1078/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1078/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος της, που στρέφεται κατά της 298/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι έγινε κατάθεσή της και στο Δικαστήριο εκείνο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1078 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1078/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Ντούγια, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο και πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής τον Γεώργιο Γεωργόγλου.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2002 προδικαστική, 298/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 117/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 12 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος της, που στρέφεται κατά της 298/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι έγινε κατάθεσή της και στο Δικαστήριο εκείνο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δικαστικός πληρεξούσιος, που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής αποφάσεως. Επομένως, στον πληρεξούσιο αυτόν, που παρέστη κατά την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκη, νομίμως επιδίδεται η εκδοθείσα οριστική απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, από την επίδοση δε αυτής αρχίζει και η, προς άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, προθεσμία.
Στην περίπτωση δε, που παρέστησαν περισσότεροι του ενός δικαστικοί πληρεξούσιοι, αρκεί, για την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος (έναρξη προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως), η επίδοση της οριστικής αποφάσεως σε ένα από αυτούς. Τα, με την ανωτέρω διάταξη, θεσπιζόμενα τάχθηκαν υπέρ του επιχειρούντος την επίδοση διαδίκου και προς το σκοπό παροχής ευχερείας σ' αυτόν να κάνει την επίδοση είτε στον αντίδικό του, είτε, αν έτσι διευκολύνεται, στο νομίμως διορισθέντα δικαστικό πληρεξούσιό του, όπου ο τελευταίος έχει την κατοικία, τη διαμονή ή το γραφείο του.
Συνεπώς, η επίδοση της οριστικής αποφάσεως, με τις εκτεθείσες συνέπειές της, είναι έγκυρη και όταν γίνεται στον νομίμως διορισμένο δικαστικό πληρεξούσιο, που παραστάθηκε νομίμως, ακόμη και αν αυτός δεν είναι διορισμένος στο δικαστήριο, που την εξέδωσε. Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι από τη γινομένη, στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής αποφάσεως, μνεία ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος του και τη, στο κύριο σώματος της (αποφάσεως), βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για τον διορισμό αυτού, δηλαδή του, ως άνω, παραστάντος, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του αντιστοίχου διαδίκου, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου ώφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού, έναντι του επιδιωκομένου σκοπού της μη διαιωνίσεως των δικών, εκ μέρους των δικαιουμένων σε έφεση, το προβλεπόμενο μέτρο της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στον πληρεξούσιο εκείνων, ως, αντίκλητό τους δεν είναι, ενόψει της, εκ του επαγγέλματος του δικηγόρου, απορρέουσας υποχρεώσεως τούτου για σχετική ειδοποίηση εκείνων, ως πελατών τους, δυσαναλόγως επαχθές για εκείνους, ούτε στο κατοχυρωμένο, από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα του ανθρώπου για δίκαιη δίκη, αφού τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση αυτή Κράτη-μέλη, δεν κωλύονται, από τη Σύμβαση, να εξαρτήσουν την άσκηση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων από ορισμένες προϋποθέσεις (αξία αντικειμένου δίκης, υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, ορισμένος τύπος, τήρηση προθεσμίας κλπ), με συνέπεια από τις διατάξεις των Κρατών-μελών να κριθούν το νόμιμο ή μη της επιδόσεως αντιγράφου της οριστικής δικαστικής αποφάσεως στο πρόσωπο, που το παρέλαβε και οι συνέπειες της παραλαβής αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 298/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν, "κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων", η τότε ενάγουσα και νυν αναιρεσείουσα παραστάθηκε "διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Σπυρίδωνος Μανδέλλα". Περαιτέρω από τη, στην αναιρε-σιβαλλομένη απόφαση, βεβαίωση ότι η ανωτέρω 298/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας επιδόθηκε "στις 3-12-2003 στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας Σπυρίδωνα Μανδέλλα και μέχρι του χρόνου ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (14-5-2004) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ημερών", τα οποία, άλλωστε, συνομολογεί, έστω και εμμέσως, αλλά σαφώς, και η αναιρεσείουσα, συνάγεται ότι η, από 13-5-2004 (που κατατέθηκε στις 14-5-2004), έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως και συνεπώς ορθώς απορρίφθηκε αυτή από το Εφετείο Κέρκυρας ως απαράδεκτη.
Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, από τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο εσφαλμένως το Εφετείο απέρριψε την παραπάνω έφεση, "διότι ο ανωτέρω Σπυρίδων Μανδέλλας δεν ήταν πράγματι πληρεξούσιός της", ως απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 30 Ιουνίου 2005, αίτηση της ......για αναίρεση της 117/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας και της 298/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ