Legislator Case Law & Legislation
1078/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on seafront title but remands case for substantive trial on second appeal.

Case Number 1078/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Third-Instance Court of Lamia, annulling only the section regarding the seafront title. The court held that while the second appeal requires the Supreme Court to judge the substance, it cannot immediately decide the merits without a new summons. Consequently, the case was remanded for a new substantive hearing while the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3), 581(2), 570(2) of the Code of Civil Procedure; Upon a second appeal, the Supreme Court must judge the substance of the case but cannot refer it back to the court of first instance, instead requiring a new summons for the parties to submit fresh arguments and evidence before a substantive ruling.

Keywords

AI generated
second appeal procedure substantive trial remand seafront title acquisition good faith possession legal costs allocation Code of Civil Procedure annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1078/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωνστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1.Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2.Χ. Α. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 3.Α. συζ. Α. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ασημίνα Αγγελοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2009 αίτηση των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 11-6-2009 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 26/2012 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 12-10-2012 αίτησή του και τους από 22-1-2014 πρόσθετους λόγους. Επ' αυτής εκδόθηκε η 1427/2014 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την από 15-10-2014 κλήση του το αναιρεσείον επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Επ' αυτής εκδόθηκε η 11/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-7-2016 αίτησή του Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παρούσας αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του.

Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφ' όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας από δε την 26- 5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.

Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου, δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης, για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη (ΑΠ 152/2016). Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων είναι και ο αιγιαλός, κατά δε το άρθρο 1 παρ.1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, αιγιαλός είναι η περιστοιχούσα τη θάλασσα χερσαία ζώνη, που βρέχεται από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, χωρίς να απαιτείται επιπλέον να κατακλύζεται από αυτά, είναι δε κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει ως εκ τούτου στο Δημόσιο και προστατεύεται από αυτό.

Ο ισχυρισμός του εναχθέντος με αναγνωριστική ή διεκδικητική αγωγή ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και επομένως ως τοιούτο δεν μπορεί να υποβληθεί στην κυριότητα ιδιώτη, συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός (ΑΠ 88/2007, ΑΠ 721/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ενώ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 544/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένας αγρός που βρίσκεται στη θέση "….." της Κτηματικής Περιφέρειας της τέως Κοινότητας ..., εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 4.195 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση, με το από Απριλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ.

Π., 4.020,99 τ.μ. συνορευόμενο, ανατολικά...με ιδιοκτησία...., δυτικά.... με ιδιοκτησία...., βόρεια....με παραλία και νότια... με ιδιοκτησία.... Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην Μ. χήρα Ε. Κ., θυγατέρα Ι. και Π. Α., στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του ...96/7.12.1969 προικοσυμφώνου συμβολαίου του πρώην συμβολαιογράφου Θ.

Σ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί.... και σε συνδυασμό με το άρθρο 56 του ν. 1329/1983. Η προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου δυνάμει του ...70/6.4.1979 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κ. Γ. που έχει μεταγραφεί νόμιμα.... πώλησε το εν λόγω ακίνητο, το οποίο περιήλθε σε ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου για καθένα εξ αυτών στον Ε.

Χ. (πρώτο αιτούντα), Χ. Α. (δεύτερο αιτούντα) και Ι. Β.. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 24.4.1999 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου από την τρίτη αιτούσα, η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά δυνάμει της ...38/5.4.2000 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μ. Ν., που έχει νόμιμα μεταγραφεί...

σε συνδυασμό με τις ….68/24.8.1999, …67/24.8.1999 και ….67/1999 εκθέσεις αποποιήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών των Α. Κ., Α. Π. και Μ. Π.. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανωτέρω αποβιώσας και όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, κληρονομήθηκε κατά το υπόλοιπο 1/6 εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγο του Α. Β. η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.

Από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού το τελευταίο δεν προσκόμισε τίτλους κτήσεως κυριότητας, ώστε να αποδεικνύει την κυριότητα του. Τα όσα δε ισχυρίζεται περί του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου, αφορούν ακίνητα, τα οποία αποτελούν δημόσια κτήματα, πράγμα που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, που πρόκειται για ιδιωτικό κτήμα.

Περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 186 τ.μ. είναι ιδιοκτησίας του, ως κοινόχρηστο, γιατί εμπίπτει εντός της ζώνης του αιγιαλού, όπως η οριογραμμή αυτού (αιγιαλού) καθορίστηκε με την αριθ.... απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ... και η οποία επικύρωσε σύμφωνα με το άρθρο 3 του α.ν. 2344/1940, την από 17.12.1999 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας και το από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Λουκά Κοντού, με τα οποία καθορίζονται τα όρια του αιγιαλού στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο.

Πλην όμως δεν αποδεικνύεται, πέραν από κάθε αμφισβήτηση ότι ο αιγιαλός που έχει καθοριστεί με την προαναφερόμενη απόφαση της σχετικής επιτροπής και περιλαμβάνει και τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΓΕ στο τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται στο δικόγραφο της κυρίας παρέμβασης είναι όντως αιγιαλός, αφού η εκτίμηση ότι συμβαίνει τούτο στηρίζεται μεν στην από 12 Ιουνίου 2009 τεχνική έκθεση του Γ.

Σ., τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας ..., πλην όμως λόγω του ότι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της εκτάσεως του αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης (ΟλΑΠ 24/2000).

Όμως, το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο φέρει το σχετικό βάρος της αποδείξεως, αφού ο ισχυρισμός αυτού περί του ότι το πιο πάνω τμήμα του επιδίκου αποτελεί τμήμα αιγιαλού, συνιστά ένσταση καταλυτική της υπό κρίση αιτήσεως (ΑΠ 88/2007) δεν εξέτασε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κάποιο μάρτυρα προκειμένου, πέραν των όσων προκύπτουν από την πιο πάνω τεχνική έκθεση, να ενισχύσει με την κατάθεσή του τον ισχυρισμό του περί της ιδιότητας του πιο πάνω τμήματος του ακινήτου, ως αιγιαλού, υπό την έννοια ότι οι μεγαλύτερες και συνηθισμένες αναβάσεις των κυμάτων καταλαμβάνουν το προαναφερόμενο τμήμα του επιδίκου κατακλύζοντας τούτο, αν ληφθεί υπόψη ότι στην προαναφερομένη τεχνική έκθεση ουδόλως γίνεται λόγος για τον κυματισμό της θάλασσας και μέχρι ποιο σημείο ανέρχεται.

Από την παράλειψη όμως αυτή του εκκαλούντος το δικαστήριο αδυνατεί να σχηματίσει εδραία δικανική πεποίθηση περί του ότι το πιο πάνω τμήμα του επιδίκου αποτελεί πράγματι αιγιαλό και επομένως ο πιο πάνω ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, με την ίδια περίπου αιτιολογία δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος της έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Έτερο στοιχείο εξάλλου που ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην συγκυριότητα των εφεσιβλήτων αποτελεί και το γεγονός ότι με την αριθ. 405/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας έχει διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής με την καταχώρηση από την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης" της Α.

Β. ως συγκυρίας του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, περιελθόντος σ' αυτή δυνάμει της με αριθ...... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου …....., του αποθανόντος συζύγου της Ι. Β. χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο είχε κοινοποιηθεί η σχετική αίτηση, να παραστεί στη δίκη και να υποβάλει για το επίδικο ακίνητο τους ισχυρισμούς που προτείνει τώρα στην παρούσα δίκη....".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν, ως δικαιούχοι εγγραπτέου στα κτηματολογικά βιβλία δικαιώματος, να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στην επίδικη έκταση και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον κυρία παρέμβαση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη μείζονα σκέψη: α) κατά το μέρος, και μόνο, που αφορά το τμήμα της μείζονος επίδικης εδαφικής έκτασης, εμβαδού 186 τ.μ., για το οποίο προβλήθηκε από το αναιρεσείον-κυρίως παρεμβαίνον η ένσταση ότι αυτό αποτελεί αιγιαλό, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 2344/1940 εφόσον απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, και συγκεκριμένα, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, απαίτησε ν' αποδείξει το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο όχι μόνο ότι τούτο (τμήμα της μείζονος επίδικης έκτασης) αποτελεί χερσαία ζώνη, που βρέχεται από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, αλλ' επί πλέον, χωρίς να απαιτείται από το νόμο, και ότι κατακλύζεται από αυτά, κατά το βάσιμο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, β) δεν παραβίασε τις διατάξεις 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του ν. 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/15-6-1926 "περί διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", εφόσον, κατά τις παραδοχές του, η υπόλοιπη επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί ιδιωτικό κτήμα, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γ) περιέλαβε, κατά τα λοιπά, στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά την ιδιότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης ως ιδιωτικής και όχι ως δημόσιας, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενώ, κατά τα λοιπά, είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε το, κατά την εκδοχή του αναίρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, ούτε ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τα οποία παρουσιάζεται έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών (ΟλΑΠ 20/2005).

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω με τον ίδιο (πρώτο), κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8). 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. (941,3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 Κωδ. 7,30, ν.

ΙΙ.Κωδ. 7, 32 παρ. 12 , του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους", της από 28.3.1835 Ελληνοτουρκικής Σύμβασης, του άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 "περί βοσκοτόπων", του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και των β.δ. 26/4/8.5.1838, 26-6/8.7.1836 και 2/14.10.1836. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, διότι ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται αν αυτός προτάθηκε νόμιμα ως λόγος έφεσης ενώπιον του Εφετείου, αλλ' ούτε και από την επιτρεπτή επισκόπηση της από 19-5-2010 σχετικής έφεσης του αναιρεσείοντος προκύπτει η νομότυπη προβολή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επ. ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 232/2018). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να επέλθει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με την περί αποδείξεως απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με το ν. 2915/2001 της παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεως απόφασης, με συνέπεια ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, που αφορά την εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης (άρθ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) να μην ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα (προδικαστική) απόφαση, γιατί η κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης γίνεται με αυτήν.

Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Επομένως η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων για τη γέννηση της επίδικης έννομης συνέπειας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 13 του άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 791/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο δε λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001). Με τον τρίτο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και.

συγκεκριμένα, ότι το επίδικο αποτελεί ιδιωτικό κτήμα και δη αγρό, χωρίς να αναφέρει από ποια αποδεικτικά στοιχεία συνήγαγε το συμπέρασμά του. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα και δη τα έγγραφα, από τα οποία το Εφετείο ήχθη στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να απαιτείται η λεπτομερής εξειδίκευση τούτων ή η επιμέρους αξιολόγησή τους.

Συνεπώς ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι ενώ ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος - κυρίως παρεμβαίνοντος περί του ότι η επίδικη έκταση είναι δημόσιο κτήμα αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση και όχι ένσταση, χωρίς επομένως να έχει το βάρος απόδειξής του, εν τούτοις εκείνο αξίωσε την απόδειξη του ισχυρισμού του. Ο αντιταχθείς όμως από το αναιρεσείον περί δημοσίου κτήματος ισχυρισμός σ' εκείνον που προέβαλαν με το εισαγωγικό δικόγραφο της αίτησης τους οι αναιρεσίβλητοι ότι. δηλαδή το επίδικο αποτελεί ιδιωτικό κτήμα, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό εκείνου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος αν αποδειχθεί βάσιμος άγει σε απόρριψη της αίτησής τους.

Συνεπώς, το βάρος απόδειξης τούτου έφερε το αναιρεσείον που τον προέβαλε, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον πρώτο, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η μομφή ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε, ως αόριστο, τον προβληθέντα από το αναιρεσείον ισχυρισμό περί του ότι τμήμα της μείζονος επίδικης εδαφικής έκτασης αποτελεί αιγιαλό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση εφόσον, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο προβληθείς αυτός ισχυρισμός απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αναπόδεικτος και εντεύθεν κατ' ουσίαν αβάσιμος και όχι ως απαράδεκτος.

Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Αρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Αρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ7 ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς το σκέλος της που αφορά το περί αιγιαλού τμήμα της μείζονος επίδικης εδαφικής έκτασης, εμβαδού 186 τ.μ. και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, μετά την προηγηθείσα υπ' αριθ. 1427/2014 απόφαση του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναίρεσείοντος κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 11/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, μόνο ως προς το σκέλος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης.

Κρατεί την υπόθεση, ως προς αυτό, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ