Legislator Case Law & Legislation
1078/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding non-binding nature of voluntary jurisdiction decisions in civil proceedings.

Case Number 1078/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, which held that a prior judgment from voluntary jurisdiction proceedings did not constitute res judicata. The appellant argued the lower court erred by failing to recognize the binding force of the earlier ruling on the husband's mental capacity. The court ruled that decisions from voluntary jurisdiction processes lack the binding effect of res judicata in subsequent ordinary civil trials unless they explicitly determine substantive rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321 et seq. of the Code of Civil Procedure; Decisions from voluntary jurisdiction proceedings do not constitute res judicata in ordinary civil trials unless they explicitly determine substantive rights or legal relations.

Keywords

AI generated
res judicata voluntary jurisdiction ordinary procedure binding force mental capacity non bis in idem substantive rights

Cited Legislation

AI generated
Article 57 of the Code of Civil Procedure
Article 59 of the Code of Civil Procedure
Articles 914, 932 of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 362, 363 of the Penal Code
Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 16 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1078/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. θυγ. Γ. -Φ. Ζ., συζ. Γ. Μ., κατοίκου ... και 2. Ν. Ζ. του Γ.-Φ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Πούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4156/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 8-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 57 του Α. Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Περαιτέρω, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ., θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση της υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, παραμένει, όμως, η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 του Π.Κ.

περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νομίμου εξουσίας ή την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως εμφαίνεται στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως αυτού που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Η τελευταία διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ., για την ενότητα της εννόμου τάξεως, εφαρμόζεται, αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ., ώστε αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ.), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Ο Γ. Φ. Ζ., σύζυγος της εναγομένης... μετά της οποίας αυτός είχε τελέσει κατά το έτος 1976 δεύτερο γάμο, ήγειρε κατά των εναγόντων..., τέκνων του εκ του πρώτου γάμου, την από 11-4-2003 αγωγή του προς ακύρωση, ένεκεν απάτης γονικής παροχής συσταθείσας δυνάμει του .../2002 συμβολαίου του...,στην οποία...

διέλαβε επί λέξει ότι : "... Ούτω τα τέκνα μου Ν. και Φ. Ζ. εκμεταλλευόμενοι την μειωμένη πνευματική μου ικανότητα και την εμπιστοσύνη μου στο πρόσωπό των με παρέπεισαν και μου παρέστησαν ότι τους μεταβιβάζω με το υπ’ αριθμ. .../2002 συμβόλαιο μόνο το υπ’ αριθμ. … ακίνητο, όπως ήταν η αληθής μου βούληση και μου απέκρυψαν ότι με το ίδιο συμβόλαιο τους μεταβίβαζα και το υπ’ αριθμ.

….όπερ δεν ήταν στη βούλησή μου. Απόδειξη δε της παράνομης μεθόδευσης των εναγομένων, αποτελεί και η δήθεν δήλωσή μου που περιέλαβαν στο παραπάνω συμβόλαιο σύμφωνα με την οποία παραιτούμαι από κάθε δικαίωμα αγωγής για διάρρηξη και ακύρωση της σύμβασης γονικής παροχής γιατί δήθεν δεν υπερβαίνει ούτε εξαντλεί το λογικό μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και συνεπώς δεν αποτελεί δωρεά εν όλω ή εν μέρει κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ...

Δυστυχώς όμως έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στα τέκνα μου Ν. Ζ. και Φ. Ζ. ότι αυτά θα είχαν ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες μου, ώστε να εκπληρωθεί η πλειστάκις διατυπωθείσα δίκαιη και εύλογη βούλησή μου, πίστευσα στις διαβεβαιώσεις των ότι το συνταχθέν συμβόλαιο αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την μεταβίβαση σε αυτούς της ψιλής κυριότητας εξ αδιαιρέτου του υπ’ αριθμ.

… ακινήτου και σκοπίμως προκάλεσαν την δήλωση βουλήσεώς μου εκ πλάνης δημιουργηθείσης συνεπεία της απάτης των με συνέπεια να υπογράψω το παραπάνω συμβόλαιο, νομίζοντας εσφαλμένα ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες...". Οι ανωτέρω αγωγικοί ισχυρισμοί, όπως απεδείχθη, υπήρξαν ψευδείς και η αλήθεια ήτο ότι ο πατήρ των εναγόντων (τότε εναγομένων) ουδόλως παρεπλανήθη ως προς το περιεχόμενο του συμβολαίου ουδέ παρεπείσθη σχετικώς, δοθέντος ότι όντως ηθέλησε να περιέλθουν, αιτία γονικής παροχής, στους τελευταίους αμφότερα τα ακίνητα και όχι μόνον το υπ’ αριθμόν … ακίνητο.

Την αναλήθεια των αγωγικών ισχυρισμών γνώριζε και απεδέχθη ο πατήρ ο οποίος δι’ ιδιοχείρου επιστολής του προς τους ενάγοντες...επιβεβαίωσε την πραγματική βούλησή του περί μεταβιβάσεως προς αυτούς αμφοτέρων των ακινήτων και επέρριψε, αμφισβητών απλώς τον δόλο του, την ευθύνη στην εναγομένη σύζυγό του.

Παραλλήλως, ο ίδιος, αποδίδων στην εναγόμενη ότι εξ αιτίας της ενεπλάκη σε δικαστική διένεξη μετά των εναγόντων τέκνων του, ήγειρε εναντίον της αγωγή διαζυγίου και δήλωσε νομοτύπως παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής περί ακυρώσεως της γονικής παροχής και του εξ αυτής δικαιώματος. Κατά τα επίσης αποδειχθέντα, η εναγόμενη εν γνώσει της προκάλεσε στον σύζυγό της, μετά πειθούς και φορτικότητος, την απόφαση να ενασκήσει την ακυρωτική αγωγή η οποία εμπεριείχε τους ψευδείς ισχυρισμούς και περαιτέρω, ενεργούσα ως δικαστική συμπαραστάτιδά του, επανέφερε, δια της από 18-3-2005 κλήσεως, την αγωγή εκ νέου προς συζήτηση, καίπερ γνώριζε ότι ο σύζυγός της είχε ήδη κάμει παραίτηση εξ αυτής.

Ωσαύτως, η εναγομένη στις κατατεθείσες επί της αγωγής προτάσεις επανέλαβε τους ψευδείς αγωγικούς ισχυρισμούς και επί πλέον ανέφερε αυτολεξεί ότι "...Οι εναγόμενοι δεν δίστασαν κάνοντας χρήση του παραπάνω πληρεξουσίου να χαλκεύσουν αναληθή γεγονότα που ουδόλως αναφέρονται σε αυτό επεμβαίνοντας σε μία τόσο προσωπική υπόθεση και παρά την σοβαρή ασθένειά μου άσκησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους...

την από 6-7-2003 φερομένη αγωγή μου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...με την οποία ζητώ την λύση του γάμου μου με την Μ. Γ. για λόγους που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ούτε εκφράζουν στο ελάχιστο την αληθή μου βούληση...". Άπαντες οι εκτεθέντες στην ακυρωτική αγωγή και τις επ’ αυτής προτάσεις ψευδείς ισχυρισμοί ημπορούσαν να θίξουν και πράγματι έθιξαν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων...δοθέντος ότι προσάπτουν σ’ αυτούς την μομφή ότι εκδήλωσαν και δη προς τον πατέρα τους απατηλή συμπεριφορά η οποία καταδεικνύει ηθική απαξία και επισύρει την κοινωνική αποδοκιμασία.

Η εναγομένη ισχυρίσθηκε κατ’ ένσταση εκ του άρθρου 367 ΠΚ ότι περιέλαβε τους άνω ισχυρισμούς προς διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος ως εκ της ρηθείσας ιδιότητός της. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος πλην απεδείχθη, κατ’ αντένσταση, από τους ενάγοντες ότι οι άνω δυσφημιστικοί ισχυρισμοί ήσαν ψευδείς και η εναγομένη γνώριζε τούτο.

Σημειούται ότι από την 1160/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ο σύζυγος και πατήρ των διαδίκων ετέθη υπό δικαστική συμπαράσταση, δεν παράγεται δεδικασμένο ως προς το αντικείμενο της παρούσης δίκης, όπως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, διότι οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ημπορούν να έχουν ως αντικείμενό τους δεσμευτική διάγνωση ιδιωτικών δικαιωμάτων ούτε ως κύριο ούτε ως προδικαστικό ζήτημα και εξ αυτού του λόγου δεν εφαρμόζονται στην εκουσία δικαιοδοσία τα περί δεδικασμένου άρθρα 322, 331 Κ.Πολ.Δ.

Υπό τα αποδειχθέντα, το Πρωτοδικείο ορθώς κατέληξε στην παραδοχή ότι η εναγομένη κατέστη, εξ αμέσου δόλου, ηθικός αυτουργός προσέτι δε φυσικός αυτουργός της τελεσθείσας εις βάρος των εναγόντων εγκληματικής πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως (ΑΚ 914, ΠΚ 27 παρ.2, 46 παρ.1,363) και έκρινε αυτήν υπόχρεη προς αποκατάσταση της προσγενομένης σ’ αυτούς (μη περιουσιακής) ζημίας.

Εν όψει των περιγραφεισών περιστάσεων του αδικήματος... .το Εφετείο κρίνει ότι προσήκει σε έκαστον εξ αυτών (εναγόντων), εύλογη...χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 5.000 ευρώ...

Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έσφαλε καθώς προσδιόρισε στο ποσόν 30.000 ευρώ την χρηματική ικανοποίηση εκάστου εκ των εναγόντων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές κατ’ αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας και μετ’ εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας στην καταβολή ποσού 5.000 ευρώ σε καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 362, 363 και 367 του Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως, ως άνω, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος των αναιρεσιβλήτων, με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της εκ της διατάξεως του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ.

ενστάσεως της αναιρεσείουσας, ενώ η διάταξη του άρθρου 131 Α.Κ. δεν ήταν εφαρμοστέα, εν προκειμένω, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ο σύζυγος και πατέρας αντιστοίχως των διαδίκων Γ.-Φ. Ζ., κατά τον χρόνο καταρτίσεως του επίμαχου συμβολαίου είχε ικανότητα προς δικαιοπραξία και βούληση μεταβιβάσεως, αιτία γονικής παροχής αμφοτέρων των ακινήτων στα τέκνα του, (αναιρεσιβλήτους).

Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με την εσφαλμένη μη εφαρμογή της τελευταίας και εσφαλμένη εφαρμογή των λοιπών, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα ως ηθική και φυσική αυτουργός τέλεσε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και προκάλεσε σ’ αυτούς ηθική βλάβη για την οποία αυτοί και δικαιούνται χρηματικής, ικανοποιήσεως.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τις αιτιάσεις του περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι τα υπαχθέντα στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις πραγματικά περιστατικά συνήχθησαν, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών εγγράφων, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται ευθέως η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω οποιαδήποτε εκ των εξαιρετικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην διάταξη αυτή.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 100/2007).

Περαιτέρω μεταξύ των αποδεικτικών μέσων η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ. περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία (εκτιμωμένη ελευθέρως, κατ’ άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ.

αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ομολογία (Α.Π., 1606/2010, 297/2009, 1456/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα και επικληθέντα από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της αποδεικτικά μέσα, ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αποδεικνύοντα τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως προς την διανοητική κατάσταση του συζύγου της και πατέρα των αναιρεσιβλήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο υπογραφής του συμβολαίου γονικής παροχής, και δη :

α) την από 23-3-2005 γνωμάτευση της νευρολόγου - ψυχιάτρου του Νοσοκομείου ΝΙΜΙΤΣ Π. Σ., β) την από την 1-12-2000 έκθεση μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, γ) την από 21-4-2000 συνταγογράφηση του νευρολόγου -ψυχιάτρου Α. Ψ., δ) την από 20-5-2003 συνταγογράφηση του νευρολογικού της Ευρωκλινικής, ε) την από 22-8-2003 γνωμάτευση του νευρολόγου Κ., στ) την από 5-3-2001 γνωμάτευση του Διευθυντού της Κεντρικής Κλινικής Αθηνών, ζ) την από 20-10-2003 βεβαίωση του Διευθυντού της Β’ Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν, η) την από 22-10-2003 ιατρική γνωμάτευση του παθολόγου Ανδρέα Χατζηκωνσταντίνου, θ) την από 12-6-2003 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου- ψυχοθεραπευτού Κ.

Σ., ι) την από 10-9-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου και πατρός αντιστοίχως των διαδίκων, Γ. Φ. Ζ., ια) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά πρόταση της αναιρεσειούσης και ια) τις από 14-7-2002 και 19-11-2002 επιστολές του, πρώτου των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε από την συνεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλων των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων παρά των διαδίκων εγγράφων και ιδιαιτέρως από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Επίσης ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως προς την αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο της εξώδικης ομολογίας περί της πνευματικής νόσου του Γ.-Φ. Ζ., η οποία συνάγεται, (κατά την αναιρεσείουσα) από τις προρρηθείσες από 14-7-2002 και 19-11-2002 επιστολές του πρώτου των αναιρεσιβλήτων προς αυτήν, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τις εν λόγω επιστολές, από την αξιολόγηση των οποίων και την συνεκτίμησή τους με τις λοιπές αποδείξεις κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς της που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι ο σύζυγός της και πατέρας των αναιρεσιβλήτων κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο της επίμαχης γονικής παροχής προς τους τελευταίους των δύο ακινήτων του στην Αίγινα έπασχε από πνευματική νόσο (Αλτσχάιμερ), που τον καθιστούσε απολύτως ανίκανο προς δικαιοπραξία και ότι η πραγματική βούληση τούτου, όπως προκύπτει από την συνταχθείσα το έτος 1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, ήταν τα δύο αυτά ακίνητα να περιέλθουν και στα τέσσαρα τέκνα του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως σαφώς συνάγεται από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως οι ανωτέρω ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθησαν στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που προεβλήθησαν για την συγκρότησή τους.

Εξάλλου ο αυτός αναιρετικός λόγος κατά την αιτίαση του ότι το Εφετείο, εκτιμώντας τους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας ως υπαγόμενους στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, παρέλειψε να ερευνήσει τους δι’ αυτών προβαλλομένους ισχυρισμούς της, υποπίπτοντας στην προειρημένη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζει τους προβληθέντες δια των λόγων εφέσεως αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει.

Κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την αυτή ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Κατά το άρθρο δε 778 του Κ.Πολ.Δ., "αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί, με οριστική απόφαση, αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο, κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς αυτές του άρθρου 758 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικος, κατά τις οποίες οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικώς, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, δύνανται με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους να ανακληθούν ή να μεταρρυθμισθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες εξεδόθησαν, δυναμένου μάλιστα του δικαστηρίου να ορίσει ότι η ανακλητική ή μεταρρυθμιστική απόφαση έχει αναδρομική ισχύ, αλλά και εκείνες των άρθρων 321, 322,324 και 331 του αυτού Κώδικος, σαφώς συνάγεται ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία εκδικάζεται και η αίτηση για την υποβολή προσώπου σε κατάσταση δικαστικής συμπαραστάσεως, αναπτύσσουν μεν, ως συνέπεια της δικονομικής αρχής non bis in idem, δεσμευτική ισχύ, η οποία εκδηλώνεται τόσο αρνητικώς με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση αιτήσεως με το ίδιο αντικείμενο, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικώς υπό την έννοια της δεσμεύσεως κάθε τρίτου προσώπου ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, ωστόσο οι αποφάσεις αυτές, εφόσον δεν κρίνουν δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου δεν αποτελούν δεδικασμένο υπό την έννοια των άρθρων 321 επ.

Κ.Πολ.Δ., σε δίκες της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, στις οποίες εξετάζονται παρεμπιπτόντως κριθέντα δια των αποφάσεων αυτών, ζητήματα (Α.Π. 260/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υφίσταται ως προς το αντικείμενο της ενδίκου διαφοράς δεδικασμένο εκ της υπ’ αριθμ. 1160/2004 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί θέσεως του συζύγου της υπό δικαστική συμπαράσταση, η οποία είχε δεχθεί ως προδικαστικό ζήτημα ότι ο τελευταίος πάσχει από οργανικό ψυχοσύνδρομο - άνοια τύπου Αλτσχάιμερ από το έτος 2000. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την ανωτέρω απόφαση, που εξεδόθη κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, δεν παράγεται, κατά τα προεκτεθέντα, δεδικασμένο ούτε δεσμευτική ισχύς για την παρούσα δίκη, διεξαγόμενη κατά την τακτική (αμφισβητουμένη) διαδικασία. Επομένως το Εφετείο, μη δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του την ύπαρξη δεδικασμένου εκ της ως είρηται δικαστικής αποφάσεως δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ’ αυτό ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2014 αίτηση της Μ. Γ. (M. A. G.), για αναίρεση της υπ’ αριθμ.265/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ