Legislator Case Law & Legislation
1078/2016 AI generated

1078/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1078/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1078/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αμέσως ανωτέρω κρίση της και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθεία ή εκ πλαγίου, των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Keywords

AI generated
cannabis trafficking cannabis consumption freight carrier liability unlawful drug possession importer liability dangerous substance
AI generated
932/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
2662/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
1353/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
2501/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
1416/2020
Στην Αθήνα, σε άγνωστους χρόνους, σε κάθε, δε περίπτωση εντός του τελευταίου μήνα πριν την σύλληψη του στις 26.5.2010, εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται 26.6.2010), ενεργώντας από κοινού με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του και με κοινό δόλο, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, αγόρασε από άγνωστο πρόσωπο, αντί αγνώστου ποσού, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο αγόρασε από άγνωστο άτομο, με σκοπό την εμπορία, ποσότητα κάνναβης, μέρος της οποίας αποτελεί η κατασχεθείσα ποσότητα κάνναβης σε τρεις (3) νάιλον συσκευασίες συνολικού μικτού βάρους δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο (2.772) γραμμαρίων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1078/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Λ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελισάβετ Βλάχου - Διακάτου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 813/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1088/2015.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1-12-14 (αριθμ. εκθ. 85/14) αίτηση του Ε. Λ. του Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 813/14 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ότι είναι τοξικομανής ή περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε" ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ" αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, που, δικάζοντας κατ" έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ" είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας και αναγνωσθέντα έγγραφα), ότι, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, που κατωτέρω αναφέρεται ως δεύτερος κατηγορούμενος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με προς τούτο θέληση και γνώση, τέλεσαν τα παρακάτω εγκλήματα:

Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Λ. του Μ., στη … στις 15-2-2007 μετά από προφορική σύμβαση αγοραπωλησίας, που κατάρτισε με άτομο αλβανικής υπηκοότητας, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, έλαβε στην κυριότητα του, αντί του συμφωνηθέντος αγνώστου τιμήματος που κατέβαλε στον πωλητή, ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους 88,1 gr, που του παρέδωσε ο τελευταίος (πωλητής) μέσω του πρώτου κατηγορουμένου γιου του.

Στη συνέχεια έδωσε εντολή στο γιό του και συγκεκριμένα στον πρώτο κατηγορούμενο Μ. Λ. του Ε. να μεταβεί στο σταθμό ... και να παραδώσει στους υπαλλήλους του εν λόγω ΚΤΕΛ προς μεταφορά στον Α. Κ., με το δρομολόγιο από ... την 15.00 ώρα της ίδιας ημέρας, ένα δέμα, το οποίο περιείχε την ως άνω ναρκωτική ουσία, προκειμένου να μεταφερθεί αυτή από τη Θεσσαλονίκη στον Πειραιά και από εκεί, μέσω πλοίου στη νήσο Πάρο.

Παράλληλα κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο, με πειθώ, έντονες προτροπές και παρακλήσεις, έπεισε τον πρώτο κατηγορούμενο γιό του Μ. Λ., να παραλάβει την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και να έχει αυτή στη φυσική εξουσίασή του, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει......

Είναι δε τα φυτικά αποσπάσματα της ακατέργαστης ινδικής κάνναβης ναρκωτικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, ιδιότητα την οποία γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι εξ αρχής ομολόγησαν τις προπεριγραφόμενες ενέργειες τους. Περαιτέρω από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι, χωρίς να είναι άτομα εξαρτημένα από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορούσαν να αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, αλλά έχρειζαν ειδικής προς τούτο μεταχείρισης, με πρόθεση ενεργώντας τέλεσαν στους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους τις αποδιδόμενες σε αυτούς αξιόποινες πράξεις, α) αγοράς, β) ηθικής αυτουργίας σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών, γ) εντολής προς αποστολή δέματος με ναρκωτικά ο δεύτερος από αυτούς......

όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Αντίθετα δεν αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προόριζε τη συγκεκριμένη ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ινδικής κάνναβης για δική του αποκλειστικά χρήση, αφού κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία επίσης δεν προέκυψε και η βασιμότητα ότι ήταν εξαρτημένος από τη χρήση της κάνναβης, για την οποία, άλλωστε, ο ίδιος, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "είχα και παλιά πάθος με τα ναρκωτικά.

Πάνω από είκοσι χρόνια έχω πρόβλημα. Από τότε που έπιασαν τα παιδιά τα σταμάτησα", χωρίς παράλληλα να ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε σε ειδική προς τούτο μεταχείριση. Κατόπιν τούτων οι ανωτέρω ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου πρέπει ν’ απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι...... Ενόψει των εκτεθέντων οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, που περιγράφονται στο διατακτικό και αφορούν την ίδια ποσότητα, αναγνωριζομένης της συνδρομής στο πρόσωπο τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ του ΠΚ αντίστοιχα, όπως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Όσον αφορά όμως τα αιτήματα των κατηγορουμένων να αναγνωριστεί επιπλέον...... η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84... ΠΚ... και στο δεύτερο τούτων της παρ. 2 δ’ του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθόσον από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις δεν προέκυψαν ούτε άλλωστε...... αποδείχτηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ειλικρινούς έμπρακτης μετάνοιας του δεύτερου κατηγορουμένου, καθώς και ότι ο τελευταίος επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, όπως αορίστως υποστηρίζεται από τη συνήγορο υπεράσπισης του".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, ήτοι αγοράς, εντολής για αποστολή και ηθικής αυτουργίας σε κατοχή της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών (88,1 gr ακατέργαστης ινδικής κάνναβης) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στη … στις 15-02-2007, με πρόθεση ενεργώντας, αγόρασε, δηλαδή έλαβε στην κυριότητα του αντί τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος από άλλον, ναρκωτικά, δηλαδή ουσίες τεχνητές ή φυσικές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Συγκεκριμένα, κατόπιν συμβάσεως την οποία συνήψε με άτομο τα στοιχεία της ταυτότητας του οποίου παραμένουν εισέτι άγνωστα, έλαβε στην κατοχή του, δια του υιού του και συγκατηγορούμενού του, Μ. Λ., αντί αγνώστου τιμήματος, άγνωστη ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης, τουλάχιστον βάρους ογδόντα οχτώ γραμμαρίων και ενός δεκάτου του γραμμάριου (88,1 γραμμ).

Β. Έδωσε εντολή σε άλλον να αποστείλει εν γνώσει του δέμα, το οποίο περιείχε ναρκωτικά, δηλαδή ουσίες τεχνητές ή φυσικές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ£ αυτές. Συγκεκριμένα, έδωσε εντολή στον υιό του και συγκατηγορούμενό του, Μ. Λ., να ... και να παραδώσει στους υπάλληλους του παραπάνω ΚΤΕΛ προς μεταφορά στον Α. Κ., με το δρομολόγιο από ... των 15:00’ της ιδίας ημέρας, ένα δέμα, το οποίο περιείχε ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης, βάρους ογδόντα οκτώ γραμμαρίων και ενός δεκάτου του γραμμαρίου (88,1 γραμμ).

Γ. Προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της κατοχής ναρκωτικών, δηλαδή ουσιών τεχνητών ή φυσικών που δρουν στο νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ’ αυτές, την οποία πράξη και τέλεσε. Συγκεκριμένα, έπεισε κατόπιν εντόνων προτροπών και παρακλήσεων του, τον υιό του και συγκατηγορούμενό του, Μ. Λ., να κατέχει, δηλαδή να έχει στη φυσική εξουσίασή του, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει, ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης, βάρους ογδόντα οκτώ γραμμαρίων και ενός δεκάτου του γραμμαρίου (88,1 γραμμ)".

Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 α του ΠΚ και 20 παρ. 1, 2, 3 του ν. 4139/2013, τις οποίες, ως ευνοϊκότερες αυτών που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αρθρ 20 παρ. 1 του ν. 3459/2006 - ΚΝΝ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, με τις παραδοχές ότι "... δεν αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προόριζε τη συγκεκριμένη ποσότητα των φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης για δική του αποκλειστικά χρήση, αφού κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία επίσης δεν προέκυψε και η βασιμότητα ότι ήταν εξαρτημένος από τη χρήση της κάνναβης, για την οποία, άλλωστε, ο ίδιος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "είχα και παλιά πάθος με τα ναρκωτικά.

Πάνω από είκοσι χρόνια έχω πρόβλημα. Από τότε που έπιασαν τα παιδιά τα σταμάτησα", χωρίς παράλληλα να ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε σε ειδική προς τούτο μεταχείριση...", το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και μετά από συνεκτίμηση όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων απέρριψε τον δια της συνηγόρου του αναιρεσείοντα προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό αυτού ότι τέλεσε την πράξη της προμήθειας της αναφερομένης στο σκεπτικό ποσότητας ναρκωτικών για δική του αποκλειστικά χρήση και μάλιστα ως τοξικομανής άλλως ως μη τοξικομανής (αρθρ. 29 παρ. 1 και 30 παρ. 1, 4α ν. 4139/2013), ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε η ανωτέρω απορριπτική του εν λόγω ισχυρισμού κρίση του.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αμέσως ανωτέρω κρίση της και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθεία ή εκ πλαγίου, των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Οι εκτιθέμενες στον λόγο αυτό λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ), που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος αγοράζει, κατέχει ναρκωτικά ή δίδει εντολή σε άλλον για αποστολή δέματος που περιέχει ναρκωτικά...".

Με το νεότερο νόμο 4139/20-3-2013, που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και εφαρμόσθηκε εν προκειμένω ως ευνοϊκότερος για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, ορίζονται σχετικά τα παρακάτω στο αντίστοιχο άρθρο αυτού "άρθρο 20: Διακίνηση ναρκωτικών 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23 διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη, με την οποία συντελείται η κυκλοφορία των ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως... η αγορά... η αποστολή... η κατοχή... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης.

Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου νόμου "Όποιος, για δική του αποκλειστικά χρήση, με οποιονδήποτε τρόπο προμηθεύεται ή κατέχει ναρκωτικά, σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση...

τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) μηνών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 82 παρ. 1 εδ. β’ και 2 ΠΚ, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

Το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση ενώ, κατά την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, η μετατροπή κατά τις προηγούμενες παραγράφους αποκλείεται στις περιπτώσεις καταδίκης για έγκλημα εμπορίας ναρκωτικών. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "εμπορία ναρκωτικών", ούτε αυτή αναφέρεται με οποιαδήποτε έννοια τόσο στο ν. 3459/2006 (ΚΝΝ) όσο και στο ν. 4139/2013.

Από την όλη όμως διατύπωση των παραπάνω διατάξεων και το σκοπό που επιδιώκουν να πλήξουν, δηλαδή την κυκλοφορία και διάδοση των ναρκωτικών για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, συνάγεται ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται υπό ευρεία έννοια, που υπερακοντίζει τον ορισμό των αντικειμενικώς εμπορικών πράξεων και καταλαμβάνει κάθε πράξη, με την οποία συντελείται ή διευκολύνεται η πραγματοποίηση της κυκλοφορίας απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών από άτομο σε άτομο με οποιαδήποτε αιτία (εμπορική ή μη).

Επομένως, υπό την έννοια αυτή συνιστούν εμπορία ναρκωτικών τόσο η παράνομη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από άτομο σε άτομο με οποιαδήποτε αιτία, όσο και οι πράξεις που εξασφαλίζουν την ύπαρξη των ουσιών αυτών και γενικώς που διευκολύνουν την κατά τον άνω τρόπο διακίνηση τους, στις οποίες συγκαταλέγεται και η υπό τις ανωτέρω μορφές διακίνηση ναρκωτικών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση προμήθειας ή κατοχής για αποκλειστική χρήση του δράστη (αρθρ. 29 ν. 4139/13).

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων προμηθεύτηκε την ένδικη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (88,1 gr ακατέργαστης ινδικής κάνναβης) για δική του αποκλειστικά χρήση και στη συνέχεια, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί συνδρομής στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων του άρθρου 29 παρ. 1 ν. 4139/2013, τον καταδίκασε για διακίνηση αυτής και δη για αγορά, εντολή προς αποστολή και i ηθική αυτουργία σε κατοχή αυτής, ήτοι για πράξεις που συνιστούν εμπορία ναρκωτικών εφόσον εξασφαλίζουν την ύπαρξη αυτών και διευκολύνουν τη διακίνηση τους, ορθά και με την προσήκουσα, περιεχόμενη στο σκεπτικό περί ενοχής, αιτιολογία δεν μετέτρεψε την επιβληθείσα σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) ποινή των δύο (2) ετών φυλάκισης σε χρηματική, αφού η μετατροπή της εμπίπτει στην απαγόρευση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 82 παρ. 10 ΠΚ.

Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την περί μη μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής διάταξη της για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 82 παρ. 1, 2 και 10 ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-14 (αριθμ. εκθ. 85/14) αίτηση του Ε. Λ. του Μ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στη …, οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 813/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ