Legislator Case Law & Legislation
1077/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract invalidity, ruling facts not subject to retrial.

Case Number 1077/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her claim for contract invalidity and back pay. The appellant argued the employer was not yet established at the time of hiring, but the court found this argument unsupported by evidence and inadmissible as it was not properly raised on appeal. Consequently, the court ruled that the hiring date and employer identity were established facts not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be based on specific grounds; arguments regarding the establishment of the employer at the time of hiring are factual matters not subject to appellate review if not properly contested at lower levels.

Keywords

AI generated
labor contract invalidity appellate review scope employer establishment date inadmissible appeal grounds Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 237, 346, 453 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1077 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1077/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ω. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλίκης Γκερλιώτη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "Left Media Ανώνυμη Ραδιοφωνική Τηλεοπτική Εταιρία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 530/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1611/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.12.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 1611/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ'αριθ. 530/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της. Η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας . Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 522, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός [ΑΠ 2312/2009, 1685/2007].

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο. [Ολ.Α.Π. 43/1990, ΑΠ 99/2016, 1367/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος, προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την υπ'αριθ. 5932/29.10.2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Α.

Δ., παρότι το εν λόγω έγγραφο δεν έτυχε νομίμου επικλήσεως εκ μέρους της. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι το απαράδεκτο της μη νομίμου επικλήσεως της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης προτάθηκε νόμιμα από την ίδια στο δικαστήριο της ουσίας. Επί πλέον, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ] συνάγεται ότι, όπως αναφέρεται σ'αυτήν, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθ. 5932/29.10.2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. - Α.

Σ., για τους λόγους που εκτίθενται στην απόφαση [δηλαδή η υπ'αριθ. 5932/29.10.2012 ένορκη βεβαίωση αφορούσε τον Δ. Α. Σ. και όχι τον Α. Δ.], αντιθέτως έλαβε υπόψη την υπ'αριθ. 10879/7.11.2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Δ., ληφθείσα επιμελεία της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και κατονομαζόμενη στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το σχολιασμό της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης στις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται σε αυτήν αποδείχθηκε ότι <<με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη στις 8.5.2006 η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως δημοσιογράφος στο ραδιοφωνικό σταθμό <<ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ 105,5>>, που διαχειρίζεται η τελευταία αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 2.371,44 ευρώ. ...Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία στις 2.2.2006, δεν αποδείχθηκε και πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος...όσα κατέθεσαν ο μάρτυρας της ενάγουσας ...ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και οι μάρτυρες ....

στις ένορκες βεβαιώσεις ...περί το ότι η εναγομένη εταιρία προσέλαβε την ενάγουσα στις 2.2.2006, δεν κρίνονται πειστικά, καθώς έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το Καταστατικό Σύστασης ... εκ του οποίου αποδεικνύεται ότι η σύνταξη του Καταστατικού της εναγομένης εταιρείας πραγματοποιήθηκε στις 13.3.2006. Επομένως κατά τον επικαλούμενο από την ενάγουσα χρόνο πρόσληψης, η εναγομένη εταιρεία δεν είχε καν συσταθεί και βρισκόταν σε προϊδρυτικό στάδιο....

ούτε και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας συνήφθη με κάποιο άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο , που ενεργούσε για λογαριασμό της υπό ίδρυση εναγομένης εταιρείας... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της ...μέχρι την 1.3.2018 οπότε αυτή κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της και της προσέφερε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης την οποία η ενάγουσα αρνήθηκε να εισπράξει μέσω κατάθεσής της στον λογαριασμό μισθοδοσίας της και για το λόγο αυτό η εναγομένη εταιρία νομίμως ....προέβη σε παρακατάθεση της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων>>.

Ως εκ τούτου, κατέληξε το Δικαστήριο, τα αιτήματα περί ακυρότητος της καταγγελίας λόγω μη καταβολής του συνόλου της νόμιμης αποζημίωσης και περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.3.2018 έως 30.9.2018 είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε υπόψη το, από 13.3.2006, Καταστατικό της αναιρεσίβλητης εταιρείας, γιατί αυτό δεν είχε προσκομισθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο αλλά προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, γιατί δεν γίνεται επίκληση ότι προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο. Επί πλέον το δικαστήριο δεν απέκρουσε ως απαράδεκτο, κατ'άρθρ. 529 παρ.2 ΚΠολΔ, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, δεχόμενο την προσαγωγή του. Από τις παραδοχές της απόφασης συνάγεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, στις 8.5.2006, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, τη χωρίς όρκο κατάθεση μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης εταιρείας ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως χωρίς να παραλείπεται κανένα, τις ένορκες βεβαιώσεις που κατονομάζονται σε αυτήν.

Η αναφορά περί σύνταξης του Καταστατικού της εταιρείας στις 13.3.2006 δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης αλλά χρησιμοποιείται ως επιχείρημα της έλλειψης πειστικότητας του μάρτυρα της ενάγουσας και των ενόρκως υπέρ αυτής βεβαιούντων. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 416/2022, 316/2017, 130/2016, 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο, που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π 12/1991). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7δ του Ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 7 του Π.Δ. 409/1986 (προς εναρμόνιση με την Οδηγία 68/151/ΕΟΚ), πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και σε ολόκληρο.

Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν, μέσα σε τρείς μήνες από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις. Η προθεσμία των τριών μηνών δεν είναι αποκλειστική, δηλαδή η Α.Ε. μπορεί να αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και μετά την παρέλευση του τριμήνου, οπότε ευθύνεται τόσο η ίδια όσο και οι ιδρυτές σε ολόκληρο.

Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν για την Α.Ε., οι ιδρυτές της και κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή και πρίν από την κατάρτιση του καταστατικού της [ΑΠ 724/2015, 430/2013]. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 7δ του ν. 2190/1920, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. , δεχόμενο ότι κατά τον χρόνο που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προσελήφθη [2.2.2006], η εναγομένη δεν είχε κάν συσταθεί και βρισκόταν σε προϊδρυτικό στάδιο, ως μη έχουσα δε νομική προσωπικότητα, δεν ήταν σε θέση να συνάψει σύμβαση εργασίας με εργαζόμενο.

Ο λόγος αυτός βασίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις , αφού η αγωγή δεν έχει βάση εκ του άρθρου 7δ του ν.2190/1920 ούτε προβλήθηκε παραδεκτά τέτοιος ισχυρισμός. Αντιθέτως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η πρόσληψη της ενάγουσας έγινε από την εναγομένη και δεν αναφέρεται σε αυτήν ότι έγινε από φυσικά πρόσωπα, εκπροσώπους της, σε στάδιο προ της ιδρύσεώς της, η δε εναγομένη ανέλαβε μετά τη σύστασή της την ευθύνη της.

Συνεπώς, δεν έσφαλε η προσβαλλομένη, η οποία με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο πόρισμα ότι η πρόσληψή της αναιρεσείουσας έγινε από την εναγομένη. Τα αναφερόμενα ότι δεν υπήρξε ισχυρισμός εκ μέρους της ενάγουσας περί πρόσληψής της από άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο πλην της εναγομένης αποτελούν επιχείρημα υπέρ του ως άνω πραγματικού γεγονότος της πρόσληψής της απ'ευθείας από την εναγομένη, το οποίο δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Πέρα από αυτά οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί πρόσληψής της πριν από τη σύσταση της εναγομένης είναι απαράδεκτοι, γιατί δεν γίνεται επίκληση ότι προτάθηκαν στο Εφετείο, παρότι υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης εκ μέρους της εναγομένης. Κατ'ακολουθίαν και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ] και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη ότι προσλήφθηκε στις 2.2.2006 από πρόσωπο, που ενεργούσε για λογαριασμό της υπό ίδρυση εναγομένης εργοδότριας, εκτελούσε εργασία υπό τις οδηγίες εκπροσώπου της και ως εκ τούτου έπρεπε να ληφθεί υπόψη στην πρόσληψή της η ως άνω ημερομηνία και κατ'επέκταση στον χρόνο υπηρεσίας της και τον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεώς της.

Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, γι' αυτό πρέπει ν'απορριφθεί. Ομοίως, απαράδεκτα και αβάσιμα είναι τα υποστηριζόμενα, επικουρικώς, ότι συνέτρεχε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, την οποία όφειλε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατ'άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και να θεωρήσει περί ύπαρξης μίας ενιαίας επιχείρησης με χρόνο πρόσληψής της την 2.2.2006, που προτείνονται για πρώτη φορά.

Μετά από αυτά μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ], ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 1611/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1.800] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ