1078/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1078/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1078 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1078/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "LAFARGE BETON ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ανδριόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-07-2003 και 20-11-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η 1043/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 7377/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-1-2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 745/2009 αναβλητική απόφαση του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 5-7-2009 κλήση του αναιρεσείοντος στις 11-5-2010 οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση, επαναφέρεται δε εκ νέου με την από 20-11-2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14 -02-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το σκέλος του από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την από 13-05-2011 συμπληρωματική έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Είναι δε άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν διεκδίκησε νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως τα από τη σύμβαση ή το νόμο απορρέοντα δικαιώματά του, χωρίς να ασκεί κατ' αρχήν επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων.
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είχε προσληφθεί την 1-10-1977 από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΕΒΙΕΣΚΑ ΑΕ, διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε σ' αυτήν ως υποδιευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας της, μέχρι 8-9-2003 που η τελευταία κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση.
Η καταγγελία δε αυτή δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εφόσον, κατά τα ανωτέρω, δεν προέκυψαν οι κατ' αυτής αξιώσεις του αναιρεσείοντος. Οι αξιώσεις αυτές, που είχαν προβληθεί με την προγενέστερη της καταγγελίας από 30-7-2003 κυρία αγωγή και αφορούσαν αμοιβές και αποζημιώσεις για παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, από το μη συνυπολογισμό της αμοιβής για υπερεργασιακή απασχόληση στα επιδόματα εορτών και αδείας κ.λπ., είχαν ήδη κριθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε την από 20-11-2003 συμπληρωματική αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της πιο πάνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως καταχρηστικής, ισχυριζόμενος ότι αυτή έγινε από λόγους εκδικήσεως εξαιτίας της προβολής με την πιο πάνω κυρία αγωγή των περιεχομένων σ' αυτήν αξιώσεων.
Διέλαβε όμως στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα τούτο, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν ορθώς δεν εφαρμόστηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον στήριξε την απορριπτική κρίση του μόνο στην παραδοχή ότι οι προβληθείσες αξιώσεις με την προγενέστερη της ένδικης καταγγελίας αγωγή ήταν απλώς αβάσιμες, ενώ δεν ενδιαφέρει κατ' αρχήν αν η αγωγή ήταν αβάσιμη ή όχι αλλά αν η έγερσή της (στην οποία εδικαιούτο ο ενάγων) μπορούσε να προκαλέσει μίσος και αισθήματα εκδικήσεως, διότι και η καταγγελία που προκαλείται από έγερση αγωγής για αξιώσεις, που πιστεύει ότι έχει ο μισθωτός, αν έχει ως αιτία την αγωγή αυτή και εκδίκηση για την άσκησή της, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η σχετική από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7377/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ