000 δρχ., με αξία αγοράς 76.217 δρχ., 1 κουζίνα ...
τ. 500 αντί 160.000 δρχ., με αξία αγοράς 116.356 δρχ., 1 απορ/τηρα ... τ. 340 αντί 40.000 δρχ., με αξία αγοράς 29.249 δρχ., 1 πλ. πιάτων ... τ.675 αντί 230.000 δρχ., με αξία αγοράς 157.724 δρχ., 1 εστία κερ. ... τ. 611, αντί 120.000 δρχ., με αξία αγοράς 786.881 δρχ)., 1 φούρνο μικρ. ... τ. 725, αντί 110.000 δρχ., με αξία αγοράς 73.564 δρχ.), ζημιώθηκε τα ακόλουθα ποσά: α) 100.000 δρχ.
που κατέβαλε σ' αυτόν, λόγω επιστροφής ληφθέντος αρραβώνα (βλ. από 25-4-1991 απόδειξη), β) 265.241 δρχ. (900.000 - 634.759) απώλεια κέρδους από την πώληση ηλεκτρικών συσκευών και, γ) 200.000 δρχ. που κατέβαλε για εργασίες διαμορφώσεως των επίπλων κουζίνας και συνολικά 561.241 δρχ. (100.000 + 265241 + 200.000)....". Ακολούθως, το Εφετείο, πρόσθεσε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στις ματαιωθείσες, από υπαιτιότητα της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, συμβάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, με τους αναφερομένους στον κρινόμενο αναιρετικό λόγο πελάτες της και δη αυτά των: 600.219 + 607.970 + 580.680 + 537.751 + 557.059 + 549.149 + 660.847 + 536.379 + 565.241 + 565.241, δραχμών, σε εκείνα των λοιπών πελατών της ήτοι των: 646.556 + 670.599 + 619.129 + 568.004 + 595.346 + 615.241 + 586.727 + 615.241 + 586.727 + 586.727 δραχμών και το συνολικό ποσό των 11.850.833 δρχ.
ήδη 34.778,67 ευρώ, που προέκυψε, συμπεριέλαβε στο συνολικό ποσό των 62.476,17 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε, τελικώς, στην ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα, αναλύοντας αυτό ως ακολούθως: 14.988,38 + 34.778,67 (σημ. το επίμαχο) + 7.024,15 + 5.684,97. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το επίμαχο κεφάλαιο της ένδικης αγωγής, αλλά το δίκασε.
Και τούτο διότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, αφού έκρινε τη βασιμότητα όλων των περιεχομένων, στο υπόψη αγωγικό κεφάλαιο, αξιώσεων της αναιρεσείουσας, ενάγουσας, δέχθηκε, εν μέρει, την ουσιαστική τους βασιμότητα και δη για τα χρηματικά ποσά των: 600.219, 607.970. 580.680, 537.751, 557.059, 549.149, 660.847, 536.379, 565.241 και 565.241, δραχμών, αντιστοίχως και συμπεριέλαβε αυτά στο συνολικό ποσό των 62.476,17 ευρώ, που της επιδίκασε, κατά μερική παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό της σχετική καταψηφιστική διάταξη.
Δ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και ο πρόσθετος αυτής λόγος, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε η τελευταία, με προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας.
V. Επί της υπό στοιχείο β) αίτησης αναίρεσης:
Α. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο: α) κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τη νόμιμα προβληθείσα και επαναφερθείσα ενώπιόν του, με τις προτάσεις της, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής και της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, ένστασή της, περί ελλείψεως οποιασδήποτε υπερημερίας της, σχετικά με την εκτέλεση των ενδίκων συμβάσεων, με αποτέλεσμα να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την υπερημερία της από τις 31-03-1991 και, συνακόλουθα, εν μέρει, την ένδικη αγωγή της αντιδίκου της και να της επιδικάσει το ποσό των 62.476,17 ευρώ.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό/ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, εφεσίβλητης και τον απέρριψε, αφού δέχθηκε τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι αυτή κατέστη υπερήμερη από τις 31-03-1991.
β) Με το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του τις αποφάσεις: 1/2010 (αμετάκλητη) του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 1563/2012 και 662/2017 του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκαν σε άλλες, προγενέστερες, δίκες, μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος. Διότι, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από τη συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, αφού αναφέρει στην απόφασή του, μεταξύ άλλων, επί λέξει και τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση τον μάρτυρα ανταποδείξεως Ι.Κ...., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι...
χωρίς να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) δικόγραφα και δικαστικές αποφάσεις από άλλες, προηγηθείσες μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκες...". Από τούτο δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και τις επίμαχες δικαστικές αποφάσεις, έστω και αν δεν τις αναφέρει, εναρίθμως και δεν τις αξιολογεί, ειδικώς, μία προς μία, όπως δεν είχε, άλλωστε, τέτοια υποχρέωση.
γ) Με το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναιτιολόγητα, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, επιδίκασε στην αντίδικό της το ποσό των 14.988,38 ευρώ, λόγω υπερημερίας της τότε ..., στη θέση της οποίας αυτή (αναιρεσείουσα) έχει υπεισέλθει, να της παραδώσει, κατά τα συμφωνηθέντα, με την από …, μεταξύ τους (...
και αντιδίκου της) καταρτισθείσα, σύμβαση πώλησης, τις αναφερόμενες σ' αυτή ηλεκτρικές συσκευές, αφού, προκειμένου να δεχθεί τούτο, συνέκρινε την αξία των ηλεκτρικών συσκευών, που όφειλε να παραδώσει η ως άνω δικαιοπάροχός της στην αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, με την αξία των ήδη παραδοθέντων, προς αυτή, την οποία (αξία) αναφέρει μεν, χωρίς, όμως, ν' αναφέρει και τη συνολική αξία της υπόψη παραγγελίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος την έρευνα της βασιμότητας του κρινόμενου αναιρετικού λόγου, μέρους της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...με την από … σύμβαση η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην ενάγουσα 100 ηλεκτρικές συσκευές μέχρι την 31-12-1990.
Σε μερική εκπλήρωση της συμβάσεως αυτής ή εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα εμπορεύματα συνολικής αξίας 436.421 δρχ, ήτοι: 1) την 19.9.1990: 1 φούρνο 750 Β αξίας 110.268 δρχ., 1 πλαίσιο 330 αξίας 29.772 δρχ., 1 πρόσοψη 0313 αξίας 10.935 δρχ. και συνολικά (110.268+29.772+10.935) = 150.975 δρχ., πλέον Φ.Π.Α. 18% αξίας 217.176 δρχ., εκδοθέντος του με αρ. 11346 Τ-ΔΑ αξίας 178.151 δρχ., 2) Στις 20.9.1990: 1 σκούπα 608 αξίας 41.922 δρχ., 1 σκούπα … αξίας 9.097 δρχ.
και συνολικά (41.922+9.097) = 51.019 δρχ., πλέον ΦΠΑ 18% αξίας 9.183 δρχ., εκδοθέντος του με αρ. 11361 Τ-ΔΑ αξίας 60.202 δρχ., 3) την 4.10.1990: 1 ψυγείο … 2500 αξίας 81.087 δρχ., πλέον ΦΠΑ 18% αξίας 14.596 δρχ., εκδοθέντος του με αρ. 11729 Τ-ΔΑ αξίας 95.683 δρχ., 4) την 22.11.1990: 1 κουζίνα 500 Ε αξίας 86.767 δρχ., πλέον ΦΠΑ 18% αξίας 15.618 δρχ., εκδοθέντος του με αρ. 13271 Τ-ΔΑ αξίας 102.385 δρχ..
Συνεπώς παραδόθηκαν στην ενάγουσα, το 1990, εμπορεύματα συνολικής αξίας 9.531.302 δραχμών (951.966 + 793.616 + 2.220.281 + 5.129.018 + 436.421). Η ενάγουσα, κατά το 1990, κατέβαλε στην εναγομένη: 1) με το με αρ. 6510/30.1.90 ένταλμα πληρωμής ποσό 500.000 δρχ., που αφορούσε πληρωμή των με αριθ. …, …και … επιταγών, ποσού 300.000 δρχ. 100.000 δρχ. και 100.00 δρχ., 2) με τη με αρ.
…/28.2.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής, ποσού 300.000 δρχ., 3) με το με αρ. …/15.3.90 πιστωτικό σημείωμα επιστροφή εμπορευμάτων αξίας δρχ. 60.246 δρχ., 4) με το με αρ. …/23.190 πιστωτικό σημείωμα επιστροφή εμπορευμάτων αξίας 341.598 δρχ., 5) με τη με αριθμ. …/25.3.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 150.000 δρχ., 6) με τη με αρ. …/25-3-90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 100.000 δρχ, 7) με τη με αρ.
…/31-3-90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 100.000 δρχ., 8) με το με αρ. … ένταλμα πληρωμής το ποσό των 2.796.069 δρχ, για εξόφληση επιταγών, 9) με τη με αρ. ../15.5.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 400.000 δρχ., 10) με τη με αρ. …/30.5.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 405.000 δρχ., 11) με τη με αρ. …/15.6.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 320.000 δρχ., 12) με το με αρ.
…/3.7.90 γραμμάτιο εισπράξεως το ποσό των 8.560 δρχ. σε μετρητά, 13) με τη με αρ. …/30.7.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 300.000 δρχ., 14) με τη με αρ. …/20.8.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 190.800 δρχ., 15) με τη με αρ. …/21.8.90 απόδειξη πληρωμής μετρητών - παράδοσης αξιογράφων ποσού 200.000 δρχ., σε επιταγή, 16) με τη με αρ. …/30.8.90 απόδειξη παραλαβής επιταγής 65.897 δρχ., 17) με τη με αρ.
…/31.8.90 απόδειξη εισπράξεως μετρητών -παραλαβής αξιογράφων ποσού 685.000 δρχ., σε επιταγές, 18) με τη με αρ. … απόδειξη πληρωμής μετρητών - παράδοσης αξιογράφων κατέβαλε το ποσό των 500.000 δρχ. σε μετρητά και το ποσό των 1.499.615 δρχ. σε επιταγές, ήτοι τις επιταγές με αριθμούς …, …, … και … ποσού 350.000 δρχ., 700.000 δρχ., 149.615 δρχ.
και 300.000 δρχ. αντίστοιχα, 19) με τη με αρ. …/10-9-90 απόδειξη πληρωμής μετρητών και παράδοσης αξιογράφων κατέβαλε το ποσό των 250.000 δρχ. σε μετρητά και το ποσό των 626.945 δρχ. σε επιταγές, ήτοι τις με αριθ. …, …, … και … επιταγές, ποσού 108.619 δρχ., 85.320 δρχ., 250.000 δρχ. και 185.006 δρχ αντίστοιχα, 20) με τη με αρ. …/17-9-90 απόδειξη πληρωμής μετρητών - παράδοσης αξιογράφων κατέβαλε το ποσό των 100.000 δρχ.
σε μετρητά και το ποσό των 1.017.354 δρχ. σε επιταγές, ήτοι τις με αριθ. …, … και … επιταγές ποσού 117.354 δρχ., 300.000 δρχ. και 600.000 δρχ. αντίστοιχα, 21) με το με αρ. …/11.10.90 πιστωτικά σημείωμα επιστροφή εμπορευμάτων αξίας 102.385 δρχ. και 22) με το με αρ.. …/22.11.90 πιστωτικό σημείωμα επιστροφής εμπορευμάτων αξίας 130.116 δρχ., δηλαδή η ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη κατά το έτος 1990 το ποσό των 11.149.585 δρχ.
σε μετρητά, επιταγές, συναλλαγματικές και επιστροφές εμπορευμάτων. Όπως προαναφέρθηκε την 31-12-1989 υπήρχε υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης και υπέρ της ενάγουσας, ύψους 3.489.006 δραχμών, που κατά τα συμφωνηθέντα θα συμψηφιζόταν με τις γενόμενες αγορές κατά το έτος 1990, κατά το έτος δε αυτό (1990) η πρώτη εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα εμπορεύματα συνολικής αξίας 9.531.302 δρχ., ενώ η τελευταία κατέβαλε στην εναγομένη (σε μετρητά, επιταγές κα) το ποσό των 11.149.585 δρχ.
Συνεπώς την 31-12-1990 υπήρχε υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης και υπέρ της ενάγουσας ύψους 5.107.289 δραχμών (11.149.585 δρχ. καταβολές - 9.531.302 δρχ. αξία παραδοθέντων εμπορευμάτων = 1.618.283 δρχ. + 3.489.006 δρχ. προαναφερθέν υπόλοιπο υπέρ της ενάγουσας κατά την 31-12-1989 = 5.107.289 δρχ.) και ήδη 14.988,38 ευρώ, ποσό που κατέστη απαιτητό από την 31-3-1991 ...".
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο κρινόμενος λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω πόρισμα, ήτοι να επιδικάσει στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, συνέκρινε την αξία των προϊόντων, που όφειλε να παραδώσει η ανωτέρω δικαιοπάροχος της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, με την αξία των ήδη παραδοθέντων, από την πρώτη προς αυτή, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει, εν προκειμένω, αφού, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του, από το ποσό, που δέχθηκε ότι είχε καταβάλει η τελευταία, μέχρι τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του χρόνο, αφαίρεσε εκείνο που δέχθηκε ότι αντιστοιχεί στις ήδη παραδοθείσες, σ' αυτή, από την πρώτη, μέχρι τον ίδιο χρόνο, ηλεκτρικές συσκευές.
Σε κάθε, δε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε ότι το επίμαχο χρηματικό ποσό των 14.988,38 ευρώ, που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας των, λεπτομερώς αναφερομένων, στην απόφασή του, ηλεκτρικών συσκευών, τις οποίες είχε παραδώσει σ' αυτήν η ανωτέρω δικαιοπάροχος της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης, μέχρι τις 31-12-1990, ανερχομένης, κατά τις ίδιες παραδοχές, σε 9.531.302 δρχ.
και του συνολικού ποσού των 11.149.585 δρχ. το οποίο, της είχε καταβάλει η ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, μέχρι τον ίδιο χρόνο, για την αιτία αυτή, με συνυπολογισμό και του μέχρι τότε οφειλομένου υπολοίπου, από 3.489.006 δρχ. ήτοι: 11.149.585 - 9.531.302 = 1.618.283 + 3.489.006 = 5.107.289 δρχ. = 14.988,38 ευρώ. Β. Κατά τον αριθμό 16 άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο, που έχει ήδη κριθεί.
Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος, οριστικώς, δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. 1 β' ΚΠολΔ νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους, είτε στο δικαστήριο, είτε στο αντικείμενο της δίκης είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).
Η απόφαση δε, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση ασκήσεως νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.
Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή έχει συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής. Δηλαδή, το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, περιορίζεται στο δικονομικό αυτό ζήτημα και η διαφορά μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση (ΑΠ 1875/2013, ΑΠ 817/2013, ΑΠ 702/2011, ΑΠ 30/2010, ΑΠ 718/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην 14587/16-04-1997 (προηγούμενη της ένδικης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 12.11.1998 πρωτόδικες προτάσεις της, κατά το μέρος τους, που αφορά διόρθωση και περιορισμό αυτής (αγωγής), ιστορήθηκαν τα ακόλουθα:
Στις … με προσύμφωνο πωλήσεως μεταξύ της ενάγουσας και των Θ. Ι. και της συζύγου του Δ., εκείνη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, μεταβιβάσει κατά κυριότητα και παραδώσει σ' αυτούς αλλά και να τοποθετήσει στην οικία τους ένα σύνολο (σετ) ξύλινων επίπλων κουζίνας και των αναφερόμενων σ' αυτή "εντοιχισμένων" στα έπιπλα ηλεκτρικών συσκευών και εξαρτημάτων τους έως τις 31.12.1990 έναντι τιμήματος 1.400.000 δραχμών για τα έπιπλα και 950.000 δραχμών για τις συσκευές με τα εξαρτήματά τους.
Συμφώνησαν επίσης ότι για μερική κάλυψη του τιμήματος αυτοί αμέσως αφενός θα κατέβαλαν σε εκείνη το ποσό των 500.000 δραχμών, που θα αποτελούσε και αρραβώνα για την κάλυψη της ζημίας από την τυχόν μη σύναψη της οριστικής συμβάσεως, από λόγους που θα αφορούσαν την ενάγουσα, και αφετέρου θα παρέδιδαν σε εκείνη, ως υπόσχεση χάριν καταβολής αντίστοιχου μέρους του τιμήματος, μια τραπεζική επιταγή ποσού 750.000 δραχμών εκδόσεως της Ι.
με χρόνο εκδόσεως την 31.1.1991 και σε διαταγή της ίδιας, που ήταν και πρώτη εν λευκώ οπισθογράφος της εν λόγω επιταγής, πάραυτα δε αυτοί κατέβαλαν σε εκείνη τις 500.000 δραχμές και της παρέδωσαν την επιταγή. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, μεταξύ της εναγομένης και της ενάγουσας συνήφθη σύμβαση πωλήσεως, με την οποία εκείνη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και παραδώσει σ' αυτήν τις προαναφερόμενες συσκευές με τα εξαρτήματά τους, έως τις 31.12.1990, έναντι τιμήματος 656.521 δραχμών.
Στις 25.10.1990 συμφώνησαν, επίσης, οι διάδικοι ότι αυτή αμέσως θα παρέδιδε σε εκείνη, ως υπόσχεση χάριν καταβολής του τιμήματος, την προμνημονευομένη επιταγή, της οποίας ήταν ήδη αυτή δεύτερη εν λευκώ οπισθογράφος, και ότι το σχετικό υπερβάλλον εκ δραχμών (750.000 - 656.521 =) 93.479 εκείνη, εισπράττοντάς το, θα το καταχώριζε σε υφιστάμενο μεταξύ τους αλληλόχρεο λογαριασμό ως πίστωση υπέρ αυτής, πάραυτα δε αυτή παρέδωσε σε εκείνη την επιταγή.
Στη συνέχεια και έως τις 31.12.1990 η εναγομένη δεν εκπλήρωσε τις ως άνω εκ της πωλήσεως υποχρεώσεις της, με συνέπεια και η ενάγουσα να μην εκπληρώσει τις εκ του προσυμφώνου υποχρεώσεις της. Λίγες ημέρες μετά τη χρονολογία αυτή αφενός η ενάγουσα και το ζεύγος Ι. συμφώνησαν να εκπληρωθούν οι εκ του προσυμφώνου υποχρεώσεως εκείνης έως τις 31.3.1991 και αφετέρου η ενάγουσα έταξε στην εναγομένη την εύλογη προθεσμία έως τις 31.3.1991 για την εκ μέρους αυτής εκπλήρωση των εκ της πωλήσεως υποχρεώσεών της.
Ωστόσο, έως αυτή τη νεώτερη χρονολογία η εναγομένη και πάλι δεν εκπλήρωσε τις ως άνω υποχρεώσεις της, με συνέπεια και η ενάγουσα να μην εκπληρώσει τις ως ανωτέρω εκ του προσυμφώνου υποχρεώσεις της και περαιτέρω συνέπεια το ζεύγος Ι. να υπαναχωρήσει του προσυμφώνου πωλήσεως και να επιφέρει έτσι την ανατροπή τούτου, πράγμα που δεν αμφισβήτησε η ενάγουσα.
Από την προεκτιθέμενη δε μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγομένης προκλήθηκαν στην ενάγουσα, κατ' αιτιώδη συνάφεια, οι ακόλουθες ζημίες: α) Κατέβαλε αυτή στο ζεύγος Ι. εξαιτίας του όρου περί αρραβώνα το προαναφερόμενο ποσό των 500.000 δραχμών ως αποδιδόμενο αρραβώνα και κατ' αυτό μειώθηκε η περιουσία της.
β) Ενόψει του ότι η εναγομένη, καίτοι γνώριζε την ανατροπή του προσυμφώνου και την αιτία που την προκάλεσε, αντί να επιστρέψει την επιταγή, ζήτησε και πέτυχε τη σε βάρος της Ι. έκδοση διαταγής πληρωμής του ποσού της επιταγής, πλέον νόμιμων τόκων και δικαστικών εξόδων, και επέδωσε στην Ι. την εν λόγω διαταγή με επιταγή προς εκτέλεση, με συνέπεια η τελευταία, σε εκούσια εκτέλεση της διαταγής, να καταβάλει σε εκείνη για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το συνολικό ποσό των 1.100.000 δραχμών, και αφετέρου του ότι στη συνέχεια η ενάγουσα κατέβαλε στο ζεύγος Ι.
το ως άνω ποσό ως εύλογη αποζημίωση για την ανατροπή του προσυμφώνου, κατ' αυτό το ποσό μειώθηκε η περιουσία αυτής της διαδίκου. γ) Μειώθηκε επίσης η περιουσία αυτής κατά το ποσό των 1.400.000 δραχμών εξαιτίας εκμηδενίσεως της ισόποσης αξίας των προαναφερόμενων επίπλων, αφού αυτά, δεν μπορούσαν πια να πουληθούν σε τρίτους.
Και, δ) Εξαιτίας της ματαιώσεως της συνάψεως της οριστικής συμβάσεως μεταξύ του ζεύγους Ι. και αυτής έχασε αυτή το κέρδος από τη διαφορά των προμνημονευόμενων δύο τιμημάτων εκ δραχμών (950.000 - 656.521 =) 293.479, το οποίο κέρδος αυτή με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκούσε. Οι ως άνω δε ζημίες, εκ συνολικού ποσού (500.000 + 1.100.000 + 1.400.000 + 293.479 =) 3.293.479 δραχμών, προκλήθηκαν από την ως ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, που ήταν όχι μόνο παράνομη αλλά και υπαίτια.
Ζητήθηκε δε με την αγωγή αυτή να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό τούτο ποσό των 3.293.479 δραχμών, ως αποζημίωση από μη εκτέλεση συμβάσεως, αλλιώς από αδικοπραξία, αλλιώς από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Tο Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 294/2001 απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή, κατά μεν την κύρια βάση της ως αόριστη, διότι δεν αναφέρονταν σ' αυτήν τα πραγματικά γεγονότα, που αποτελούσαν στοιχεία του πραγματικού των διατάξεων των άρθρων 298, 341, 383, 385, 513, 516 του ΑΚ και δη ότι η ενάγουσα, όταν έταξε στην εναγομένη την εύλογη προθεσμία έως τις 31.3.1991 για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, της δήλωσε, συνάμα, ότι μετά την άπρακτη πάροδο της εν λόγω προθεσμίας απέκρουε την εκ μέρους αυτής εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, ή ότι από την όλη στάση της εναγομένης προέκυπτε ότι το μέτρο του καθορισμού της ως ανωτέρω εύλογης προθεσμίας και της ως άνω δηλώσεως, περί αποκρούσεως της εκπληρώσεως θα ήταν άσκοπο, ή ότι η ενάγουσα εξαιτίας της υπερημερίας της οφειλέτριας εναγομένης δεν είχε πια συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως πωλήσεως, κατά δε τις πρώτη και δεύτερη επικουρικές βάσεις της, από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό, αντίστοιχα, ως μη νόμιμη.
Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, με την 1266/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, της και τώρα αναιρεσείουσας, κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως. Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσείουσας νέα αγωγή (την ένδικη), με αίτημα να της επιδικασθούν οι ίδιες αξιώσεις της, ως αποζημίωση από μη εκτέλεση σύμβασης, στην οποία, όμως (ένδικη αγωγή), όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι μετά την παρέλευση της δήλης ημέρας (25-12-1990) παραδόσεως των συμφωνηθέντων εμπορευμάτων (ηλεκτρικών συσκευών) και τη χορήγηση νέας προθεσμίας (31-03-1991), ήταν, πλέον, ενόψει της όλης στάσης της εναγομένης, άσκοπο το μέτρο να ταχθεί σ' αυτή νέα προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής, εκθέτοντας και τα, απαιτούμενα, για τη θεμελίωσή της, πραγματικά περιστατικά.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 6323/2015 απόφασή του, έκρινε νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή. Κατά της τελευταίας απόφασης, η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) άσκησε έφεση, παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, γιατί έγινε εσφαλμένα δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή της αντιδίκου της, ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις της, επικαλούμενη την αμετάκλητη απόρριψη αυτής, με δύναμη δεδικασμένου κατά το κεφάλαιο τούτο, από την προαναφερθείσα 294/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι οι επίμαχες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της 294/2001, αμετάκλητης, απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι: "...η κρινόμενη αγωγή, ερειδόμενη στις περί υπερημερίας πωλητή διατάξεις, δεν πάσχει από αοριστία, αφού σ' αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων και ότι η ενάγουσα μετά την παρέλευση της δήλης ημέρας και την χορήγηση νέας προθεσμίας ήταν άσκοπο να τάξει στην πρώτη εναγομένη νέα προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής.
Συνακόλουθα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων των εναγομένων...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και, αφού δέχθηκε ότι δεν δεσμεύεται από το (δικονομικό) δεδικασμένο της (προηγούμενης) αμετάκλητης απόφασής του (294/2001), με την οποία είχε απορριφθεί προηγούμενη (όμοια, με την ένδικη) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας, διαλαμβάνουσα, μεταξύ άλλων και το προαναφερθέν κεφάλαιο, ως αόριστη, απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14, ορθώς εκτιμώμενη ως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που του αποδίδεται με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο οποίος, συνακόλουθα, κρίνεται αβάσιμος.
Και τούτο διότι, η ένδικη (νέα, όμοια, με την προηγούμενη, κατά το επίμαχο κεφάλαιό της), αγωγή δεν εμφανίζει τις ίδιες δικονομικές ελλείψεις, με την πρώτη, που απορρίφθηκε, αμετάκλητα, ως αόριστη, δεδομένου ότι συμπληρώθηκαν, με την αναφορά σ' αυτήν ότι η ενάγουσα, μετά την παρέλευση της δήλης ημέρας και τη χορήγηση νέας προθεσμίας ήταν άσκοπο να τάξει στην ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη νέα προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής.
Γ. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατ' αρχήν, αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως (κατά κανόνα νομιμοποίηση).
Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλ' άρνηση της βάσεως της αγωγής και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί "πράγμα", που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια επί διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 137/2008).
Περαιτέρω, αν ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του τα στοιχεία, τα οποία σύμφωνα με το νόμο δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής, από αυτόν, κατά του εναγομένου, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης, από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, 18/2005, ΑΠ 326/2009, ΑΠ 112/2008).
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, που νόμιμα πρότεινε, με τις προτάσεις της, προς απόκρουση της ένδικης έφεσης της αντιδίκου της, περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής της (τελευταίας), λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, σχετικά με το αίτημά της να της επιδικασθεί αποζημίωση, για τους αναφερομένους σ' αυτή (αγωγή) πελάτες της, γιατί, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων και σχετικά τιμολόγια), τα αιτούμενα ποσά επιστράφηκαν, σ' αυτούς, από τρίτο και συγκεκριμένα τον Π.
Δ. και όχι από την ίδια (αναιρεσίβλητη, ενάγουσα), με αποτέλεσμα να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, από 4.700.000 δρχ., ήδη 13.793,10 ευρώ, αντί να το απορρίψει, για τον προαναφερθέντα λόγο. Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, κρίνεται απαράδεκτος. Ειδικότερα: α) Κατά μεν την αιτίασή του από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, εναγομένης, δεν είναι αυτοτελείς, ώστε να συνιστούν "πράγματα", κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης έννοια, αλλά αποτελούν άρνηση της αγωγής.
Και, β) κατά την αιτίασή του από τον αριθμό 14 της ίδιας, ως άνω, διάταξης, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριό της, ότι απουσιάζουν από την ένδικη αγωγή τα στοιχεία εκείνα, που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση της αντιδίκου της και δικαιολογούν την άσκησή της, κατά το ανωτέρω (επίμαχο) κεφάλαιο αυτής και ότι την έλλειψη αυτή, νομίμως, είχε προτείνει στα δικαστήρια της ουσίας, αλλά, αναφέρει ότι, τα όσα επικαλείται σχετικά με την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αντιδίκου της προέκυψαν από τις αποδείξεις, πέραν του ότι, με πρόσχημα τις προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 460/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002).
Εξ άλλου μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Η καταχρηστική άσκηση, όμως, του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.
Συνεπώς, η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 1799/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ζητώντας την απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, προέβαλε, νομίμως, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο, με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης αυτής, η οποία, κατά λέξη, έχει ως εξής: "...Όπως ήδη προβάλλαμε, η εδώ ενάγουσα με την ανωτέρω αγωγή της που κατατέθηκε με αριθμό 14621/1997 ...
και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 295/2001 απόφασή του Εφετείου Θεσσαλονίκης..., παραθέτει το σύνολο των μεταξύ μας δοσοληψιών, τις οποίες διαλαμβάνει και στην ένδικη αγωγή της και αναφέρεται και στη δήθεν συμφωνία μας για πρόσθεση τον τζίρου της του 1989 στο συνολικό τζίρο τον επομένου έτους "κεφαλαιοποίηση" όπως την χαρακτηρίζει στην κρινόμενη αγωγή.
Και ναι μεν η ένδικη αγωγή δεν στηρίζεται στην απαίτηση του καταλοίπου του δήθεν μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας μας τηρούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, βάση η οποία απορρίφθηκε αμετάκλητα από τα Δικαστήρια, αλλά όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε αντιπαραβολή με τις πωλήσεις και τις χρεωπιστώσεις που αναφέρονται στη κρινόμενη αγωγή, αυτές συμπίπτουν απολύτως, με την ιστορική και νομική βάση της κρινόμενης αγωγής, δεδομένου ότι σε αμφότερες τις αγωγές συμπίπτουν οι πωλήσεις πού προβάλλει η αντίδικη σε αυτές.
Παρά ταύτα και ενώ γνωρίζει η ενάγουσα α) την κατάληξη των ανωτέρω δύο αγωγών της, στις οποίες ουδέποτε έκανε λόγο περί υπαναχωρήσεως από συμβάσεις πωλήσεων πελατών της, όπως κάνει τώρα με την κρινόμενη αγωγή για να θεμελιώσει υπέρογκες και προφανώς ψευδείς απαιτήσεις πελατών της, που δήθεν ικανοποίησε β) την κατάληξη της αίτησης αναψηλάφησης, γ) την από … εξώδικη Δήλωση-Γνωστοποίηση προς την εταιρεία μας υπό την τότε επωνυμία της, με την οποία μας καλούσε η ενάγουσα να της πληρώσουμε τα ποσά για τα οποία εν συνεχεία μας ενήγαγε με τις δύο ανωτέρω αγωγές της που απορρίφθηκαν, δ) την κατάληξη της ανωτέρω υπό Ι, 5 αγωγής της, απολύτως παραμφερούς προς την κρινόμενη, περιέχουσα πληθώρα ισχυρισμών, ιδίως στα φύλλα 1-15 αυτής, που προβάλλονται και με την ένδικη αγωγή, η οποία απερρίφθη αμετάκλητα ως προς το κεφάλαιο της υλικής ζημίας της αντίδικης, ενώ θα κριθεί εκ νέου ως προς την ηθική βλάβη και μόνον, προκειμένου το Εφετείο να ερευνήσει αν της προκάλεσα ηθική βλάβη από αμέλεια, σύμφωνα με την απόφαση υπ' αρ. 1563/2012 τον Αρείου Πάγου άσκησε την κρινόμενη αγωγή.
Στην αγωγή δε εκείνη αποζημιώσεως, που απερρίφθη, η αντίδικη στηρίζει την εκ διαφυγόντων κερδών ζημία της σε δύο μόνον πελάτες της, την "…"... και την εταιρεία "....". Έτσι, ενώ ουδεμία αναφορά σε συμβάσεις με πελάτες της με τούς δήθεν όρους που διαλαμβάνει στην αγωγή ούτε δήθεν υπαναχωρήσεις τους από τις παραγγελίες αυτές και σε συνακόλουθες αξιώσεις αποζημιώσεων έχει κάνει κατά το παρελθόν η αντίδικη εντελώς αιφνίδια, μετά την πάροδο είκοσι σχεδόν ετών από την λήξη της συνεργασίας μας τον Οκτώβριο τον 1990, ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη και εν πολλοίς ακατάληπτη αγωγή της, ζητώντας να καταδικαστούμε να της καταβάλλουμε αστρονομικά ποσά υπό τις παρούσες μάλιστα δυσμενέστατες οικονομικές συνθήκες, περί των οποίων ουδέποτε στην μακροχρόνια αντιδικία μας ούτε λόγο είχε κάνει ούτε είχε επιφυλαχθεί.
Ενόψει αυτών η άσκηση της ένδικης αγωγής παρίσταται προδήλως καταχρηστική, αφού προφανώς υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Διευκρινίζουμε ότι την ένσταση αυτή δεν βασίζουμε μόνον στην πάροδο μακροτάτου χρόνου από τότε που η αντίδικη μπορούσε ν' ασκήσει την αγωγή, αλλά και σε όλα τα προαναφερθέντα γεγονότα και δικαστικές ενέργειές της εναντίον μας εξαιτίας των οποίων καλόπιστα πιστέψαμε ότι αγωγή του περιεχομένου και του αιτήματος της αποκρουομένης με τις προτάσεις μας δεν θα ασκούσε η αντίδικη.
Άλλωστε, η επίδικη απαίτησή της δημιουργεί σε μας αφόρητες συνθήκες λόγω της σφοδρότατης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και της συνακόλουθης κάθετης μείωσης των δημόσιων και ιδιωτικών έργων και επενδύσεων σε ηλεκτρολογικά έργα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο των εργασιών μας, είναι αρνητικά....". Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω ισχυρισμός της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, περί καταχρηστικής ασκήσεως, από την ήδη αναιρεσίβλητη, της ένδικης αγωγής της, ήταν απορριπτέος, ως μη νόμιμος.
Και τούτο διότι, τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκε αυτή, για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, συνιστούν επίκληση ανυπαρξίας του ενδίκου δικαιώματός της αντιδίκου της (αναιρεσίβλητης, ενάγουσας) και, ενδεχομένως, θα μπορούσαν να θεμελιώσουν άρνηση της ένδικης αγωγής ή ένσταση δεδικασμένου, για μέρος των διαλαμβανομένων σ' αυτήν αξιώσεων (την οποία, σημειωτέον, προέβαλε, η αναιρεσείουσα, κατά τ' ανωτέρω, στην παρούσα δίκη), σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτού, η οποία, κατά τ' αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα, το οποίο, όμως, κατά τους υπόψη ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν υπάρχει.
Πέραν τούτων και, με δεδομένο ότι τα παραπάνω (επικαλούμενα) περιστατικά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, εναγομένης, παρατιθέμενους προς απόκρουση της, εναντίον της, ένδικης αγωγής, μόνη η επίκληση της μακράς αδράνειας της (δικαιούχου) αντιδίκου της, δεν καθιστά, κατά την ίδια, ωσαύτως, προηγούμενη νομική σκέψη, την άσκηση του εν λόγω δικαιώματός της καταχρηστική, ακόμη και αν δημιούργησε στην οφειλέτιδα (αναιρεσείουσα, εναγομένη) την πεποίθηση ότι δεν θα το ασκήσει, ούτε, περαιτέρω, η επικαλούμενη οικονομική κρίση των τελευταίων ετών στην Ελλάδα, αυτή και μόνη, μπορεί να παρακωλύσει, ως καταχρηστική, την άσκηση αγωγών, για τη δικαστική επιδίωξη της ικανοποίησης νομίμων αξιώσεων των διαδίκων, όπως οι ένδικες.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά το επισκοπούμενο και ενδιαφέρον τον υπό κρίση αναιρετικό λόγο, μέρος της, το Εφετείο, απέρριψε την υπόψη ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη, κατ' ακριβή αντιγραφή αυτής, αιτιολογία: "...Η ανωτέρω ένσταση των εναγομένων τυγχάνει απορριπτέος, προεχόντως ως μη νόμιμος, καθόσον υπό τα επικαλούμενα, για τη στήριξή της, πραγματικά περιστατικά, ακόμη κι αν αυτά υποτεθούν αληθινά, δεν καθίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, εφόσον αυτά δεν καταδεικνύουν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή του οικονομικού σκοπού των επιδιωκόμενων σε βάρος τους αξιώσεων, αφού οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν περιστατικά τέτοια που να καθιστούν την ικανοποίηση του σε βάρος τους αγωγικού δικαιώματος τόσο επαχθή για τους ίδιους, ώστε να δικαιολογούν, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, την απώλεια του αξιούμενου δικαιώματος της ενάγουσας, δοθέντος ότι μόνον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν, άνευ ετέρου, μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη), την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ούτε μπορούν να θεμελιώσουν, κατά νόμο, τη στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος...
Εξάλλου, ανεξάρτητα και εκτός από τα ανωτέρω, η αμφισβήτηση της υπάρξεως αυτού καθ' εαυτού του δικαιώματος της ενάγουσας, όπως εν προκειμένω, της μη επελεύσεως των σχετικών δικαιογόνων πραγματικών περιστατικών, δεν μπορεί να θεμελιώσει νόμιμα τον αυτοτελή, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, ισχυρισμό (δικαιοκωλυτική ένσταση) των εναγομένων, δοθέντος ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι ο ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του αξιούμενου δικαιώματος, ενώ, εν προκειμένω, οι εναγόμενες αρνούνται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή...".
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε, ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, έστω και με, εν μέρει, διαφορετική αιτιολογία, από την προαναφερθείσα της παρούσας απόφασης, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και, συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά την πρώτη αιτίασή του, είναι αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ, βλ.
ΟλΑΠ 1/2020, 6/2019, 32/2002. Ο ίδιος λόγος, κατά τη δεύτερη και τρίτη αιτιάσεις του, από τους αριθμούς 11 γ' και 19, αντίστοιχα, της ίδιας, ως άνω διάταξης του ΚΠολΔ, με τις οποίες αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να απορρίψει την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, εναγομένης: α) Δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της αντιδίκου της, κατά την οποία μόνο τρεις από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης αυτή είχε συμπεριλάβει σε προηγούμενη αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 295/2001, αμετάκλητη, απόφαση του Εφετείου.
Και, β) δεν έχει, καθόλου, αιτιολογίες ή ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, άλλως, αντιφατικές, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Και αυτό διότι, για την ίδρυση αμφοτέρων αυτών των αναιρετικών λόγων προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, που η ανωτέρω ένσταση απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη (ΟλΑΠ 44/1990).
Ε. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωσης από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια εκθέτοντας, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή της, τα ακόλουθα: "...Η αντίδικη με τις προτάσεις της επί της δικής της έφεσης (τελευταία σελίδα), εναντίον της έφεσης της εταιρείας μας (σελ.
προτελευταία) και εναντίον της έφεσης της … (σελ. 11), τις οποίες . κατέθεσε την … ενώπιον τον Εφετείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ των επικαλούμενων από αυτήν σχετικών εγγράφων που προσκομίζει επικαλείται και τα με α/α εξής σχετικά της: "Α-24. Αλλαχθείσες σελίδες 69,70,71 της αγωγής, Α-25 Αλλαχθείσες σελίδες 77,78,79 της αγωγής, Α-26 Αλλαχθείσες σελίδες 126 της αγωγής, Α-27 Αλλαχθείσες σελίδες 178 και 179 της αγωγής" Με την τελευταία κοινή προσθήκη - αντίκρουσή μας ενώπιον το Εφετείου για τις τρεις συνεκδικασθείσες εφέσεις (σελ. 41 των προτάσεών μας κατά της έφεσης της αντίδικης) προβάλαμε τα εξής: "4.
Προκαλεί απορία η προσκομιδή με επίκληση των σχ. Α-24 έως Α-27 με τις προτάσεις της αντίδικης, τις οποίες αναφέρει ως "Αλλαχθείσες σελίδες .... της αγωγής" Με βάση ποιο δικονομικό κανόνα η πρώτη αντίδικη (δηλαδή η αναιρεσίβλητη) αλλάζει σελίδες 36 της αγωγής μετά την κατάθεσή της (και συμπληρώνουμε εδώ: και την επίδοσή της).
Αυτός είναι λόγος απόρριψης της αγωγής στο σύνολό της". Η προσβαλλομένη, αν και ώφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τον λόγο αυτόν απαραδέκτου της αγωγής ελλείψει προδικασίας και να απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της, τον παραθεώρησε εντελώς. Διότι δεν θα είχε λόγο η αντίδικη να αναφέρει ότι προσκομίζει αλλαχθείσες σελίδες της αγωγής αν η αλλαγή είχε γίνει πριν την κατάθεση της αγωγής...".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την, αναγκαία , για την έρευνα της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, μετά τον, παραδεκτό, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, περιορισμό του αγωγικού της αιτήματος, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς ορισμένα κονδύλια των κεφαλαίων Α2 και Α3 και συγκεκριμένα, του Α2 υποκεφαλαίου της αγωγής της, από 7.429,25 ευρώ σε 4.081,89 ευρώ και του Α3 υποκεφαλαίου αυτής, από 5.427,93 ευρώ σε 2.917,48 ευρώ, προσκόμισε στο Εφετείο φωτοαντίγραφα των σχετικών σελίδων της πολυσέλιδης (από 179 σελίδες) αγωγής της, αναγράφοντας στα εν λόγω φωτοαντίγραφα, προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου, τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, όπως, πλέον, αυτά διαμορφώθηκαν μετά τον περιορισμό των ανωτέρω κονδυλίων της (ένδικης αγωγής), με τη σημείωση στις προτάσεις της, με τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτά: "Αλλαχθείσες σελίδες".
Επομένως, υπό τα προεκτεθέντα, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος, διότι η προσκομιδή, εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, στο Εφετείο, φωτοαντιγράφων μεμονωμένων σελίδων της ένδικης αγωγής της, με την ένδειξη "αλλαχθείσες σελίδες", στα οποία αυτή είχε αναγράψει όχι τα αρχικώς αιτηθέντα ποσά, αλλά εκείνα μετά τον, κατά τ' ανωτέρω, σύννομο περιορισμό τους και τούτο για πρακτικούς και μόνο λόγους και συγκεκριμένα για να διευκολύνει το Δικαστήριο να εντοπίσει, τις σχετικές αξιώσεις της στο κείμενο του από 179 σελίδες αγωγικού της δικογράφου, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της ένδικης αγωγής, ούτε, ασφαλώς και του σχετικού της αιτήματος.
ΣΤ. Αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε η τελευταία, με προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν: α) η από 04-09-2018 (με αρ. κατάθεσης 3117/2018) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και, β) οι από 30-09-2019 (με αρ. κατάθεσης 89/2019) πρόσθετοι λόγοι της, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "…".
Συνεκδικάζει: α) την από 04-09-2018 (με αρ. κατάθεσης 3117/2018) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", β) τους από 30-09-2019 (με αρ. κατάθεσης 89/2019) προσθέτους λόγους της και, γ) την από 02-10-2018 (με αρ. κατάθεσης 3126/2018) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", κατά της 1775/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους της πρώτης αυτών. Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείουσα, αντίστοιχα, τα δικαστικά έξοδα της κάθε αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε μία.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων, για την άσκηση της καθεμιάς από τις ένδικες αιτήσεις, παραβόλων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ