Legislator Case Law & Legislation
1077/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to state material facts in the grounds of appeal.

Case Number 1077/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision regarding statute of limitations. The State argued that claims were time-barred, but the appeal failed because it did not specify the factual assumptions underlying the lower court's rejection of the statute of limitations defense. The court ruled that an appeal must articulate the specific facts accepted by the lower court to demonstrate a violation of substantive law, which the State omitted entirely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds do not specify the material facts accepted by the lower court that serve as the basis for the alleged violation of substantive law.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statute of limitations material facts substantive law violation grounds of appeal code of civil procedure factual assumptions

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Appeal 1/2016
General Appeal 2/2013
General Appeal 7/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1077 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1077/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1…. 25. , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κυριακουλάκο, με δήλωση το άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 828/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 17/10/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17/10/2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 154/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 828/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 27/6/2016 εφέσεως κατά της 83/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία ταυτίζεται με εκείνη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013 και Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικής και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016 και ΑΠ 1420/2013) για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση έστω και κατά τρόπο συνοπτικό με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.

ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010). Επομένως η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο ως αναγκαίες κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής ή ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του σχετικού λόγου αναίρεσης, που προβάλλεται στο αναιρετήριο.

Η πιο πάνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. ΑΠ 27/1998 και Ολ. ΑΠ 32/1996) ούτε και με τις πριν της συζήτησης της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Στη προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκθέτει στην αίτησή του ότι οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, τα οποία αντιστοιχούσαν σε προσαύξηση 25% επί του βασικού μισθού, του μισθολογικού τους κλιμακίου ή επί του ημερομισθίου, λόγω της απασχόλησής τους κατά τις νυχτερινές ώρες στο Υπουργείο Πολιτισμού, προσαύξηση η οποία, μη νομίμως κατά τους ισχυρισμούς τους δεν τους καταβλήθηκε.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 83/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναλυτικά εκτιθέμενα σ' αυτή ποσά. Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 27/6/2016 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 828/2018 απόφασή του δεχόμενο τυπικά και ουσιαστικά την έφεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επανυπολογίζοντας τα αιτούμενα ποσά υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά.

Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής πλημμέλειες: α) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη προέβη σε μη ορθή εφαρμογή του νόμου όσον αφορά τον 21ο και 22ο ενάγοντες - αναιρεσιβλήτου, που εργάζονται σ' αυτό δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Ειδικότερα το αναιρεσείον ισχυρίζεται: "εφαρμοστέες διατάξεις που καθορίζουν τις αποδοχές των ως άνω υπαλλήλων είναι οι διατάξεις των άρθρων 12, 13, (βασικός μισθός), 15, 16, 17 και 20 (επιδόματα) του Ν. 4024/2011 κατ' εφαρμογή της ΚΥΑ 2/13917/0022/17-2-2012, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 2 του Ν. 4024/2011 επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4024/2011 και στους υπαλλήλους του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αυτές οι διατάξεις ορίζουν τις αποδοχές των υπαλλήλων κατά τρόπο αποκλειστικό χωρίς να επιτρέπεται η καταβολή αποδοχών, μη προβλεπομένων στα άρθρα αυτά υπό τους όρους των διατάξεων αυτών...."Στη συνέχεια το αναιρεσείον, αφού επικαλείται τις διατάξεις της νομοθεσίας, οι οποίες είναι εφαρμοστέες καταλήγει ότι: "το δικαστήριο κρίνοντας τα αντίθετα δηλαδή ότι είναι εφαρμοστέες η 18310/1946 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και η απόφαση του Υπουργείου Εργασίας Φ. 27019/2/1953 (ΦΕΚ Β' 275/16-12-1953) κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα.

β) Το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε το νόμο, όσον αφορά τους εργαζομένου ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους σ' αυτό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δηλαδή όλους τους αναιρεσιβλήτου πλην του 21ου και 22ου και επισημαίνει ότι "....ειδικότερα, όπως επικαλεσθήκαμε και στην έφεσή μας εφαρμοστέες διατάξεις για το τμήμα του επιδίκου χρονικού διαστήματος έως την 1-11-2011 ήταν οι διατάξεις του Ν. 4024/2011.

Οι διατάξεις αυτές όριζαν τα εξής: "Στη συνέχεια το αναιρεσείον, αφού παραθέτει τις διατάξεις της νομοθεσίας που επικαλείται ότι είναι εφαρμοστέες συνεχίζει ότι: "Αντ' αυτών το κατ' έφεσιν δικάσαν δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις των α) 18310/1946 κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και β) απόφασης του Υπ.

Εργασίας Φ. 27019/2/1953 (ΦΕΚ Β' 275/16-12-1953), γ) του άρθρου 60 του Ν. 410/1988 για το χρονικό διάστημα έως την 1/1/2011 ενώ για το λοιπό χρονικό διάστημα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011 contra legem καθώς δεν συνέτρεχαν σε προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής καθιστώντας την απόφασή του αυτή αναιρετέα. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε μη ορθή εφαρμογή του νόμου σχετικά με τις διατάξεις περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου αναφορικά με τους 1-8, 11-13, 15-17, 19 και 21-25 και διαλαμβάνει ότι: "Ειδικότερα, όπως αναλυτικά είχαμε εκθέσει με τις πρωτόδικες προτάσεις μας για την αδόκητη περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί, ως βάσιμη η ένδικη αγωγή επαγόμεθα επικουρικώς ότι έχει υποπέσει σε παραγραφή το σύνολο των ενδίκων απαιτήσεων, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι 31-12-2012 δεδομένου ότι από το χρόνο γέννησης, 1η κάθε μηνός, μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ήτοι επίδοσης στον Υπουργό Οικονομικών, που έλαβε χώρα στις 31-12-2014 παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της διετίας για τους κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενους λόγους....".

Στη συνέχεια, αφού το αναιρεσείον εκθέτει τις διατάξεις της νομοθεσίας που επικαλείται ότι είναι εφαρμοστέες εκθέτει ότι: "Ενόψει όλων των παραπάνω έχουν υποπέσει σε παραγραφή το σύνολο των ενδίκων απαιτήσεων, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι 31-12-2012, δεδομένου ότι από το χρόνο γέννησής τους (1η εκάστου μηνός) μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ήτοι επίδοσης στον Υπουργό Οικονομικών, που έλαβε χώρα στις 31-12-2014 παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.

Έσφαλε συνεπώς κρίνοντας ότι οι αξιώσεις των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων, που αφορούν στο Δεκέμβριο 2012 δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή και θα πρέπει γι' αυτό το λόγο να εξαφανισθεί, (η αναιρεσιβαλλόμενη). Με το περιεχόμενο αυτό οι τρεις λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και επομένως απαράδεκτοι, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή του εκ του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Επίσης δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την υπαγωγή των εναγόντων αναιρεσιβλήτων συνδεομένων με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αλλά και περί του ότι οι αξιώσεις τους δεν έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή για το επικαλούμενο με την αίτηση αναιρέσεως χρονικό διάστημα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση είχε κάνει μερικώς δεκτή την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Επιπροσθέτως το αναιρεσείον περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, που ανάγεται στη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλλουμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί έστω και κατά τρόπο συνοπτικό στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο πιο πάνω συμπέρασμα.

Επομένως πρέπει οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2018 και με αριθμό καταθέσεως 154/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 828/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ