Supreme Court dismisses State's appeal on public land ownership, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling on public land ownership. The State argued the lower court distorted a technical report claiming the disputed area was not public property, but the Court found the First Instance correctly weighed all evidence including witness testimony and documents. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it challenged the court's non-appealable evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The death of a party suspends proceedings until heirs are identified, and appeals against factual findings or evidence evaluation are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1077 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1077/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γεωργακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 12-7-2017, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 38/2/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κηφισιάς και την παρούσα δίκη συνεχίζει η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 ΚΠολΔ, (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 9-8-2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Κηφισιάς, στις 12-7-2017 απεβίωσε στην Αθήνα ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α.
Π., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της υπ' αριθ. ... πράξεως αποδοχής κληρονομίας της Ε. Κ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Ε. Ρ.- Α., δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης του Α. Π. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Ρήγα, β) των υπ' αριθ. 4585/20-9-2019 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί της δημοσίευσης της ...
δημόσιας διαθήκης του Α. Π., γ) των υπ' αριθ. 53120/22-10-2019 και 58314/18-11-2021 πιστοποιητικών του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω, διαθήκης, δ) του 21359/26-11-2021 πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος της Ε. Κ. στην κληρονομιά του Π.
Α. και περί μη προσβολής του κύρους αυτής και ε) το υπ'αριθ. 11357/8.9.2017 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του αποβιώσαντος Α. Π. του Δήμου Λοκρίδος, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης κατά το ποσοστό συγκυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του περιγραφομένου ακινήτου, τα εδαφικά τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα, από την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Η τελευταία υπό την ιδιότητά της αυτή της κληρονόμου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Γεωργακόπουλου στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο του προαναφερόμενου πρώτου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται, από αυτήν.
Η από 3-11-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 71/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 Κ.Πολ.Δ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 369, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054-1055 ΑΚ προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054-1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων, που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής, θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτόν τρόπο.
Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11/9/1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.
Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.
Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του,: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά τον χρόνο εκείνο, β) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 βδ "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 βδ ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, άλλως κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, άλλως ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ε) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα, στ) άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, πράξεις χαρακτηρισμού, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλπ.
Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 894/2020, ΑΠ1182/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφίων α'- γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο και ο λόγος αυτός.
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 Κ.Πολ.Δ, με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την αναφορά επίσης στο αναιρετήριο των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του ή ότι υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 164/2020, ΑΠ 629/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των λόγων αυτών πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωση του ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ.13 και Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Περαιτέρω, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελούν ενστάσεις του τελευταίου, πρέπει να προτείνονται και να αποδεικνύονται από αυτό και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων.
Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θ' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 148/2016). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης .
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ Ολομ 8/2013, ΑΠ Ολομ 14/2004, Α.Π 444/2021, 344/2021 ΑΠ 284/2021, ΑΠ 255/2020,ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 87/2013).Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο.
Προϋποθέσεις της ιδρύσεως του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου είναι να πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και αφ' ενός η παραμόρφωση να εντοπίζεται σε προφανές διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, το οποίο να προκύπτει από την σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, αφ' ετέρου δε το επίδικο έγγραφο να προσέκτησε πρωτεύοντα λόγο κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, ούτως ώστε να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του σφάλματος αναγνώσεως του δικαστηρίου και του επιζήμιου αποδεικτικού πορίσματος ως προς την ύπαρξη ή μη κρισίμων πραγματικών γεγονότων θεμελιούντων ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 27/2020, ΑΠ 186/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ), αναφορικά με την από 7-11-2013 αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της αρχικής εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, αγωγή που έχει βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κατά τις διατάξεις του Α.Κ των περιγραφομένων εδαφικών τμημάτων που βρίσκονται στη θέση "…." της περιφέρειας του Δημοτικού διαμερίσματος Αταλάντης, το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροτεμαχίου (ελαιοπεριβόλου), εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 8.003,76 τμ και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 8.003,42 τμ, το οποίο βρίσκεται στη θέση "…." της περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Αταλάντης της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αταλάντης, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ΥΒΓ ΔΕΖΗΘΙΚΜΝΞΧΦΥ στο υπ' αριθμ. 01/2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού...., που προσαρτήθηκε στο υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αταλάντης....Το ακίνητο αυτό είναι εκτός σχεδίου ζώνης, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 1337/1983, συνορεύει δε κατά τον τίτλο κτήσης ανατολικά με ιδιοκτησία......,δυτικά με ιδιοκτησίες .... βόρεια με δουλεία διόδου πλάτους 4,5 και πέραν αυτής με ιδιοκτησία ....και με ιδιοκτησία ....και νότια με ιδιοκτησίες........
Το ακίνητο αυτό, εντός του οποίου υπάρχουν 130 ελαιόδενδρα και διώροφη οικία την οποία ανήγειραν οι ενάγοντες δυνάμει της υπ' αριθμ. ... άδειας οικοδομής του γραφείου πολεοδομίας της νομαρχίας Φθιώτιδας, περιήλθε στους ενάγοντες δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου (...), που μεταγράφηκε νόμιμα, με αγορά από τον αληθή κύριο αυτού Δ.
Ζ. του Β., στον οποίο είχε περιέλθει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομιάς του πατέρα του Β. Ζ., ο οποίος απεβίωσε το 1974, χωρίς να αφήσει διαθήκη και της μητέρας του που απεβίωσε το 1994, την κληρονομιά των οποίων αποδέχθηκε με τις υπ' αριθμ. ... και ... πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου Αταλάντης ...που μεταγράφηκαν νόμιμα, και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από δωρεά εν ζωή από τον αδερφό του Α.
Ζ. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του ίδιου συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Στον απώτερο δικαιοπάροχο Β. Ζ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1944 πατρός του Δ. Ζ. και κατόπιν προφορικής διανομής με τους λοιπούς συγκληρονόμους αυτού.
Τόσο ο απώτερος (Δ. Ζ. του Β.) όσο και οι απώτατοι (Β. Ζ. και Δ. Ζ., πατέρας του προηγούμενου) δικαιοπάροχοι των εναγόντων νέμονταν το ως άνω ακίνητο από την περιέλευσή του σε αυτούς με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής (επίβλεψη, φύτευση ελαιοδένδρων, συλλογή καρπών).
Κατά την κτηματογράφηση το ανωτέρω ακίνητο δεν καταχωρήθηκε ως ενιαίο ακίνητο, αλλά κατακερματίσθηκε σε επιμέρους τμήματα με διαφορετικά ΚΑΕΚ, ορισμένα από τα οποία φέρονται ως τμήματα ακινήτων που ανήκουν σε άλλους ιδιοκτήτες (βλ τις υπ' αριθμ. 132, 133 και 134/2010 και 9/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με τις οποίες διορθώθηκαν οι πρώτες εγγραφές των ακινήτων με ΚΑΕΚ 460232517160/0/0, 460232517133/0/0, 460232517145/0/0, 460232517175, ώστε τμήματα αυτών να λάβουν διαφορετικό ΚΑΕΚ και να εγγραφούν ως συγκύριοι αυτών οι ενάγοντες, τα υπ' αριθμ. 1/2010 και 1/2015 πρακτικά εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς που αφορούσε το μεν πρώτο τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 460232517176 και το δεύτερο τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 460232517176), κάποια, όπως τα επίδικα, στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ορισμένα περιέχουν εντός των ορίων τους τμήματα ακινήτων που δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των εναγόντων αλλά ανήκαν σε άλλους ιδιοκτήτες (βλ την υπ' αριθμ. 37/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας με την οποία διορθώθηκε το εμβαδό της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής των ακινήτων με ΚΑΕΚ 460232517189/0/0 και 460232517188/0/0, που εμφανίζονταν ως ανήκοντα στους νυν ενάγοντες, ώστε να αφαιρεθούν από αυτά τμήματα που δεν ανήκαν στους ενάγοντες, αλλά σε άλλους ιδιοκτήτες καθώς και το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 1/2010 πρακτικό που αφορούσε τμήματα των με ΚΑΕΚ ...
και 4602324171789 που δεν ανήκαν στους νυν ενάγοντες καίτοι στο κτηματολόγιο εμφανίζονταν ως ιδιοκτησία τους). Επίδικα στην παρούσα υπόθεση είναι: α) το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, εμβαδού 322,48 τμ, εμφαινόμενο με τα στοιχεία 74-75-76-77-78-79-80-81-82-74 και υπό τον αριθμό (6) στο από 5.2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.Γ., το οποίο κατά το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα συνορεύει βόρεια, νότια και ανατολικά με το με ΚΑΕΚ 460232517160 ακίνητο, το οποίο φερόταν να ανήκει στον Α.
Γ. και ήδη με την προμνημονευόμενη υπ' αριθμ. 132/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας διατάχθηκε η διόρθωση της αρχικής εσφαλμένης εγγραφής ώστε να εγγραφεί τμήμα αυτού ως ανήκον στους νυν ενάγοντες, και δυτικά με το υπ' αριθμ. (8) τμήμα ακινήτου που αμέσως παρακάτω αναφέρεται, β) τμήμα που εμφανίζεται να ανήκει στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 460232517036 ακινήτου και συνολικό εμβαδό 1.126 τμ.
Το επίδικο τμήμα έχει εμβαδό 245,12 τμ, εμφαίνεται με τα στοιχεία 72-73-74-82-34-83-84-72 και με τον αριθμό (8) στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει κατά το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ 460232517133, νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ 460232517145, το οποίο φερόταν να ανήκει στο Ν. Ζ. και ήδη με την υπ' αριθμ. 134/2010 προμνημονευόμενη απόφαση διατάχθηκε η διόρθωση της αρχικής εσφαλμένης εγγραφής ώστε να εγγραφεί τμήμα αυτού ως ανήκον στους νυν ενάγοντες, ανατολικά με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 460232517160, για το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 132/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., που είναι επίσης επίδικο (υπό α) και δυτικά με υπόλοιπο τμήμα ακινήτου με ΚΑΕΚ 460232517036 και γ) τμήμα που φαίνεται να αποτελεί τμήμα δρόμου με ΚΑΕΚ 46023ΕΚ 00181, συνολικής έκτασης 2.108 τμ.
Το επίδικο έχει εμβαδό 246,95 τμ, εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 12-65-35-36-37-38-39-42-43-44- 45- 63-64-12 και με αριθμό (14) και συνορεύει κατά το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα βορειοδυτικά με τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 460232517178 και με τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 460232517188, βορειοανατολικά με τμήμα του με ΚΑΕΚ 46023ΕΚ00181 ακινήτου, νοτιοανατολικά με τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 460232517133 και με τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 4602325171189 και νοτιοδυτικά με υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου με το ίδιο ΚΑΕΚ.
Το υπό γ επίδικο τμήμα εμφανίζεται στα κτηματολογικά φύλλα ως τμήμα δρόμου που ανήκει στο εναγόμενο. Τα υπό α, β και γ τμήματα αποτελούν στην πραγματικότητα τμήματα του ενιαίου ακινήτου, εκτάσεως 8.003,42 τμ, που κατά τον τρόπο που ανωτέρω εκτίθεται περιήλθε στους ενάγοντες. Ειδικώς ως προς το υπό γ επίδικο τμήμα σημειώνεται ότι αυτό αποτελεί τμήμα ιδιωτικού μονοπατιού μεγαλύτερης συνολικής έκτασης που κατά τις αρχές του 1980 είχαν δημιουργήσει οι τότε ιδιοκτήτες του ενιαίου ακινήτου που πλέον ανήκει στους ενάγοντες, δηλαδή η οικογένεια Β.
Ζ., προκειμένου να επικοινωνεί τόσο το ακίνητο αυτό όσο και τα γειτονικά του, τα οποία, πλην ενός, ανήκαν σε μέλη της ευρύτερης οικογένειας Ζ. με τον επαρχιακό δρόμο Ελάτειας-Αταλάντη ς και όχι για να εξυπηρετούνται γενικά οι κάτοικοι της περιοχής. Όταν το ενιαίο ακίνητο, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα, μεταβιβάσθηκε σε τρίτους εκτός της οικογένειας, δηλαδή τους ενάγοντες, η ύπαρξη του μονοπατιού αυτού καταγράφηκε στο πωλητήριο (υπ' αριθμ. ...) προκειμένου να μην υπάρξουν αμφισβητήσεις ως προς τη δυνατότητα εξακολούθησης της χρήσης του από τους γείτονες (βλ σχετικό χωρίο στη σελ 5 του ως άνω συμβολαίου), καθώς η κυριότητα τμήματος του μονοπατιού αυτού περιερχόταν πλέον στους ενάγοντες, αφού αποτελούσε τμήμα του ακινήτου και ιδιωτική έκταση.
Από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο απέκτησε κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων, πέραν του ότι το εναγόμενο δεν επικαλείται κατά τρόπο θετικό τα θεμελιωτικά γεγονότα κτήσεως κυριότητας επ'αυτών. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι τα ως άνω επίδικα τμήματα είναι δημόσια, ότι το εκκαλούν άσκησε καθ' οποιοδήποτε χρονικό διάστημα πράξεις εξουσίασης αυτών ή ότι κατέστησαν καθοιονδήποτε χρόνο αδέσποτα με οποιοδήποτε τρόπο.
Αντίθετα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 220/22.11.2003 πράξη χαρακτηρισμού του τμήματος δασαρχείου Αταλάντης της Διεύθυνσης Δασών Ν. Φθιώτιδας, η οποία κατέστη τελεσίδικη, έκταση 12.007,40 τ.μ, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα, χαρακτηρίσθηκε ως αγροτική έκταση, διότι "είχε ανέκαθεν αγροτική μορφή και χαρακτήρα", κατά την από 19.11.2009 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού Π.
Π., υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν Φθιώτιδας, η επίδικη έκταση δεν είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο τμήμα, κατά το υπ' αριθμ. πρωτ. 1772/30.9.2009 του προϊσταμένου της Δνσης Τοπογραφικής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας η επίδικη έκταση δεν είναι δημόσια κατά την έννοια της εποικιστικής νομοθεσίας, κοινόχρηστη ή διαθέσιμη, ενώ σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 43431/2123/10.6.2010 έγγραφο του τμήματος δασικών χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Ν.
Φθιώτιδας, στο οποίο περιλαμβάνονται οι υπηρεσιακές απόψεις για την εν λόγω υπόθεση, "δεν ανευρέθηκαν στα αρχείο της Υπηρεσίας ... άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η επίδικη έκταση διαχειρίζονταν και προστατεύονταν στο παρελθόν από την Υπηρεσία ... στα πλαίσια των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας κι ούτε έχει εκδοθεί ποτέ για αυτή ΠΔΑ, συνεπώς δεν εποπτεύεται και δεν προστατεύεται από την Υπηρεσία ...
στα πλαίσια της δασικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου προτείνουμε να μη διεκδικηθούν δικαιώματα κυριότητας από το Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία να βασίζονται στο χαρακτήρα της έκτασης ως δασικής". Σημειώνεται δε ειδικώς ως προς το υπό γ ακίνητο ότι το μονοπάτι, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ουδέποτε αφέθηκε στην κοινή χρήση, στοιχείο άλλωστε που το δημόσιο ουδόλως επικαλείται.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όταν άρχισε η διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής τα επίδικα ενεγράφησαν με δικαιούχο πλήρους επ' αυτών κυριότητας το εναγόμενο. Ειδικότερα το υπό α ακίνητο εμφανίσθηκε ως αυτοτελές ακίνητο με ΚΑΕΚ 46023251735, το υπό β ακίνητο εμφανίσθηκε ως τμήμα ευρύτερου ακινήτου με ΚΑΕΚ 460232517036, ενώ το υπό γ ακίνητο εμφανίσθηκε ως τμήμα δρόμου με ΚΑΕΚ 46023 ΕΚ 00181.
Οι πιο πάνω εγγραφές είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επί των επίδικων ακινήτων. Συντρέχει επομένως, νόμιμος λόγος να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος των επίδικων υπό α, β και γ ακινήτων, να διαταχθεί η διόρθωση των αρχικών εγγραφών, ώστε να εγγραφούν οι ενάγοντες συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος με τίτλο κτήσης το υπ' αριθμ. ...
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αταλάντης Ε. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα (τα 315, αρ 50), αφού προηγουμένως τα υπό β και γ ακίνητα λάβουν αυτοτελές ΚΑΕΚ, διάφορο των ιδιοκτησιών με ΚΑΕΚ 460232517036 και ΚΑΕΚ 46023 ΕΚ 00181, στις οποίες φαίνεται αντιστοίχως να ανήκουν. Με βάση τα παραπάνω έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο αντίθετος πρώτος λόγος της έφεσης και η έφεση στο σύνολο της".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α και 19 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων του βυζαντινορωμαικού δικαίου ν. 8 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. 41.4, 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. (941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 κωδ. 7,30, ν.
ΙΙ.Κωδ. 7, 32 παρ. 12 , άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.3.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.11.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8.7.1836 και 2/14.10.1836, του Ν.
της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, του Ν. ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.6.1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", τις οποίες δεν ερμήνευσε ορθά και δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες και δεν περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινωρωμαίκού δικαίου.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι οι στηριζόμενοι στις προαναφερόμενες διατάξεις ισχυρισμοί, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται, αποτελούν ενστάσεις του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου που προβάλλονται και αποδεικνύονται από αυτό, δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου νομίμως και επαναφέρθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως λόγοι εφέσεως.
Ούτε, άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 7-11-2013 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, προκύπτει ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε τους ισχυρισμούς που στηρίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ούτε και με σχετικό λόγο έφεσης προέβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς.
Ειδικότερα, ενώπιον του Εφετείου με τον πρώτο λόγο έφεσης το αναιρεσείον προέβαλε ότι, ενόψει της εκ μέρους του αρνήσεως της ένδικης αγωγής και αμφισβητήσεως της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, οι τελευταίοι όφειλαν να επικαλεστούν και αποδείξουν την απαιτούμενη κατά το ισχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο τριακονταετή νομή των δικαιοπαρόχων τους, προκειμένου να θεμελιωθεί έναντι του Δημοσίου κυριότητα σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 της 21-6/3- 7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, του άρθρου 21 του ν.δ της 22-4-/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και των άρθρων 60 του ν.
ΣΟΖ/1855 και 12 παρ.1 του ν. ΔΝΖ/1912. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στην νομική σκέψη που παρατίθεται πιο πάνω, οι ενάγοντες, ενόψει της προαναφερόμενης εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αμφισβητήσεως της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, δεν έφεραν το βάρος να επικαλεσθούν και αποδείξουν ότι τα επίδικα δεν είναι αντικείμενα επιδεκτικά χρησικτησίας, ή ότι δεν εξαιρούνται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσια και συνεπώς με βάση τα δεδομένα αυτά δεν τίθεται ζήτημα έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα περί κτήσεως της συγκυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, τα οποία είχαν ανέκαθεν αγροτική μορφή και χαρακτήρα, υπόκειντο σε ιδιωτική εξουσίαση και περιλαμβάνονταν στους τίτλους κτήσεως των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, δεν ήταν δε δημόσια και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε καθ' οιοδήποτε χρονικό διάστημα πράξεις εξουσίασης αυτών.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα ότι, συνεπεία της εκ μέρους του αρνήσεως της αγωγής, οι ενάγοντες όφειλαν ν' αποδείξουν ότι οι δικαιοπάροχοί τους έχουν συμπληρώσει επί των επιδίκων τριακονταετή χρόνο χρησικτησίας μέχρι το 1915 ή ότι απέκτησαν τα επίδικα μετά από πώληση της έκτασης από Οθωμανούς ιδιώτες σε Έλληνες, οι οποίοι στη συνέχεια τα μεταβίβασαν στους ίδιους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται, το Ελληνικό Δημόσιο ως εναγόμενο όφειλε ν' επικαλεσθεί και αποδείξει ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είναι δημόσια και περιήλθαν στην κυριότητα του με ένα από τους αναφερόμενους στην προεκτεθείσα νομική σκέψη τρόπους και συνεπώς τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητα του τις έφερε το αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι.
Με τον τρίτο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα δεν είναι δημόσια και ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε καθ' οποιοδήποτε χρονικό διάστημα πράξεις εξουσίασης αυτών ή ότι κατέστησαν καθ' οιονδήποτε χρόνο αδέσποτα ή με οποιοδήποτε τρόπο, παραδοχές που δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα δεν αποτελούν αυτοτελείς αγωγικούς ισχυρισμούς, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται, που όφειλαν να επικαλεσθούν και αποδείξουν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι. Σε κάθε περίπτωση δε ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι των επιδίκων εδαφικών τμημάτων τα οποία είχαν ανέκαθεν αγροτική μορφή και χαρακτήρα, υπόκειντο σε ιδιωτική εξουσίαση και περιλαμβάνονταν στους τίτλους κτήσεως αυτών (εναγόντων) και των δικαιοπαρόχων τους, όχι χωρίς αποδείξεις, αλλά στηριζόμενο στα προσκομισθέντα και μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν).
Με τον τέταρτο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 19-11-2009 τεχνικής έκθεσης της τοπογράφου μηχανικού Π. Π., υπαλλήλου της Κτηματικής υπηρεσίας του Νομού Φθιώτιδας, σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση δεν είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο κτήμα, με το να δεχθεί ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα δεν αποτελούν δημόσιο κτήμα.
Το Εφετείο όμως δέχθηκε τα παραπάνω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, μεταξύ των οποίων και η από 19-11-2009 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού Π.
Π., υπαλλήλου της Κτηματικής υπηρεσίας του Νομού Φθιώτιδας, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, αλλά τα συνήγαγε από τη συνεκτίμηση του εν λόγω εγγράφου με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει το ίδιο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν τη μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 3-11-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 71/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ,άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-11-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 71/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας .
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ