1077/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated1077/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1077 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1077/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Π. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λιάπη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βασιλάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1084/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5224/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5224/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 592 επ. ΚΠολΔ (γαμικών διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1084/12 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε απαγγελθεί η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, κατά παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενου ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων από λόγο που αφορά το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ενώ απορρίφθηκε η αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία και εκείνη είχε ζητήσει τη λύση του γάμου τους, επικαλούμενη ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων από λόγο που αφορά το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου.
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως λόγος διαζυγίου, ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα, ως βάση του ισχυρού κλονισμού.
Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.
Συνέπεια τούτων είναι, ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο, ούτε ως προς την ύπαρξη καθ’ εαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά την έννομη σχέση ή το δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (ΚΠολΔ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του εναγόμενου, τα δε ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής.
Στην πραγματικότητα, δηλαδή, αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι, όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ’ αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές, ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και, ως εκ τούτου, το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο του αντικειμενικού κλονισμού του γάμου (ΑΠ 1326/2008).
Εξάλλου, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης επί της έφεσης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η έλλειψή του δε συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου της έφεσης, ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, 516 και 532 ΚΠολΔ), ενώ η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη αυτής ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 339/2010).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων Γ. Κ. με την από 3-4-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε τη λύση του γάμου του με την εναγομένη σύζυγό του και ήδη εκκαλούσα, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπό της, επικαλούμενος ότι για εκείνον βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης με την εναγομένη είναι αφόρητη.
Εξάλλου, η εναγομένη στην ως άνω αγωγή Μ. Κ., με την από 18-3-2013 αγωγή της ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, ζήτησε και αυτή τη λύση του μεταξύ αυτής και του εναγομένου υφιστάμενου γάμου, επικαλούμενη ότι από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του συζύγου της επήλθε ισχυρός κλονισμός των σχέσεών τους, ώστε βάσιμα πλέον η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για αυτήν.
Επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1084/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η από 18-3-2013 αγωγή της ήδη εκκαλούσας, ακολούθως έγινε δεκτή η από 3-4-2012 αγωγή του ήδη εφεσίβλητου και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων.
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται τώρα η ενάγουσα στην από 18-3- 2013 αγωγή και εναγομένη στην από 3-4-2012 αγωγή και ζητεί, για τους διαλαμβανόμενους στην έφεσή της λόγους, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, έτσι ώστε να απορριφθεί η από 3-4-2012 αγωγή του συζύγου της Γ. Κ. και να γίνει δεκτή η δική της από 18-3-2013 αγωγή και να απαγγελθεί η λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως των διαδίκων εξαιτίας λόγων που αφορούν το πρόσωπο του εφεσίβλητου συζύγου της.
Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη έφεση είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθ’ όσον η έννομη συνέπεια, δηλαδή η λύση του γάμου, που επεδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή από την εκκαλουμένη της από 3-4-2012 αγωγής του Γ.
Κ.. Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δυσμενείς για την εκκαλούσα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν το πρόσωπό της, δεν έχει δυσμενή επίδραση στις έννομες σχέσεις τους, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον για άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αφού από τις αιτιολογίες αυτές δεν ιδρύεται δεδικασμένο.
Πράγματι, το ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε εξαιτίας γεγονότων που συνδέονται με το πρόσωπο της εκκαλούσας δεν έχει άλλη έννομη συνέπεια γι’ αυτήν πέρα από την επιδιωκόμενη και από την ίδια λύση του γάμου. Επομένως, η έφεση πρέπει για τον ως άνω λόγο να απορριφθεί...". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο, εφόσον η αναιρεσείουσα με την έφεσή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, ζήτησε τη μεταρρύθμιση της απόφασης, ως προς το θέμα της υπαιτιότητας, που δεν ασκούσε έννομη επιρροή στη δίκη.
Επίσης, το Εφετείο, με την κρίση του περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας, ως διαδικαστικής προϋποθέσεως της κατ’ έφεση δίκης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 1439 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αρ. 8 περίπτωση β’ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αβάσιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί.
Δεν στοιχειοθετείται, επίσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή. Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που θεμελίωναν ηθικό έννομο συμφέρον της προς άσκηση εφέσεως, προκειμένου να εξαφανιστούν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι συναπτόμενες με τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τον επικληθέντα από τον αναιρεσίβλητο λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, τα οποία είναι μειωτικά γιαυτήν.
Όμως, ανεξάρτητα από το ότι αντικείμενο της δίκης δεν ήταν η προσβολή ή μη της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, οι σχετιζόμενοι με τις αιτιάσεις της ισχυρισμοί της δεν είναι αυτοτελείς και ταυτίζονται με τα συγκροτούντα το έννομο συμφέρον της περιστατικά, τα οποία έχουν ληφθεί υπόψη και απορρίφθηκαν από το Εφετείο που ρητώς αναφέρθηκε στις δυσμενείς για την εκκαλούσα αιτιολογίες.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής σε βάρος της αναιρεσείουσας χρηματικής ποινής, λόγω στρεψοδικίας της, κατά το άρθρο 205 ΚΠολΔ, διότι δεν προέκυψε ότι αυτή, αν και το γνώριζε, άσκησε προφανώς αβασίμως τα ένδικα της έφεσης και της αναίρεσης, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8/4/2016 αίτηση της Μ. Κ., για αναίρεση της 5224/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ