Legislator Case Law & Legislation
1078/2017 AI generated

1078/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1078/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1078/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
departure of spouse marital breakdown spousal consent innocent spouse marriage of convenience non-existent marriage
AI generated
1636/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2121/2014
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
662/2026
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1435/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1060/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1078/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... χλμ της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νούσιο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Ναούμ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16676/2010, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1513/2014, μη οριστική, και 1327/2015, οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/11/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 12/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, και εκτιμώντας, προφανώς, εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004) δηλαδή, οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.

ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση, ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δέχθηκε, ότι στην ένδικη κατ’ αυτής αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής του οφειλομένου στον τελευταίο τιμήματος των προς αυτή πωληθέντων εμπορευμάτων διελαμβάνετο επίκληση καθορισμού δήλης ημέρας εξοφλήσεως αυτού (τιμήματος) παρά την ανυπαρξία τέτοιας επικλήσεως, είτε με την αγωγή, είτε με τις επ’ αυτής κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του (με αριθμ. καταθ. .../27-1-95) ενδίκου αγωγικού δικογράφου και ιδίως από την περικοπή αυτού, ότι "..επειδή πρέπει να υποχρεωθεί η αντίδικος (αναιρεσείουσα) να καταβάλλει εις εμέ το ποσό των 7.037.720 δραχμών νομιμοτόκως από 1-3-90 (ένα μήνα μετά την έκδοσιν του επιδίκου (...-1-90) τιμολογίου πωλήσεως άλλως από την επίδοσιν της αγωγής" προκύπτει η δι’ αυτού (δικογράφου) επίκληση της μη ρητώς μεν διατυπουμένης αλλά εμμέσως, πλην σαφώς, συναγομένης συμφωνίας καθορισμού δήλης ημέρας καταβολής του πιστωθέντος τιμήματος, οριζομένης "σε ένα μήνα μετά την έκδοσιν (29-1-90) του επιδίκου τιμολογίου".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 444 παρ. 1 περ. α, β και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, τα νομοτύπως τηρούμενα από τους εμπόρους εμπορικά βιβλία αποτελούν, μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία, πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σ’ αυτά, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004).

Ούτε, δε, ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση, ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπομένων αμέσως από το νόμο επωνύμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 81/207 ΑΠ 479/10).

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση, ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και, ειδικότερα, δεν δέχθηκε, κατά παράβαση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 447 ΚΠολΔ, την, έναντι όλων (συμπεριλαμβανομένου και του αναιρεσιβλήτου), πλήρη απόδειξη (αυξημένη αποδεικτική δύναμη) των εγγραφών, που διαλαμβάνονται στο νομοτύπως τηρούμενο απ’ αυτήν εμπορικό βιβλίο του Αναλυτικού Καθολικού Ημερολογίου, το οποίο (βιβλίο) μετ’ επικλήσεως προσκομίσθηκε απ’ αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξή του προς απόκρουση της κατ’ αυτής αγωγής, προβληθέντος από την ίδια ισχυρισμού αποσβέσεως της ένδικης οφειλής με την, κατά την 3-2-98 καταρτισθείσα, σύμβαση εξωδίκου συμβιβασμού, "με την οποία συμφωνήθηκε να θεωρηθεί εξοφληθείσα η αγωγική αξίωση του αντιδίκου (αναιρεσιβλήτου) και σε αντάλλαγμα να συνεχιστεί η εμπορική συνεργασία με την εκ μέρους μας (αναιρεσείουσας) αγορά προϊόντων από τον αντίδικο...".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που απορρέει από τη μη εξειδίκευση των διαλαμβανομένων στο επικαλούμενο ως άνω απόσπασμα (του αναλυτικού καθολικού ημερολογίου) και αφορωσών την ένδικη συναλλαγή εγγραφών μετά των αντιστοίχων ενδείξεων, για την πληρότητα του οποίου, δεν εξαρκεί η επίκληση "ότι κατά την 10-3-98 εμφανίζεται η ένδειξη "προηγούμενο υπόλοιπο" αφού, κατά τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, η κατάρτιση του εξωδίκου συμβιβασμού έλαβε χώρα στις 3-2-98, χρονολογία, η οποία ουδόλως ισχυρίζεται αυτή (αναιρεσείουσα), ότι έχει εγγραφεί στο προσκομισθέν ως άνω απόσπασμα με την αντίστοιχη ένδειξη της συμβάσεως του εξωδίκου συμβιβασμού, ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ιδίως, από την παραδοχή αυτής, ότι "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης (αναιρεσείουσας) περί απόσβεσης της ως άνω οφειλής με εξώδικο συμβιβασμό", προκύπτει η μη κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως εξωδίκου συμβιβασμού, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται μεν ότι καταρτίστηκε δεν αποδεικνύει όμως ότι έχει εγγραφεί με τον απαραίτητο προσδιορισμό (είδος συναλλαγής, ημεροχρονολογία κατάρτισης) στο προσκομισθέν απόσπασμα του αναλυτικού ημερολογίου, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυξημένη αποδεικτική δύναμη εγγραφής μη διαλαμβανομένης στο παραπάνω εμπορικό βιβλίο, την οποία ορθώς δεν δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση αρκεσθείσα στη μη απόδειξη της παραπάνω συμβάσεως (από την έχουσα το σχετικό βάρος απόδειξης ενισταμένη-αναιρεσείουσα) εκ των προσκομισθέντων λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1060/2014, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/2013). Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ "σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις εμπόρων, βιομηχάνων και χειροτεχνών για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν" κατά δ’ αυτές των άρθρων 251 και 253 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, στις περιπτώσεις όμως που αναφέρονται στο άρθρο 250 η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η πιο πάνω, από το άρθρο 250 οριζόμενη, αφετηρία αυτής.

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 261 και 270 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, αρχίζει δε και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος που πέρασε ως τη διακοπή, από το τέλος της οποίας αρχίζει νέα παραγραφή. Στις περιπτώσεις, ειδικότερα του άρθρου 250, η νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή (270 εδαφ.

β ΑΚ). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται σαφώς ότι, για τις αξιώσεις του άρθρου 250 του ΑΚ, επί διακοπής της παραπάνω πενταετούς παραγραφής αυτών με την έγερση της σχετικής αγωγής, η νέα παραγραφή αρχίζει, όχι αμέσως από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, αλλά από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η διαδικαστική αυτή πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 εδαφ.

β του ΑΚ.

Συνεπώς, για την προβλεπόμενη στο άρθρο 250 αρ. 1 ΑΚ πενταετή παραγραφή, που αφορά αξιώσεις των εμπόρων από την πώληση εμπορευμάτων, εφαρμόζεται, ως προς την έναρξη της νέας παραγραφής, μετά προηγούμενη διακοπή αυτής, η ειδική ως προς αυτές διάταξη του άρθρου 270 εδαφ. β του ΑΚ, και όχι αυτή του άρθρου 261 του ιδίου Κώδικα, η οποία αφορά γενικά τις αξιώσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται από το νόμο διαφορετική ρύθμιση, όπως συμβαίνει με τη ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 270 εδαφ.

β ΑΚ, που αναφέρεται ειδικά στις αξιώσεις του άρθρου 250 ΑΚ για τις οποίες ορίζεται ότι η νέα, μετά διακοπή, παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή. (Ολ. ΑΠ 15/1992, ΑΠ 600/2013, ΑΠ 511/2010, ΑΠ 1912/1999, αντ.1357/1989). Κατ’ ακολουθίαν αυτών κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 261 ΑΚ απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την, προς απόκρουση της ένδικης ως άνω αγωγής του αναιρεσιβλήτου προταθείσα απ’ αυτήν, ένσταση πενταετούς παραγραφής του αρθ. 250 αρ. 1 ΑΚ δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προβαλλομένη αιτίαση, πλην όμως ορθώς, κατά τα προεκτεθέντα) ότι ως προς το χρόνο ενάρξεως της νέας, μετά προηγηθείσα διακοπή, παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρο 270 εδαφ.

β ΑΚ, που προβλέπει την (μετά διακοπή) έναρξη αυτής από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα το διακοπτικό γεγονός και όχι αυτή του άρθρου 261 ΑΚ κατά την οποία η έναρξη της διακοπείσης ως άνω παραγραφής αρχίζει αμέσως μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Από τη διάταξη του άρθρου 397 εδαφ.

α ΚΠολΔ, η οποία τυγχάνει εφαρμοστέα ως εκ του χρόνου συζητήσεως της ενδίκου υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας, προκύπτει ότι, η μη έγκαιρη γνωστοποίηση από το διάδικο που επισπεύδει τη διεξαγωγή της αποδείξεως στον αντίδικό του των εξετασθησομένων μαρτύρων συνεπάγεται την ακυρότητα της εξέτασης αυτών (μαρτύρων), ως διαδικαστικής πράξεως, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 αρ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο όταν επήλθε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 246/10) σχετική κρίση του δικαστηρίου, στο διάδικο βλάβη, που πρέπει αυτός να προτείνει στο δικαστήριο, με τον προσδιορισμό των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 606/06, ΑΠ 219/88), η οποία δεν δύναται να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. (ΑΠ 219/88, ΑΠ 616/86).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 400 εδ. 3, 401 εδ. 2 και 403 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, μόνη η ιδιότητα του μάρτυρα ως συζύγου, τέκνου ή άλλου συγγενούς κάποιου διαδίκου δεν αποτελεί λόγο εξαιρέσεως, εφόσον δεν συνδέεται και με συγκεκριμένο συμφέρον του μάρτυρα, το οποίο εξαρτάται από το αποτέλεσμα της δίκης και είναι αναγκαία συνέπεια αυτής, η συνδρομή δε τούτου εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρκούσης γι’ αυτό και της πιθανολογήσεως (ΑΠ 1530/2003, ΑΠ 248/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933 979 Κ.Πολ.Δ. και των πρόσθετων λόγων αυτών, της προβολής των αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 1014/10) καθώς και (το παραδεκτό) της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο, που, κατά παράβαση του αρθ.623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 412/1999).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση (16676/2010 ΠΠρΘ), την νομοτύπως από την ίδια προταθείσα, ένσταση ακυρότητας των καταθέσεων των ενώπιον του αρμοδίου εισηγητή δικαστή εξετασθέντων μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, απορρέουσας από την μη εμπρόθεσμη (προ 24 ωρών) γνωστοποίηση αυτών (μαρτύρων) στην ίδια συνεπαγομένη την πρόκληση, μη δυναμένης να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη αυτής (ακυρότητας), βλάβης η οποία συνίσταται στην "απώλεια άσκησης των δικονομικών μας δικαιωμάτων, όπως οι ενστάσεις εξαιρέσεως των μαρτύρων και ειδικότερα της πρώτης εξετασθείσης Ε.

Ν. που είναι σύζυγός του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου". Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, με εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει με τον κρινόμενο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται, ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, διότι στις 27.2.2008 πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο ενάγων-εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος) γνωστοποίησε με προφορική δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στην έκθεση εξέτασης, τα στοιχεία των μαρτύρων του Ε.

Ν. και Α. Ρ. και προχώρησε στην εξέτασή τους αυθημερόν, χωρίς να μεσολαβήσει από τη γνωστοποίηση και έως την εξέτασή τους η 24ωρη προθεσμία που επέτασσε η εφαρμοστέα κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων της κρινόμενης υπόθεσης διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 ΚΠολΔ. ‘ Ότι περαιτέρω από την ως άνω παράλειψη αυτή υπέστη δικονομική βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των άνω καταθέσεων, καθόσον στερήθηκε τη δυνατότητα άσκησης του δικονομικού δικαιώματός της περί εξαίρεσης των προμνησθέντων μαρτύρων, αφού δεν πληροφορήθηκε έγκαιρα, παρά μόνο μετά την όρκιση της πρώτης μάρτυρος, ότι αυτή είναι σύζυγος του ενάγοντος και ,ως εκ τούτου, εξαιρετέα κατ’ άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ (επειδή έλκει συμφέρον από την δίκη).

‘ Εχοντας υπόψη τις προεκτεθείσες αιτιολογίες, ο εν λόγω ισχυρισμός-λόγος έφεσης είναι απορριπτέος με τις εξής διακρίσεις. ‘ Οσον αφορά στο δεύτερο μάρτυρα απόδειξης Α. Ρ. ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι η εναγομένη-εκκαλούσα δεν επικελέστηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν λόγο εξαίρεσης του ανωτέρω μάρτυρα και συνακόλουθα δικονομική βλάβη της από την αδυναμία άσκησης του σχετικού δικαιώματός της.

Προσέτι, όσον αφορά στην πρώτη μάρτυρα Ε. Ν. είναι μη νόμιμος, διότι μόνη η ιδιότητα της συζύγου του ενάγοντος δεν μπορεί να αποδώσει τη συνδρομή στο πρόσωπό της του "άμεσου" συμφέροντος από την έκβαση της παρούσας δίκης (ΑΠ 248/2009 Ιστοσελίδα Νόμος), που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, ώστε να θεωρηθεί αυτή εξαιρετέα μάρτυρας...".

‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει την ακυρότητα των καταθέσεων των εκπροθέσμως γνωστοποιηθέντων μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου Ε. Ν. και Α. Ρ. απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας ως αόριστη μεν αναφορικά με το μάρτυρα Α. Ρ. ως μη νόμιμη δε αναφορικά με τη μάρτυρα Ε.

Ν. με τις υποστηρίζουσες τις παραδοχές αυτές αιτιολογίες αφενός της μη εξειδίκευσης κατά τρόπο συγκεκριμένο των θεμελιωτικών της επικληθείσας βλάβης πραγματικών περιστατικών (ως προς το μάρτυρα Α. Ρ.) και αφετέρου, ότι "μόνη η ιδιότητα της συζύγου του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου δεν μπορεί να θεμελιώσει τη συνδρομή του αμέσου συμφέροντος από την έκβαση της παρούσας δίκης που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 ΚΠολΔ" οι οποίες κρίνονται ορθές αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για μεν την πληρότητα του από τις διατάξεις των άρθρων 159 αρ. 3 και 397 παρ. 1 ΚΠολΔ ισχυρισμού απαιτείται η εξειδίκευση, κατά τρόπο συγκεκριμένο, των θεμελιωτικών της, εκ της εκπροθέσμου γνωστοποιήσεως των μαρτύρων, προκληθείσας βλάβης (ΑΠ 606/06), για δε τη νομικά βασιμότητα της από τη διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 ΚΠολΔ ενστάσεως κατά της εξετάσεως προτεινομένου μάρτυρα δεν εξαρκεί μόνη η επίκληση της ιδιότητας αυτού ως συγγενούς (συζύγου κλπ) του διαδίκου αλλά απαιτείται η εξειδίκευση της συνδέσεως αυτού με συγκεκριμένο συμφέρον να αποβεί η δίκη υπέρ του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 248/09, ΑΠ 1530/03).

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 23-11-05 και με αριθμ. .../15, αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." προς αναίρεση της 1327/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ