Supreme Court partially allows appeal against insurance liability judgment regarding excessive damages for moral harm.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final judgment from the Single Court of Appeal in Kalamata regarding insurance liability. The appellant argued that the awarded damages for moral harm and lost income exceeded reasonable limits and violated the principle of proportionality. Consequently, the Court annulled the specific portions of the lower court's decision concerning these excessive amounts and remitted the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591 et seq., 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; Articles 931, 932 of the Civil Code: The Supreme Court may annul a final judgment if the awarded damages for moral harm or lost income are manifestly excessive and violate the principle of proportionality compared to common practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1077 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1077/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χριστέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Γ., 2) Γ. Α. του Δ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του Σ. Κ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 29-10-2021 (αρ. κατ. 2/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 37/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 37/2021 απόφαση του Μονομελούς Καλαμάτας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 1-7-2019 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο (μη διάδικος στη παρούσα δίκη) Γ.
Κ. και ο ήδη αναιρεσείων, εξέθεταν ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σ' αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας τον υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), που ήταν ασφαλισμένος, για τις προς τρίτους ζημίες, στην τρίτη εναγομένη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια), τον τραυματισμό του δευτέρου τούτων, ως οδηγού της υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του πρώτου τούτων, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησαν δε, ως αποζημίωση (θετική ζημία), χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 80/2020 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των εμπλακέντων οδηγών, του μεν εναγομένου κατά ποσοστό 70%, του δε ενάγοντος κατά ποσοστό 30%, καθώς και ότι ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα, ως προς την έκταση του τραυματισμoύ του, κατά ποσοστό 20% λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν η από 29-6-2020 έφεση των εναγόντων και η από 21-9-2020 έφεση των εναγομένων, επί των οποίων, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, δέχτηκε τις εφέσεις τυπικά και κατ' ουσίαν, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του εναγομένου οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα και ότι ο τραυματισθείς δεύτερος ενάγων, οδηγός της μοτοσυκλέτας, βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα, ως προς την έκταση του τραυματισμoύ του, κατά ποσοστό 40%, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα δε, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο του 330 Α.Κ. υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, από το δράστη, στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 1945/2022, Α.Π. 1677/2022, Α.Π. 1492/2022).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1326/2023, Α.Π. 1095/2023, Α.Π. 1098/2023, Α.Π. 253/2023, Α.Π. 224/2023).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1223/2023, Α.Π. 1214/2023, Α.Π. 1198/2023, ΑΠ 253/2023), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1195/2023, Α.Π. 657/2023, Α.Π. 250/2023, Α.Π. 161/2023).
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1326/2023, Α.Π. 1228/2023, Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 253/2023).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο η υπαιτιότητα κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (Α.Π. 1335/2023, Α.Π. 803/2023, Α.Π. 799/2023, Α.Π. 1945/2022, ΑΠ 1677/2022). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 621/2023, Α.Π. 50/2022, Α.Π. 689/2020, Α.Π. 551/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Οι οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος, κανονικά δεμένο...". Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από πρόσωπο, που υποχρεούται προς τούτο από το νόμο, αξιολογείται ως συντρέχουσα αμέλεια του προσώπου αυτού, κατά την έννοια της προεκτεθείσας διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ., εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.
Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν και με την χρήση προστατευτικού κράνους ή αν, πέραν των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στην κεφαλή του παθόντος δικυκλιστή, προκλήθηκαν σωματικές βλάβες και σε άλλα μέρη του σώματός του, τότε για τις σωματικές βλάβες (εκτός εκείνων της κεφαλής), δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια για τις βλάβες αυτές στο παραλείψαν να προβεί σε χρήση κράνους πρόσωπο (Α.Π 1950/2022, Α.Π. 1677/2022, Α.Π. 847/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 298 εδαφ. α' του Α.Κ. η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδ. α' του Α.Κ., σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.
Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, εκτός των άλλων, η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο και η δαπάνη για τη λήψη βελτιωμένης τροφής, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται, από το νόμο ή από άλλο λόγο, να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι, στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεων του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.
Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς ή άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και φιλικά πρόσωπα.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ως άνω οικείους του, οι οποίοι, με υπερένταση των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (Α.Π. 1162/2023, Α.Π. 1950/2022, Α.Π. 1492/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, σε περίπτωση βλάβης της υγείας ή του σώματος εργαζομένου, ο οποίος κατέστη ανίκανος προς εργασία, η αποζημίωση αυτού περιλαμβάνει και το ποσό το οποίο θα στερείται στο μέλλον, συνεπεία του ότι αδυνατεί να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία ασκούσε προηγουμένως και την οποία, με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, εάν δεν ελάμβανε χώρα ο τραυματισμός του (Α.Π. 33/2023, Α.Π. 1950/2022, Α.Π. 1563/2022, Α.Π. 1447/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π 544/2023, Α.Π. 1717/2022).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 941/2023, Α.Π. 796/2023, Α.Π. 402/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 8/2005, Α.Π. 1228/2023, Α.Π. 846/2023).
Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό, των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1326/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 846/2023, Α.Π. 224/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π 1/2020, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 809/2022, Α.Π. 111/2021, Α.Π. 990/2020).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1417/2023, Α.Π. 667/2023, Α.Π. 468/2023, Α.Π. 1056/2022).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 38/2020, ΑΠ 638/2019).
Συνεπώς, ως αιτιολογία, που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.Α.Π. 1/2020).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 182/2023, Α.Π. 69/2023, Α.Π. 2007/2022, Α.Π. 251/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 37/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, οδηγού της μοτοσυκλέτας, στην έκταση του τραυματισμού του, λόγω παράλειψης χρήσης προστατευτικού κράνους, καθώς και ως προς την επιδίκαση σ' αυτόν αποζημίωσης, για τη θετική του ζημία από τη δαπάνη πρόσληψης βοηθού, λόγω της ανικανότητάς του να αυτοεξυπηρετηθεί, και για την αποθετική του ζημία από την απώλεια εισοδημάτων, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων ο πρώτος ενάγων (ήδη αναιρεσείων) έπεσε στο οδόστρωμα σοβαρά τραυματισμένος και διεκομίσθη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Μεσσηνίας, ως πολυτραυματίας, διασωληνώθηκε, καθώς παρουσίαζε μεγάλη αιμορραγία, λόγω πολλαπλών καταγμάτων κρανίου, λεκάνης και κάτω άκρων, με εικόνα ρήξης δεξιού οφθαλμού, κάταγμα λάρυγγος και πλευρών άμφω.
Υπεβλήθη, ακολούθως, σε αξονική τομογραφία και ορθοπεδικές επεμβάσεις τοποθέτησης εξωτερικής οστεοσύνθεσης για open book κάταγμα ηβικής σύμφυσης και για κάταγμα δεξιού μηριαίου. Επίσης, τοποθετήθηκαν νάρθηκες για τα κατάγματα του δεξιού ωλέκρανου και της δεξιάς ποδοκνημικής, ενώ υπεβλήθη και σε οφθαλμιατρική επέμβαση ρήξης δεξιού οφθαλμού.
Σύμφωνα με τις από 13.08.2018 εκθέσεις του Διευθυντή Ακτινολογικού Γ. Ν. Μεσσηνίας, Μ. Γ.. Μ., κατόπιν διενέργειας περισσοτέρων αξονικών τομογραφιών, ο πρώτος ενάγων εμφανίζει: αξονική τομογραφία εγκεφάλου: - πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, - κάταγμα της κάτω γνάθου, πολλαπλά σφηνοειδούς οστού και πτερύγων, όλων των τοιχωμάτων των ιγμορείων και των τοιχωμάτων του σφηνοειδούς, ζυγωματικών και άνω γνάθου, - κατάληψη όλων των κόλπων του προσώπου από υγρό (αίμα), - δεν διαπιστώθηκαν αλλοιώσεις απότοκες κακώσεως από τα εγκεφαλικά τμήματα, - δεν παρατηρείται οστικό κάταγμα στα οστά του θόλου, αξονική τομογραφία θώρακος: - κάταγμα 4ης και 5ης πλευράς αριστερά, - δεν παρατηρείται αιμοθώρακας - πνευμονοθώρακας, - διάχυτα μικροκυψελιδικά στοιχεία άμφω, πιθανότατα εξ εισροφήσεως αίματος από τις κακώσεις του σπλαχνικού κρανίου, αξονική τομογραφία Α.
Μ. Σ. Σ.: -δεν απεικονίσθηκε οστικό κάταγμα στους αυχενικούς σπονδύλους, αξονική τομογραφία άνω- κάτω κοιλίας: -διάσταση ηβικής σύμφυσης (απόσταση ηβικών κλάδων 57 χιλ), - διαμήκες κάταγμα ιερού οστού αριστερά με παρεκτόπιση και ήπια διάσταση της δεξιάς ιερολαγονίου αρθρώσεως, - εγκάρσιο κάταγμα μεσότητας δεξιού μηριαίου, -αιμάτωμα ελάσσονος πυέλου.
Με βάση δε την από 13.08.2018 βεβαίωση του Οφθαλμολογικού Τμήματος του Γ. Ν. Μεσσηνίας, προκύπτει ότι στον τραυματισθέντα - πρώτο ενάγοντα (αναιρεσείοντα) "Υπό γενική αναισθησία τοποθετήθηκε προσεκτικά βλεφαροδιαστολέας οπότε και διαπιστώθηκε εκτεταμένη ρήξη Δεξιού βολβού κατά μήκος ολόκληρου του ρινικού ΣΚΟ (6η-3η-12η) αλλά και κάθετα σε αυτό (το ΣΚΟ) σε δύο σημεία (2Π και 5η ώρα) οι οποίες επεκτείνονται αρκετά οπισθίως.
Εκ των ανωτέρω ρήξεων είχε προκληθεί αυτόματη έξοδος των περιεχομένων του βολβού ...Κατόπιν των ανωτέρω διαπιστώσεων ο σκληρός συνερράφη με ράμματα 7-0 silk με διεκβολές πλήρους πάχους, ενώ μετά την αποκατάσταση του σκληρικού κυπελλίου ακολούθησε η συρραφή του κερατοειδούς στο ΣΚΟ με ράμματα 10-0 nylon. Έγινε προσπάθεια ανασύστασης του βολβού με αραιωμένο διάλυμα αντιβιοτικών ...
και τελικά συρραφή του επιπεφυκότα πάνω από το τραύμα ... Στο τέλος της επεμβάσεως το σχήμα του βολβού ήταν ικανοποιητικό και ο ίδιος αρκετά υπότονος". Εν συνεχεία, ο πρώτος ενάγων (αναιρεσείων) μεταφέρθηκε διασωληνωμένος στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας Αθηνών, με γναθοχειρουργική και νευροχειρουργική κάλυψη, λόγω των καταγμάτων που είχε υποστεί στο κρανίο (...), όπου και παρέμεινε σε κρίσιμη κατάσταση μέχρι την 28.08.2018 και, εν συνεχεία, μεταφέρθηκε και παρέμεινε στην ορθοπεδική κλινική του ιδίου Νοσοκομείου, μέχρι την 11.10.2018.
Με βάση το από 11.10.2018 πρακτικό χειρουργείου του εν λόγω νοσοκομείου "Υπό γενική αναισθησία, τραχειοστομία, πραγματοποιήθηκε η γαστροστομία τύπου Peg σε συνεργασία με την Γαστρεντερολογική κλινική ... Διαγναθική ακινητοποίηση με συρμάτινους νάρθηκες και σύρματα στα μεσοδόντια διαστήματα. Αρχική ανάταξη καταγμάτων - ακινητοποίηση.
Υποβλεφαριδική τομή (ΔΕ) ... Παρασκευή εδάφους οφθαλμικού κόγχου... Αναγνώριση καταγμάτων υποκογχίου χείλους (ΔΕ) και ρινοηθμοειδοκογχικού συμπλέγματος (ΔΕ). Τομή στην περιοχή του πέρατος του (ΔΕ) οφρύος στη μετωποζυγωματική ραφή. Παρασκευή και αναγνώριση παρεκτοπισμένου κατάγματος μετωποζυγωματικής ραφής.
Ανάταξη και οστεοσύνθεση μετωποζυγωματικής ραφής με mini πλάκα τιτανίου και καταγμάτων υποκογχίου χείλους με αρχική χρήση σύρματος σε δύο τεμάχια και micro πλάκα τιτανίου. Παρασκευή εδάφους, αναγνώριση ελλείμματος και τοποθέτηση fascia latta για την αποκατάσταση αυτού. Υποβλεφαριδική τομή (ΑΡ). Παρασκευή και αναγνώριση καταγμάτων υποκογχίου χείλους.
Παρασκευή εδάφους κόγχου. Ανάταξη και οστεοσύνθεση καταγμάτων με χρήση micro πλάκας τιτανίου και τοποθέτηση fascia latta στο αναγνωρισθέν έλλειμμα του εδάφους. Ενδοστοματική τομή από την περιοχή του 17 έως 27 οδόντος στο ύψος του Le Fort Ι κατάγματος. Αποκόλληση βλεννογονοπεριστέου και παρασκευή για αναγνώριση των καταγμάτων στο ύψος των Le Fort I και ΙI.
Ανάταξη και οστεοσύνθεση όλων των κατεαγότων τμημάτων στις αντηρρίδες με τοποθέτηση πλάκας τιτανίου καθώς επίσης και για συγκράτηση παραοβελιαίου κατάγματος υπερώας. Ενδοστοματική τομή στην περιοχή της γενειακής σύμφυσης. Αναγνώριση κατάγματος. Ανάταξη και οστεοσύνθεση αυτού με χρήση δύο mini πλακών.
Τα (ΑΜΦΩ) υποκονδυλικά κατάγματα αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά. Ο ασθενής κατά τη διάρκεια του χειρουργείου υποβλήθηκε σε εξαγωγές των 12, 11 και 28 οδόντων λόγω αμφιβόλου πρόγνωσης αυτών. Είχε ήδη χαθεί ο 31 οδόντας λόγω του ατυχήματος και του κατάγματος της γενειακής σύμφυσης ενώ διατηρήθηκε ο 21 με κάταγμα μύλης.
Όλα τα δόντια της άνω γνάθου παρουσίαζαν κινητικότητα λόγω της σοβαρότητας των πολλαπλών καταγμάτων στην περιοχή του μέσου τριτημορίου του προσώπου. Κλειστή ανάταξη ρινικών οστών. Τοποθέτηση merocel στους ρώθωνες (ΑΜΦΩ) για συγκράτηση -υποστήριξη. Συρραφή όλων των τραυμάτων κατά ανατομικά στρώματα. Ο ασθενής ανένηψε καλώς και οδηγήθηκε στο θάλαμο έχοντας διαγναθική ακινητοποίηση με ελαστικές έλξεις σε θέση σύγκλεισης".
Επιπλέον, ο πρώτος ενάγων υπεβλήθη σε λογοθεραπευτική εκτίμηση στο ίδιο Νοσοκομείο, εκ της οποίας διαπιστώθηκε "... Με την αφαίρεση της τραχειοστομίας, η ομιλία του είναι, πλέον, ακουστή και η άρθρωση του είναι καταληπτή από τους γύρω του. Ωστόσο, παρατηρείται δυσαρθρία, λόγω των χαλαρών αρθρωτικών επαφών που πραγματοποιούνται κατά την ομιλία (όσον αφορά τα χείλη και τη γλώσσα)...
εμφάνισε μυϊκή αδυναμία και μειωμένο εύρος κίνησης στα χείλη και στη γλώσσα, καθώς και μειωμένο εύρος κίνησης στη γνάθο ... Εμφανίζονται διαταραχές σίτισης (δυσφαγία) στο προπαρασκευαστικό/ στοματικό και στο φαρυγγικό στάδιο αυτής..., ο ασθενής δυσκολεύεται να συντονίσει αποτελεσματικά την αναπνοή του με τη φώνηση ..."...
έλαβε εξιτήριο από το 251 Γ.Ν. Αεροπορίας την 11.10.2018 με Διάγνωση Εξόδου: " - Τύφλωση του ενός οφθαλμού, - Κάταγμα κάτω γνάθου, -Πολλαπλά κατάγματα με συμμετοχή των οστών του κρανίου και του προσώπου, - Τραυματισμός του οφθαλμού και του οφθαλμικού κόγχου, μη καθορισμένος, - Κάταγμα άλλων και μη καθορισμένων τμημάτων της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της πυέλου, - Κάταγμα άλλων τμημάτων του αντιβραχίου, - Πολλαπλά κατάγματα του μηριαίου οστού, -Τραυματισμός του περονιαίου νεύρου στο επίπεδο της κνήμης, - Πολλαπλοί τραυματισμοί της κνήμης".
Έκτοτε, κατόπιν συστάσεως των θεραπόντων ιατρών, εισήχθη στο πρότυπο κέντρο αποκατάστασης και αποθεραπείας Καλαμάτας ..." έως την 09.11.2018, οπότε και έλαβε εξιτήριο με Διάγνωση: Πολυτραυματίας - Πολυκαταγματίας (κάταγμα κάτω γνάθου, τύφλωση δεξιού οφθαλμού, κάταγμα δεξιού αγκώνα, κάταγμα δεξιού ισχίου, κάκωση περονιαίου νεύρου αριστερά, πολλαπλά κατάγματα λεκάνης) και με τις εξής παρατηρήσεις: "Ο ασθενής είναι ικανός για ανεξάρτητη μεταφορά από το κρεββάτι στο αμαξίδιο και αντίστροφα χωρίς φόρτιση του ΔΕ κ.
άκρου... Εξέρχεται χωρίς ολοκλήρωση του προγράμματος αποκατάστασης... Μετά από ακτινολογικό έλεγχο και εντολή του θεράποντα ιατρού συνιστάται φόρτιση του ΔΕ κ. άκρου τρεις μήνες μετά το χειρουργείο (εφόσον προηγηθεί νέα εκτίμηση). Συνιστάται οφθαλμολογική εκτίμηση. Συνιστάται γναθοχειρουργική εκτίμηση.
Συνέχιση αποκατάστασης ως εξωτερικός ασθενής". Από την από 01.03.2019 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. διαπιστώθηκαν αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα οι εξής παθήσεις κατά βαθμό και βαρύτητα: "Πρόθεση δεξιού οφθαλμού.....φέρει Π.Α. 25% στην οπτική αναπηρία.
Μέτριου προς μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα δεξιού ωτός φέρει Π.Α. 8%. Ρήξη ηβικής σύμφυσης, πλάκα βίδες. Κάταγμα μεσότητας δεξιού μηριαίου. Ενδομυϊκή ηλωσηεκφυλιστική αρθρίτιδα ισχίου δεξιά. Κάταγμα ωλεκράνου δεξιά πλάκα βίδες. Κάταγμα αριστερής ποδοκνημικής με τοποθέτηση βιδών. Τραυματική πάρεση αριστερού περονιαίου.
Πτώση άκρου ποδός ανισοσκελία 3 εκ. δεξιά, φέρει Π.Α. 72%......Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 80% κατά ιατρική πρόβλεψη από 27/12/2018 έως 31/12/2020". Δέχθηκε επίσης η προσβαλλομένη απόφαση και τα ακόλουθα: "Αποδεικνύεται, και δεν αμφισβητείται, ότι κατά το χρόνο της συγκρούσεως ο πρώτος ενάγων δεν φορούσε προστατευτικό κράνος κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας, το οποίο μετά βεβαιότητας θα είχε περιορίσει την έκταση των τραυμάτων του στο κεφάλι.
Όπως είναι κοινώς γνωστό, το κράνος κατά την οδήγηση της μηχανής προστατεύει επαρκώς το κρανίο, το πρόσωπο και το πηγούνι του οδηγού της μηχανής. Δεδομένου του πλήθους των βλαβών της υγείας του πρώτου ενάγοντα στο κεφάλι και στο πρόσωπό του, ήτοι βλάβη δεξιού οφθαλμού, βλάβη δεξιού αυτιού, πολλαπλά κατάγματα κρανίου, κάταγμα της γνάθου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτός βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα στον επελθόντα τραυματισμό του κατά ποσοστό 40%.
Προέκυψε ότι ο ενάγων προσέκρουσε με το πρόσωπο στο σκαλοπάτι του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι, κι αν ακόμη ο πρώτος εξ αυτών φορούσε προστατευτικό κράνος, το εν λόγω συμπαγές μεταλλικό εξάρτημα (σκαλοπάτι) θα είχε εισχωρήσει εντός του κράνους και θα είχε πλήξει το μάτι και τη γνάθο του οδηγού, και τούτο διότι το κράνος στο εμπρόσθιο τμήμα του είναι εντελώς κενό καλυπτόμενο από μία λεπτή επιφάνεια ειδικού πλαστικού.
Όμως, πέραν του ότι, όπως επίσης είναι κοινώς γνωστό, υπάρχουν τα κράνη full face που εφαρμόζουν σε όλο το κεφάλι, ακόμη και ένα ανοικτό μπροστά κράνος να φορούσε ο ενάγων, στη συγκεκριμένη περίπτωση το σκαλοπάτι δεν θα ερχόταν σε άμεση επαφή με το πρόσωπο, που βρίσκεται προστατευμένο εντός του κράνους. Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντα στον επελθόντα τραυματισμό του σε 20%, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του δεύτερου λόγου της από 21.9.2020 (Β) έφεσης και απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του τρίτου λόγου της από 29.6.2020 (Α) έφεσης...Ακόμη, ο πρώτος ενάγων, συνεπεία της σοβαρής κατάστασης της υγείας του, δεν είχε τη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετηθεί στις βασικές του ανάγκες, τόσο κατά τις ημέρες νοσηλείας του στο Γ.Ν.
Αεροπορίας Αθηνών (μετά την έξοδο από την ΜΕΘ) από 28.08.2018 έως 11.10.2018, όσο και κατά την κατ' οίκον παραμονή του από 10.11.2018 έως 11.04.2019 και έχρηζε συνεχούς συνδρομής τρίτου προσώπου επί τουλάχιστον 12ωρο ημερησίως. Σημειώνεται ότι κατά τη νοσηλεία του παθόντος - πρώτου ενάγοντα στο Γ.Ν. Αεροπορίας Αθηνών απαιτήθηκε φροντίδα πλέον της χορηγούμενης από το οικείο νοσηλευτικό προσωπικό, το οποίο του προσέφερε τις απαιτούμενες εξειδικευμένες υπηρεσίες, όμως ο πρώτος ενάγων ως πολυτραυματίας είχε την ανάγκη και τρίτου προσώπου προκειμένου να τον συνδράμει στις στοιχειώδεις καθημερινές του ανάγκες, δηλαδή να του αλλάζει τα ρούχα, να του δίνει νερό, να τον βοηθά στη λήψη του φαγητού, να του δίνει την πάπια, να τον βοηθά στις σωματικές του ανάγκες, ακόμα και για να ειδοποιεί το προσωπικό του νοσοκομείου (γιατρό ή νοσοκόμο) για κάθε ιατρική ή παραϊατρική πράξη, όταν αισθανόταν ιδιαίτερο πόνο ή πυρετό, κ.λ.π.
και έπρεπε να γίνει επέμβαση των τελευταίων για να ξεπεραστεί το πρόβλημά του. Τη φροντίδα αυτή του την παρείχαν οι γονείς του με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και σε βάρος του προσωπικού τους χρόνου και δραστηριοτήτων. Για το πρώτο χρονικό διάστημα θα πρέπει να επιδικαστεί ημερησίως το ποσό των 80 ευρώ, όσο δηλαδή θα λάμβανε ένα τρίτο άτομο για 12ωρη βάρδια, και συνολικά το ποσό των 3.440 ευρώ (80 ευρώ/ημέρα Χ 43 ημέρες).
Για δε το χρονικό διάστημα της κατ' οίκον παραμονής, το Δικαστήριο πρέπει να επιδικάσει πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, με μηνιαίο μισθό 700 ευρώ, που θα κάλυπτε όλες τις ημερήσιες ανάγκες του ενάγοντος, χωρίς να χρειάζονται δύο ξεχωριστές βάρδιες ούτε να εργάζεται με την ημέρα, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.500 ευρώ (700 ευρώ/μήνα Χ 5 μήνες).
Με το ίδιο που έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων εν μέρει του τέταρτου λόγου (Δ4) λόγου της από 29.6.2020 (Α) έφεσης και του ενδέκατου λόγου της από 21.9.2020 (Β) έφεσης...". Επίσης το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν επί 5 ημέρες εβδομαδιαίως για οκτώ ώρες ημερησίως ως υπεύθυνος εκμίσθωσης αυτοκινήτων στο χώρο του αεροδρομίου Καλαμάτας ("Rental Agent") με εργοδότρια την εταιρία ..." με μικτό μηνιαίο μισθό το ποσό των 760 ευρώ, κατά δε το διάστημα μετά τον τραυματισμό του αδυνατούσε να εργασθεί.
Επιπλέον προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 102/2020/200/13.01.2020 απόφασης της Διευθύντριας του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Μεσσηνίας ΕΦΚΑ, συνεπεία του τραυματισμού του επιδοτήθηκε από τον ασφαλιστικό του φορέα με παροχές (επίδομα ατυχήματος), συνολικού ύψους 8.352,16 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 13.08.2018 έως 11.01.2020.
Ο πρώτος ενάγων, σε περίπτωση που δεν είχε λάβει χώρα το ατύχημα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εξακολουθούσε να εργάζεται στην ίδια εργασία και για την αιτία αυτή θα εισέπραττε για το υπόλοιπο του έτους 2018 το ποσό των 4.230,77 ευρώ [430,77 ευρώ έως τέλος Αυγούστου + (760 ευρώ/μήνα Χ 4 μήνες) + 760 ευρώ δώρο Χριστουγέννων], για το έτος 2019 το ποσό των 10.640 ευρώ (760 ευρώ/μήνα Χ 14 μήνες) και μέχρι 11.01.2020 το ποσό των 278,67 ευρώ, ήτοι συνολικώς το ποσό των 15.149,44 ευρώ, το οποίο είναι ήδη απαιτητό ...
Από το ποσό αυτό το οποίο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ο πρώτος ενάγων θα εισέπραττε από την εργασία του, πρέπει να αφαιρεθεί το ως άνω ποσό που επιδοτήθηκε από τον ΕΦΚΑ, ο οποίος κατά τούτο υποκαθίσταται αυτοδικαίως στις αξιώσεις του, και συνεπώς η ζημία του ανέρχεται σε 6.797,28 ευρώ (15.149,44 ευρώ - 8.352,16 ευρώ).
Δεδομένου ότι ο πρώτος ενάγων, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση της Διευθύντριας του ΕΦΚΑ, είναι πολύ πιθανό να επιδοτηθεί από τον ασφαλιστικό του φορέα και για το επόμενο διάστημα ανικανότητας του προς εργασία, χωρίς ωστόσο να είναι γνωστό το ύψος στο οποίο θα ανέλθουν οι παροχές που δικαιούται να λάβει, το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδιορίσει το ποσό το οποίο θα νομιμοποιείται ο ίδιος να αξιώσει για την αντίστοιχη αιτία και ως εκ τούτου το εν λόγω κονδύλιο καθίσταται απορριπτέο ως προώρως ασκηθέν για το μετέπειτα της 11.01.2020 χρονικό διάστημα ...
Με το ίδιο που έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων εν μέρει του τέταρτου-λόγου (Δ5) της από 29.6.2020 (Α) έφεσης και του δέκατου τρίτου λόγου της από 21.9.2020 (Β) έφεσης. Όλα τα ανωτέρω κονδύλια συνολικού ύψους 20.457,02 ευρώ ... (2.707,83 ευρώ + 42,20 ευρώ + 120,42 ευρώ + 450 ευρώ + 45 ευρώ + 111,99 ευρώ + 140 ευρώ + 30 ευρώ + 1.860 ευρώ + 162,30 ευρώ + 1.050 ευρώ + 6.940 ευρώ + 6.797,28 ευρώ), τα οποία συνδέονται με τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο πρώτος ενάγων συνεπεία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, πρέπει να μειωθούν κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του τραυματισμού του.
Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται τελικώς ο πρώτος ενάγων το ποσό των 12.274,21 ευρώ (20.457,02 Χ 60%)...". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, α) με την παραδοχή ότι η χρήση κράνους κλειστού τύπου (full fase) θα απέτρεπε τον τραυματισμό αυτού στην κεφαλή και το πρόσωπο και, κατόπιν τούτου, έκρινε αυτόν συνυπαίτιο στην έκταση του τραυματισμού του, κατά ποσοστό 40%, εσφαλμένα ερμήνευσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., αφού αξίωσε τη χρήση κράνους κλειστού τύπου, ενώ τούτο δεν προβλέπεται σ' αυτόν, β) με την παραδοχή ότι το πρόσωπο δικυκλιστή, που φοράει κράνος, ακόμη και ανοιχτού τύπου (jet open), είναι προστατευμένο, παραβίασε, κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία τα κράνη, όλων των τύπων (κλειστού τύπου- full fase, ανοιχτού τύπου- jet open ή μεικτού τύπου- modular ή flip up), φέρουν στο εμπρόσθιο τμήμα τους μια λεπτή, πλαστική μεμβράνη (ζελατίνα), ώστε ο οδηγός να μπορεί να παρακολουθεί την κυκλοφορία επί της οδού και, συνεπώς, ο τραυματισμός του δεν θα είχε αποφευχθεί και αν ακόμη φορούσε κράνος και γ) με τον καταλογισμό σε βάρος του συντρέχοντος πταίσματος, κατά ποσοστό 40%, λόγω παράλειψης χρήσεως προστατευτικού κράνους, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., ενώ δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού η εκ μέρους του παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του στο πρόσωπο, ενόψει του ότι, λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσής του στο σκαλοπάτι του γεωργικού ελκυστήρα (την οποία ανελέγκτως δέχτηκε το Εφετείο), δεν θα είχαν αποτραπεί οι σωματικές αυτές βλάβες στο πρόσωπο, του, ακόμη και αν φορούσε κράνος.
Η υπό στοιχείο α' ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμη και συνεπώς απορριπτέα, ενόψει του ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν καταλόγισε συντρέχον πταίσμα στον αναιρεσείοντα για το λόγο ότι δεν φορούσε κράνος κλειστού τύπου (full fase), αλλά γιατί δεν φορούσε καθόλου κράνος, η χρήση του οποίου, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, "..μετά βεβαιότητας θα είχε περιορίσει τον τραυματισμό του στο κεφάλι...".
Επίσης, η υπό στοιχείο β' αιτίαση, της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σ' αυτήν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πέραν του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αναφέρονται στην ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 300, 330, 914 του Α.Κ.
και 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, αλλά αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με τις αναφερθείσες παραπάνω κρίσεις του, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, με το υπό στοιχείο γ' σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως.
Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, ότι α) κατά το χρόνο της συγκρούσεως ο ήδη αναιρεσείων δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, το οποίο μετά βεβαιότητος θα τον προστάτευε επαρκώς και θα είχε περιορίσει την έκταση των τραυμάτων του στην κεφαλή, το κρανίο, το πρόσωπο και το πηγούνι του, ενόψει των σωματικών κακώσεων που υπέστη στα σημεία αυτά, ήτοι βλάβη στον δεξιό οφθαλμό και το δεξιό αυτί και πολλαπλά κατάγματα στο κρανίο και τη γνάθο και β) ότι αν ο αναιρεσείων φορούσε κράνος, κατά την πρόσκρουσή του στο σκαλοπάτι του γεωργικού ελκυστήρα, το πρόσωπό του θα ήταν προστατευμένο από το κράνος και δεν θα ερχόταν σε άμεση επαφή με το σκαλοπάτι, κατά την οποία υπέστη τον προπεριγραφέντα βαρύ τραυματισμό του.
Η ως άνω κρίση του Εφετείου, περί του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μη χρήση κράνους συνετέλεσε αιτιωδώς στον τραυματισμό του ήδη αναιρεσείοντος στην κεφαλή και το πρόσωπο, περί του ότι δηλαδή η παράλειψή του αυτή βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, σε σχέση με τις σωματικές αυτές κακώσεις και την έκτασή τους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ. και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνακόλουθα δε, η υπό στοιχείο γ' αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ειδικότερα δε με την παραδοχή ότι οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στην κεφαλή και το πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατά το ένδικο ατύχημα, θα είχαν αποφευχθεί ή τουλάχιστον περιορισθεί, αν φορούσε κράνος και, συνεπώς, συνδέονται αιτιωδώς με την παράλειψή του αυτή, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον η ανωτέρω αιτιολογία, που διέλαβε, είναι σαφής, επαρκής χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση άλλων περιστατικών, και δη της, επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ως ελλείπουσας, αναφοράς των μερών της κεφαλής και του προσώπου του, που θα είχαν προστατευθεί από το κράνος και θα έμεναν ανέπαφα, στην οποία ο ίδιος επιστηρίζει το επιχείρημά του ότι η χρήση ζώνης ασφαλείας δεν ήταν επαρκής για την αποτροπή του τραυματισμού του στην κεφαλή και το πρόσωπο, αιτίαση, άλλωστε που απαραδέκτως προβάλλεται, αφού ανάγεται σε εκτίμηση επιχειρήματος του αναιρεσείοντος και αιτιολόγηση της απόρριψής του, και, συνεπώς, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθίαν, η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν στερείται νόμιμης βάσης, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, αιτίαση, ότι το Εφετείο, με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων χρονικού διαστήματος μετά την 11-1-2020, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενόψει του ότι το κονδύλιο αυτό απορρίφθηκε από το Εφετείο ως προώρως ασκηθέν και, συνεπώς, δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, ώστε να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας ότι τα επιδικασθέντα υπέρ του αναιρεσείοντος χρηματικά ποσά α) των 6.940 ευρώ, ως αποζημίωση της θετικής του ζημίας, για τη δαπάνη πρόσληψης βοηθού- συμπαραστάτη, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο και κατ' οίκον και β) των 6.797,28 ευρώ, ως αποζημίωση της αποθετικής του ζημίας για απωλεσθέντα εισοδήματα, πρέπει να μειωθούν, κατά το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος ενάγοντος ορίζοντας αυτά μειωμένα, ήτοι 4.164 ευρώ και 4.078,36 ευρώ αντιστοίχως (40%), διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος και δη ως προς το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών του αναιρεσείοντος και των συνεπειών αυτών, επί των οποίων (ο αναιρεσείων) θεμελιώνει, μεταξύ άλλων, τα άνω αγωγικά αιτήματα, (αποζημίωσης της θετικής του ζημίας για τη δαπάνη πρόσληψης βοηθού- συμπαραστάτη και αποθετικής του ζημίας για απωλεσθέντα εισοδήματά), με επακόλουθο να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298 εδ.
α', 929 εδ. α'και 930 παρ. 3 του Α.Κ. [τα οποία δεν αναφέρονται αριθμητικά, πλην όμως, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό αυτών (Α.Π. 1492/2022, Α.Π. 681/2020, Α.Π. 694/2020], τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, ενώ δέχεται με την προσβαλλομένη απόφαση ότι ο αναιρεσείων είχε υποστεί, εκτός από τον τραυματισμό του στην κεφαλή και το πρόσωπο (ο οποίος και μόνο συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψή του να φέρει προστατευτικό κράνος και δικαιολογεί τη μείωση της αποζημίωσης για τα ως άνω κονδύλια, κατά το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματός του), βαριές σωματικές βλάβες σε όλο του το σώμα (πολλαπλά κατάγματα λεκάνης, κάταγμα δεξιού αγκώνα, κάταγμα δεξιού ισχίου, ρήξη ηβικής σύμφυσης, κάταγμα μεσότητας δεξιού μηριαίου, κάταγμα ωλεκράνου, κάταγμα αριστερής ποδοκνημικής, τραυματική πάρεση αριστερού περονιαίου, πτώση άκρου ποδός, ανισοσκελία τρία εκατοστά δεξιά), δεν διευκρινίζει γιατί οι εν λόγω σωματικές του βλάβες, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την ανικανότητά του να αυτοεξυπηρετείται και να εργάζεται, περίπτωση κατά την οποία δικαιούται πλήρη, και όχι μειωμένη, την εν λόγω αποζημίωση, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Ενόψει της ελλείψεως αυτής της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγω της, χωρίς αιτιολογία, μείωσης των αξιώσεών του, για τη δαπάνη πρόσληψης βοηθού- συμπαραστάτη και για διαφυγόντα εισοδήματα, κατά το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος αυτού, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).
Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον, οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση, μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζουν το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη, δεν σημαίνει, κατ' ανάγκη, πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή, επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 του Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 398/2020, Α.Π. 684/2020, Α.Π. 142/2019).
Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (Α.Π. 466/2020, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 599/2018, Α.Π. 1572/2018, Α.Π. 441/2017, Α.Π. 158/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω θέματα, για την έρευνα των αναιρετικών λόγων, της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης αποζημίωσης, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...ο πρώτος ενάγων (ήδη αναιρεσείων)υπέστη σοβαρότατο τραυματισμό και συγκεκριμένα ανεπανόρθωτη βλάβη στον δεξιό οφθαλμό του, βαρηκοΐα στο δεξιό αυτί και ανισοσκελία του δεξιού κάτω άκρου, ήτοι αναπηρία σε ποσοστό 80%.
Σύμφωνα με το έγγραφο πιστοποίησης αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής η διάρκεια αυτής υπολογίζεται έως την 31.12.2020, γεγονός ωστόσο το οποίο ανάγεται στον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω φορέα, ο οποίος επανελέγχει την κατάσταση της υγείας του ασθενούς και δεν παράγει τεκμήριο περί της παροδικότητάς της.
Συνεκτιμώντας την εν λόγω πιστοποίηση με το γεγονός της οριστικής απώλειας του ενός (δεξιού) οφθαλμού του πρώτου ενάγοντος, τη βαρηκοΐα στο δεξιό αυτί και την ανισοσκελία των κάτω άκρων του, η οποία είναι μη επανορθώσιμη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αναπηρία του πρώτου ενάγοντος κρίνεται μόνιμη και θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στον επαγγελματικό -οικονομικό, οικογενειακό και κοινωνικό τομέα της ζωής του, καθώς θα αδυνατεί να εργασθεί σε εργασίες αντίστοιχες με αυτήν που ασκούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος, οι οποίες απαιτούν σωματική κόπωση και αρτιότητα των αισθήσεων (οράσεως, ακοής), ενώ επιπλέον θα μειονεκτεί στην ανεύρεση οιασδήποτε άλλης επαγγελματικής απασχολήσεως έναντι προσώπων της ηλικίας του.
Επίσης, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο με επιμέλεια των εναγόντων, ήδη έχει αποκλεισθεί η κοινωνική του ζωή, καθώς, λόγω της ανισοσκελίας των άκρων του, δεν δύναται να αθληθεί και να παρακολουθήσει τις δραστηριότητες που ασκούσε προ του ατυχήματος και έχουν περιορισθεί οι συναναστροφές του με τρίτους, ενώ περαιτέρω, η αναπηρία του θα επηρεάσει δυσμενώς και την οικογενειακή του ζωή, μειώνοντας τις πιθανότητες να δημιουργήσει και να συντηρήσει οικογένεια.
Προς τούτο ο πρώτος ενάγων, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του, την ηλικία του, το φύλο και τις κλίσεις του, ως και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του στη βλάβη της υγείας του, δικαιούται κατ' άρθρο 931 Α.Κ. το χρηματικό ποσό των 35.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο. Επιπλέον, ο πρώτος ενάγων, συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, υπέστη πόνο, θλίψη και ταλαιπωρία και άρα ηθική βλάβη, λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη και της νοσηλείας του σε νοσοκομείο και κλινική αποκατάστασης, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, τη συνυπαιτιότητά του στην επέλευση των τραυμάτων του, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών εξαιρουμένης της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο...".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, στο ποσό των 40.000 ευρώ και την πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ. στο ποσό των 35.000 ευρώ (χωρίς, μάλιστα, αναφορά της ηλικίας του, όπως βάσιμα ο αναιρεσείων παραπονείται με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως), υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σ' αυτόν τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του Α.Κ.
και πρόσθετης αποζημίωσης, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, 1) κατά το μέρος της που προέβη σε μείωση, κατά το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος α) του ποσού των 6.940 ευρώ της αποζημίωσης, που του επιδικάστηκε για τη δαπάνη πρόσληψης βοηθού- συμπαραστάτη και β) του ποσού των 6.797,28 ευρώ, για απωλεσθέντα εισοδήματά του και 2) κατά τα κεφάλαια αυτής, που αφορούν το ύψος της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα:
α) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 40.000 ευρώ και β) πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 του Α.Κ., ποσού 35.000 ευρώ. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ.), κατά το βάσιμο αίτημά του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 37/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία
καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο
β'αρχαιότερος Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ