Legislator Case Law & Legislation
1078/2014 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal against second instance judgment, remanding case for new substantive hearing.

Case Number 1078/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul the second instance judgment regarding the dismissal of his civil service claim. The court found that the lower court failed to apply the correct legal provisions governing the calculation of civil service salaries. Consequently, the judgment was annulled in the relevant part, and the case was remanded for a new substantive hearing before the appellate chamber.

Legislator headnote

AI generated

Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 131 of Law 419/1976: An appeal is admissible if substantive law rules were violated, and when such a violation occurs, the case must be remanded for a new substantive hearing before the appellate chamber.

Keywords

AI generated
civil service salary annulment appeal substantive hearing remand for retrial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 131 of Law 419/1976
Article 150 Section 1 of the new Organization of the Ministry of Foreign Affairs
Article 580 Paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581 Paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 178 Paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1078/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ε., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Πράγα Τσεχίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1808/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4026/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-9-2007 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1832/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά το αναφερόμενο μέρος την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 683/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-1-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 18-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για αναίρεση της 683/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (άρθρ. 150 § 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι: "Ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ` όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".

Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β`/31-3- 1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ` αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι` αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.

Με τις παραγρ. Ε` και ΣΤ` της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.

Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι` αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γενικών Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου Βοηθητικού Προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν. 419/1976.

Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ` της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 §§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με Προεδρικά Διατάγματα θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνήθειες της αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α.

ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του καταβαλλομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 131 § 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 § 5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Επομένως, οι αποφάσεις, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43 § 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.

Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/ 1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος αυτού για όλους τους μόνιμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μόνιμους υπαλλήλους, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου (ΑΕΔ 14/2005, ΑΠ 319/2011, 162/13).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του εξέθετε ότι προσλήφθηκε την 1-12-1990 από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδος στη Πράγα, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως κλητήρας, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, αντί μηνιαίων αποδοχών αποτελουμένων από τη μηνιαία αποζημίωση - αντίστοιχη του μισθού του εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας - καθώς και από το, στους υπαλλήλους του Κλάδου αυτού παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Είναι έγγαμος με την Ι. Ν., πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν στις 13-4-1991 και 18-5-1994, ότι από της προσλήψεώς του υπηρετεί στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Πράγα, πλην το εναγόμενο, ενώ του καταβάλλει το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, αρνείται να του καταβάλλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος αυτού (υπηρεσίας αλλοδαπής - ΕΥΑ) για δαπάνη στέγασης και οικογενειακά βάρη.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 132.852 δολλαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσό τους σε ευρώ κατά την ημέρα εξοφλήσεως, για την προσαύξηση του ΕΥΑ με το ποσοστό του επιδόματος στέγασης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2004 και για τη δεύτερη δαπάνη (οικογενειακών βαρών) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2004.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και επί ασκηθείσας κατ' αυτής εφέσεως του ενάγοντος η 4026/2007 απόφαση του Εφετείου, που απέρριψε την έφεση, επί ασκηθείσας δε κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου η 1832/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση εν μέρει, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και δη κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για οικογενειακά βάρη, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2004 και παρέπεμψε κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Το τελευταίο, ως δικαστήριο παραπομπής, δέχθηκε τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Η ένδικη αγωγή, παρίσταται μη νόμιμη και συνεπώς κρίνεται απορριπτέα κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην επικαλούμενη μισθολογική διαφορά του επιμέρους επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2004, από τη δήθεν παράλειψη του εναγομένου να χορηγήσει στον ενάγοντα την προσαύξηση του ΕΥΑ (επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής) με το επίδομα τέκνων σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/ 185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ για κάθε παιδί, δεδομένου ότι η νεότερη 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 ΚΥΑ, που αύξησε τα ποσοστά, που είχε χορηγήσει η παλαιότερη ΚΥΑ, από 6%, 10%, και 14% ανάλογα με την ηλικία του τέκνου σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, εκδόθηκε και ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2594/1998 και, ως εκ τούτου, δεν καταλαμβάνει τον ενάγοντα, διότι:

α) με την προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ083-13/ΑΣ.2900/5-4-1993 ΚΥΑ, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε την ιδιότητα του αποσπασμένου μονίμου δημοσίου υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών σε αρχή του εξωτερικού, αλλά την ιδιότητα του επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου, προσληφθέντος επιτοπίως στην αλλοδαπή, με αποτέλεσμα να εξαιρείται δικαιολογημένα από την εν λόγω προσαύξηση του ΕΥΑ και β) η με αριθμ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 ΚΥΑ αναφέρεται σε χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2594/1998, δηλαδή μετά την 24-3-1998, με αποτέλεσμα η χορηγηθείσα αύξηση του ΕΥΑ για οικογενειακά βάρη να μην καλύπτει τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου προσλαμβανόμενους επιτοπίως στην αλλοδαπή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, αφού για τους τελευταίους ισχύει μετά την 24-3-1998 η ειδική διάταξη του άρθρου 129 παρ. 5 εδ.

β' του Ν. 2594/1998, το οποίο προβλέπει διαφορετικό τρόπο και διαδικασία αναπροσαρμογής (προσαύξησης) του εν λόγω επιδόματος στο προσωπικό αυτό". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το ως άνω μέρος, ως προς την εν λόγω αξίωση του αναιρεσείοντος παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, στο οποίο συμβατικό καθεστώς συμπεριλαμβάνεται το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και οι προσαυξήσεις του για οικογενειακά βάρη, που αποτέλεσε περιεχόμενο και της ατομικής του σύμβασης, ειδικά δε και για όσους ελάμβαναν το Ε.Υ.Α, όπως ο αναιρεσείων το ύψος αυτού (δυνητικά) μπορεί να αναπροσαρμόζεται με υπουργική απόφαση.

Συνεπώς, ο αναιρέσεων δικαιούται την επίμαχη προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), εφόσον, κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, την δικαιούταν και μάλιστα τη δικαιούται κατά ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση για κάθε τέκνο, δεδομένου ότι η παραπάνω νεότερη 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία αύξησε τα ποσοστά που είχε χορηγήσει η ως άνω παλαιότερη ΚΥΑ, από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, καταλαμβάνει, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/ 1998 και τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, ενώ η αναφερομένη στην προσβαλλόμενη ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ/083-13/ΑΣ2900/93, αφορά προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, το οποίο δεν ενδιαφέρει τη συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατά ευθεία παραβίαση των ρηθεισών διατάξεων, (ως και εκείνων των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου) κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή, κατά το άνω μέρος.

Ο έκτος, λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, η εκ του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το ως άνω μέρος, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική (1832/2008) απόφαση, είναι, ενόψει όσων αμέσως ανωτέρω εκτέθηκαν, βάσιμος.

Ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, για την ίδια παραπάνω παραβίαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη.

Κατά την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρ. 91 εδ.

α` του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ` αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρ. 91 εδ. α` του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ.

α`, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κ.λ.π. βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ` άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006), και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (των ΟΤΑ κ.λπ.), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτού επιβαρύνσεων.

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 § 1α` της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (ΑΕΔ 9/2009, ΑΕΔ 1/2012, Ολ.ΑΠ 38/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί της αγωγής με αντικείμενο την προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής, λόγω οικογενειακών βαρών (ανηλίκων τέκνων), κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2004, δέχθηκε, ότι, κατά την προκριθείσα ερμηνεία του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995, και λαμβανομένου υπόψη ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 14-12-2004, οι συναφείς περιοδικές αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως και 31-12-2002 είχαν υποπέσει στην θεσπιζόμενη με την ως άνω διάταξη διετή παραγραφή, αρξαμένη, κατά την γενομένη δεκτή ερμηνευτική άποψη, "από τότε που γεννήθηκε η κάθε αντίστοιχη αξίωση".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχθέν ότι είχαν παραγραφεί και οι άνω αξιώσεις, δεδομένου ότι σύμφωνα με την 2010481/1172/0022/1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β` 387) οι αποδοχές του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, μονίμου και με σύμβαση, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, καταβάλλονται κάθε δίμηνο και στην αρχή του διμήνου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995, ούτε τις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 3, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1, ούτε τέλος εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α' 256), κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί.

Τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 § 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28 § 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις ούτε με τις διατάξεις 4 § 1, 17 §§1 και 3, 20 και 25 § 1 του Συντάγματος ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή αλλά ούτε και προς τα άρθρα 2 § 3α`, β`, 14 § 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (ΑΕΔ 25/2012, Ολ.ΑΠ 3/2006).

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 29.568 δολλαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής αντί του νόμιμου επιτοκίου που ισχύει για άλλους διαδίκους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως... Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου της αγωγής.

Η διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 1 και 28 § 1α του Συντάγματος και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 § 1γ` ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων από το Δημόσιο μόνον από την επίδοση αγωγής, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε τα αρμόδια όργανα αυτού να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον του απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο που έκρινε ότι το αναιρεσίβλητο υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι από τη γένεση της απαιτήσεως αυτού, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Συνακόλουθα, είναι βάσιμες οι περιεχόμενες επί μέρους αιτιάσεις στον πρώτο και έκτο λόγο, ερειδόμενες στον αριθμό 1 και 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει λοιπόν να αναιρεθεί η απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, καθόσον αφορά την αιτούμενη προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, κατά ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ, και δη βάσει της νεώτερης 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 ΚΥΑ.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ.

και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Εφόσον λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, κατά το αναφερόμενο μέρος, η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, κατά το μέρος αυτό, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν, κατά ένα μέρος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ανάλογα με την έκταση της ήττας του (κατ` άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔ και 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 Κ.Υ.Α., ορίζονται μειωμένα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος, την 683/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο, μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ