Legislator Case Law & Legislation
1077/2015 AI generated

1077/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1077/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1077/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης.

Keywords

AI generated
order for enforcement withdrawal of debt enforcement promotion of home ownership improved country conditions revocation of residence permit provisional enforceability
AI generated
1208/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1095/2021
Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, κατοικοεδρεύοντα στην Κηφισιά Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
532/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
606/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/1426/96-1224/108/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21/5/2012 αίτησή τους και τους από 11/11/2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1295/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2018 κλήση τους.
1188/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1077 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1077/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε.-Μ. συζ. Α. Κ. το γένος Χ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαράντη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Δ. Π. του Ι., κατοίκου .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα ο οποίος δήλωσε και την αλλαγή επωνυμίας στη νέα "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" ως καθολικής διαδοχής της. Ο δεύτερος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τανταρούδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2794/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9563/2001 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1107/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση Εφετείο Αθηνών για δικαστεί περαιτέρω η υπόθεση. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1817/2005 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 10-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη (από 7-3-2000) ανακοπή της εζήτησε για τους αναφερομένους σ’ αυτήν λόγους, την ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτου της που διενεργήθηκε την 9-2-2000 και των συναφών εκθέσεων αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και επίσης της επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως και της επιταγής προς εκτέλεση. Με την υπ’ αριθμ. 2794/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανακοπή απορρίφθηκε ως αβάσιμη ενώ με την υπ’ αριθμ. 9563/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε επί εφέσεως της ανακόπτουσας, έγινε δεκτή. Με την επακολουθήσασα υπ’ αριθμ. 1107/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου ανηρέθη η ως άνω απόφαση του Εφετείου και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση. Έτσι εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή πλήττεται από την τελευταία με την υπό κρίση αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω .

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 παρ.1 και 934 παρ.1 β’ και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι επί αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να προβληθεί με ανακοπή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ.1 β’ , δηλαδή μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξεως της εκτελέσεως που είναι, στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.

Αν δεν ασκηθεί ανακοπή εντός της ως άνω προθεσμίας, οι ακυρότητες της εκθέσεως κατασχέσεως δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ως λόγος ελαττωματικότητας του γενόμενου πλειστηριασμού. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του Α.Κ., 116 και 933 Κ.Πολ.Δ., 20 και 25 παρ.3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί, και η δι’ αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, ώστε λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, μπορεί να αποτελέσει και η πρόδηλη αντίθεση της διενέργειας της αναγκαστικής εκτελέσεως προς το άρθρο 281 Α.Κ., που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός ανακοπής, δεν ανάγεται στην απαίτηση, υπέρ της οποίας γίνεται η εκτέλεση, ώστε η άσκησή του να υπάγεται στην ανωτέρω προθεσμία, περί της οποίας το άρθρο 934 παρ.1 β’ και 2 Κ.Πολ.Δ., αλλά, ως αναφερόμενος στο -διάφορο- ως άνω, ουσιαστικό δικαίωμα προς επιχείρηση αναγκαστικής εκτελέσεως, υπόκειται στην εκάστοτε τασσόμενη προθεσμία για την προσβολή της συγκεκριμένης πράξεως της εκτελέσεως, η διενέργεια της οποίας προσβάλλεται ως καταχρηστική με βάση τα προβαλλόμενα, σε σχέση με αυτήν, πραγματικά περιστατικά.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Η σιωπή του δικαστηρίου περί τοιαύτης αυτοτελούς αιτήσεως, στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος όμως για να είναι ορισμένος πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς την αίτηση που έμεινε αδίκαστη και να αναφέρει το περιεχόμενό της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη ανακοπή, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση, εκτός των άλλων πράξεων εκτελέσεως, και της υπ’ αριθμ. .../21-12-1999 επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελητρίας Γ.

Β., για το λόγο ότι αυτή είναι καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., διότι δυνάμει αυτής επισπεύθηκε και διενεργήθηκε ο επίμαχος πλειστηριασμός την 9-2-2000, ήτοι δύο ημέρες πριν από την δημοσίευση του ν. 2789/2000, με το άρθρο 30 παρ. 4 του οποίου υποχρεώθηκαν τα πιστωτικά ιδρύματα να μην αρχίσουν ούτε να συνεχίσουν αρξάμενες ήδη διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι την 31-10-2000, προς ικανοποίηση απαιτήσεών τους, όπως η επίδικη, παρά την εξόφληση μάλιστα μέρους αυτής και το γεγονός ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη γνώριζε ήδη από τα μέσα Δεκεμβρίου 1999 ότι εκκρεμούσε προς ψήφιση στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο, διότι της γνωστοποιήθηκε από τον Πρόεδρο της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών, μετά από εγκύκλιο του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που συνιστούσε στις τράπεζες να αναστείλουν τους πλειστηριασμούς μέχρι την ψήφιση του νόμου.

Όμως ή ένδικη ανακοπή ασκήθηκε την 7-3-2000, ήτοι μετά την, κατά την 9-2-2000, σύνταξη της υπ’ αριθμ. .../9-2-2000 εκθέσεως πλειστηριασμού. Έτσι, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την ένδικη ανακοπή, κατά τον αντίστοιχο λόγο της απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αναιρετική πλημμέλεια και δη σε εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως και συνίσταται ειδικότερα στο ότι το Εφετείο, ενώ απέρριψε ως εκπρόθεσμο το λόγο ανακοπής περί κηρύξεως ακύρου της επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης δεν απάντησε στο συναφή λόγο που αφορούσε την προσβολή ως καταχρηστικής και άκυρης και της εντολής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την δικαστική επιμελήτρια να προβεί στην έκδοση της εν λόγω περιλήψεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ανεξαρτήτως του ότι στην ανακοπή δεν περιέχεται αίτημα κηρύξεως άκυρης της προαναφερομένης εντολής, τέτοιο αίτημα δεν θα μπορούσε αυτοτελώς να θεμελιώσει λόγο ανακοπής, καθόσον αντικείμενο αυτής αποτελεί η, εις εκτέλεση της εν λόγω εντολής, ενεργηθείσα πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως, δηλαδή η συνταγείσα επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, στην οποία και ενσωματώνεται η σχετική εντολή.

Επομένως, στην απορριπτική, του, περί ακυρώσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, λόγου ανακοπής, διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενυπάρχει και απόρριψη των συναφών αιτιάσεων που αφορούν την εντολή δυνάμει της οποίας εξεδόθη η εν λόγω περίληψη.

Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και εφαρμόζεται και επί αναγκαστικής εκτελέσεως, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραβίαση των καθιερουμένων από αυτήν αρχών είναι τέτοια, ώστε προς αποφυγή αφόρητων συνεπειών, επιβάλλεται να ισχύει ο επιτασσόμενος περιορισμός της ασκήσεως του δικαιώματος.

Εξάλλου, με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 2789/2000 θεσπίστηκε ανώτατο όριο (πολλαπλάσιο) των απαιτήσεων των τραπεζών από τόκους και ανατοκισμό που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, ενώ με την παράγραφο 4 αυτού ορίσθηκε ότι από της ισχύος του (11-2-2000) τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται α) να γνωστοποιούν εντός 90 ημερών από την υποβολή σχετικής αιτήσεως στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση αυτού το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 8 εδ. α’ του άρθρου 30 του ιδίου νόμου οι διατάξεις αυτού (άρθρου 30) δεν επηρεάζουν όσα είτε εκρίθησαν, οποτεδήποτε, τελεσιδίκως, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψηφίσεώς του στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευσή του και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται:"αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη διάταξη. Ως "ζητήματα" δε, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κ.λ.π., ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2-5-1992 συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η πρώτη καθ’ ης η ανακοπή (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) χορήγησε στην εταιρία "Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών Διοίκησης Επιχειρήσεων Α.Ε." δάνειο ύψους 50.000.000 δρχ., την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε υπέρ της πρωτοφειλέτριας η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα).

Η πρωτοφειλέτρια δεν εξόφλησε στην ταχθείσα προθεσμία το δάνειο και η δανείστρια τράπεζα, αφού κατήγγειλε τη σύμβαση, έκλεισε τον (αλληλόχρεο) λογαριασμό και πέτυχε την έκδοση σε βάρος της πρωτοφειλέτριας και της τριτεγγυήτριας ανακόπτουσας της υπ’ αριθμ. 24674/1996 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., της οποίας αντίγραφο από απόγραφο επέδωσε στην τελευταία.

Στη συνέχεια, με βάση την άνω διαταγή πληρωμής, επέβαλε κατάσχεση σε διόροφη οικοδομή της ανακόπτουσας στη θέση "..." (...) της περιφερείας του Δήμου Κηφισιάς...και κοινοποίησε το υπ’ αριθ. .../21-12-1999 πρόγραμμα πλειστηριασμού, με το οποίο ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού η 9η Φεβρουαρίου 2000. Πλην όμως, από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 η Κυβέρνηση, ενόψει του θορύβου που είχε ανακύψει με τους τόκους των δανείων που είχαν χορηγήσει τα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες, είχε υποσχεθεί δια των αρμοδίων Υπουργών την επίλυση του σχετικού προβλήματος.

Στις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου του έτους αυτού (1999) διά του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι κατέθεσε στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο. Επιπλέον, ο αρμόδιος Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, προκειμένου να αποφευχθούν βεβιασμένες ενέργειες, ως οι πλειστηριασμοί εκ μέρους των τραπεζών, απέστειλε στις 17 Δεκεμβρίου 1999 στο Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών, σχετικό έγγραφο με την παράκληση "να γνωρίσει στις Διοικήσεις των μελών της Ενώσεως", μεταξύ των οποίων και η πρώτη καθής η ανακοπή, "ότι πρέπει να ανασταλούν προσωρινά και μέχρι τη ψήφιση της σχετικής διάταξης οι πλειστηριασμοί που αφορούν τα ακίνητα και θα υπαχθούν στη ρύθμιση και ότι η αναστολή αυτή είναι απολύτως αναγκαία, ώστε να δυνηθούν οι Τράπεζες να επανακαθορίσουν τις απαιτήσεις τους με βάση τη νέα ρύθμιση".

Στις 15 Δεκεμβρίου 1999 η Κυβέρνηση εισήγαγε για συζήτηση στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο, με το οποίο, πλην των άλλων, στο άρθρο 30 προβλεπόταν και η ρύθμιση των τόκων οιασδήποτε αιτίας, άρα και υπερημερίας, εκ της μη καταβολής των δανείων, ενώ στην παράγραφο 4β αυτού προβλεπόταν ότι "από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μεταξύ των άλλων και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2000".

Το άνω νομοσχέδιο ψηφίσθηκε από τη Βουλή και έγινε νόμος του Κράτους με αριθμό 2789/2000 και χρόνο ενάρξεως της ισχύος του τις 11-2-2000, από τότε δε, βάσει αυτού, ανεστάλησαν όλοι οι ως άνω πλειστηριασμοί μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου 2000. Ωστόσο, στην περίπτωση της ανακόπτουσας, στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της καταθέσεως, ψηφίσεως και δημοσιεύσεως του άνω νόμου και παρά τη γνώση για όλα αυτά της πρώτης καθής η ανακοπή, η τελευταία επέσπευσε τον επίδικο πλειστηριασμό και μάλιστα δύο μόλις ημέρες πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου.

Όμως, όπως αποδεικνύεται, από τη με αριθμό 2645/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη των καθών η ανακοπή, απορρίφθηκε η από 7-10-1996 ανακοπή της ανακόπτουσας κατά της, ως άνω, διαταγής, πληρωμής και επικυρώθηκε αυτή. Έτσι, η απαίτηση, περί της οποίας ο εν λόγω εκτελεστός τίτλος, με βάση τον οποίο διενεργήθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός είχε κριθεί τελεσίδικα και δεν ενέπιπτε γι’ αυτό στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2789/2000, ενόψει και του ότι κατά την ημερομηνία ψήφισης του νόμου αυτού δεν εκκρεμούσε αίτηση αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο κατά της 2645/1999 πιο πάνω απόφασης...

Επισημαίνεται ότι στην έννοια της τελεσίδικης κρίσης και κατά συνέπεια του περιορισμού που θέτει η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 2789/2000 περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις που κρίθηκαν με διαταγή πληρωμής, η οποία είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσης ανακοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ....Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καταλαμβάνει την απαίτηση της πρώτης των καθών η ανακοπή...Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, η διενέργεια από την πρώτη καθής η ανακοπή του επιδίκου πλειστηριασμού στις 9-2-2000 δεν είναι καταχρηστική.

Συνεπώς για τον ανωτέρω λόγο (καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος) δεν πάσχει ακυρότητα ο επίδικος πλειστηριασμός και οι μεταγενέστερες αυτού πράξεις και μάλιστα η επιταγή για εκτέλεση της περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως , με την έννοια της νέας εκτέλεσης με βάση άκυρο τίτλο, αφού η, ως άνω, περίληψη ...είναι έγκυρη ... Επομένως, η εκκαλουμένη, η οποία ....απέρριψε το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής κατά το σχετικό με την ανωτέρω αντίρρηση της ...ανακόπτουσας μέρος, δεν έσφαλε... και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα ....είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν στοιχειοθετείται η δια της ανακοπής προβαλλομένη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσιβλήτου να προβεί στην διενέργεια του πληττομένου πλειστηριασμού και συνεπώς δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

Και τούτο διότι η απαίτηση για την οποία διενεργήθηκε, με βάση τον περί αυτής εκτελεστό τίτλο, ο επίμαχος πλειστηριασμός, δεν ενέπιπτε , σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις διατάξεις του ν. 2789/2000, του οποίου η ισχύς άρχισε μεν δύο ημέρες μετά την διενέργεια του πλειστηριασμού, το περιεχόμενό του όμως ήταν ήδη γνωστό στους ενδιαφερομένους και δη στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ( ενόψει και των εγγράφων του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του Διοικητού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος), και σε κάθε περίπτωση γνωστοποιήθηκε, δια της δημοσιεύσεως και της ενάρξεως της ισχύος του μετά διήμερο, καθισταμένης έτσι εκ των υστέρων αλυσιτελούς της προβολής καταχρηστικότητας του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, αφού κατά τον χρόνο διενεργείας του δεν υπήρχε εκκρεμής οφειλή της αναιρεσείουσας υπαγόμενη στον ανωτέρω νόμο, που να δικαιολογεί, βάσει του ίδιου νόμου την αναστολή του, ώστε η επίσπευση τούτου (προ της ισχύος του νόμου) από την πρώτη αναιρεσίβλητη να καθίσταται, μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν αρκούντως επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της προειρημένης ουσιαστικής διατάξεως.

Τούτο δε διότι αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή δεν πάσχει ακυρότητα, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως ο επίδικος πλειστηριασμός και οι μεταγενέστερες αυτού πράξεις. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια για την στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλείται επί λέξει τα εξής: "Προς επιστήριξη της άνω καταχρηστικής ενέργειας και συμπεριφοράς της πρώτης των καθ’ ων να επισπεύσει τον πλειστηριασμό σε βάρος μου είχα ισχυριστεί και επικαλεστεί και τα κάτωθι ουσιώδη:

α) Ότι είχα καταβάλλει στην πρώτη των καθ’ ων μέχρι την 20-12-1999 έναντι δανείου των 50.000.000 δραχμών το ποσό των 120.000.000 δραχμών και παρά ταύτα ζητούσε ακόμη άλλα 70.000.000 δραχμές, β) ότι την προτεραία του πλειστηριασμού είχα αποστείλει στην πρώτη των καθ’ ων την από 8-2-2000 Δήλωση-Πρόσκληση και Διαμαρτυρία με το περιεχόμενο που εκθέτω στον άνω πρώτο λόγο της αναιρέσεως, με την οποία ενημέρωνα την καθ’ ης για την ψήφιση του νόμου και την αναμενόμενη δημοσίευση ως και αίτημά μου να υπαχθώ στη ρύθμιση του ψηφισθέντος νόμου.

Η προσβαλλομένη όμως απόφαση τους άνω ουσιώδεις ισχυρισμούς μου τους αντιπαρήλθε σιγή και δεν τους έλαβε υπ’ όψιν της και για τον λόγο αυτό κατέστη αναιρετέα". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., τουτέστιν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά επιχειρήματα, τα οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε "προς επιστήριξη", όπως η ιδία αναφέρει, του ισχυρισμού και λόγου ανακοπής της περί καταχρηστικής ενέργειας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.

Κατά την αξιολόγηση δε και απόρριψη ως αβασίμου του τελευταίου αυτού ισχυρισμού, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε μετ’ αυτού και τους συγκεκριμένους, μη αυτοτελείς, ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.

Κατά το άρθρο 959 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού: "Ο πλειστηριασμός γίνεται μέσα στην περιφέρεια της κοινότητας ή του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση και κατά την κρίση του δικαστικού επιμελητή που ενεργεί την εκτέλεση, είτε στον τόπο της κατάσχεσης είτε στον τόπο που βρίσκονται τα κατασχεμένα είτε στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα του τόπου των κατασχεμένων κινητών πραγμάτων.

Αν τα κατασχεμένα πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων δήμων ή κοινοτήτων, ο πλειστηριασμός γίνεται στον τόπο που ορίζει ο δικαστικός επιμελητής "με την κατασχετήρια έκθεση". Ο πλειστηριασμός γίνεται πάντοτε ημέρα Τετάρτη από τις 12 το μεσημέρι ως τις 2 το απόγευμα. "Οι δήμοι και οι κοινότητες οφείλουν να διαθέτουν για τη διενέργειά των πλειστηριασμών κατάλληλη αίθουσα με έδρα ειδικά διαρρυθμισμένη για τον υπάλληλο του πλειστηριασμού"".

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 959, 963 και 988, 1005 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι κάθε ενέργεια του δανειστή ή του υπερθεματιστή ή τρίτων που βρίσκονται σε συνεννόηση με τον υπερθεματιστή, ή κάθε ενέργεια του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και κατά συνέπεια την επιτυχία μεγαλυτέρου πλειστηριάσματος και ειδικότερα κάθε ενέργεια των ανωτέρω προσώπων που τείνει σε παρακώλυση του ελευθέρου συναγωνισμού με απομάκρυνση των πλειοδοτών προς το σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί κατωτέρου τιμήματος στον υπερθεματιστή, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη που διέπει την ελευθερία των συναλλαγών και ο πλειστηριασμός που διενεργείται με τέτοιες αθέμιτες πράξεις και ενέργειες είναι άκυρος (Α.Π. 184/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ως αποδειχθέντα και τα εξής: " Σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 24674/1996 διαταγής... και δυνάμει της ....../1999 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της... επιβλήθηκε κατάσχεση... επί μιας διώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην ... και αποτελείται από ισόγειο, πρώτο όροφο, πισίνα και κλειστό χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων...Στις 9-2- 2000....το ακίνητο αυτό εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου-Λαγιανδρέου.

Ο πλειστηριασμός άρχισε στις 12.00μμ στο συνήθη τόπο δημόσιων αναγκαστικών πλειστηριασμών του Δήμου ... δηλαδή στην αίθουσα του Δημαρχιακού Καταστήματος ...Όμως λίγο μετά την έναρξή του και συγκεκριμένα στις 12.10 μμ, λόγω τηλεφωνήματος από άγνωστο ...για τοποθέτηση βόμβας , όλοι οι παράγοντες του πλειστηριασμού βγήκαν έξω από την αίθουσα του Δημαρχιακού Καταστήματος και η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέχισε τη διαδικασία στο προαύλιό του, που βρίσκεται μπροστά στην κεντρική είσοδο.

Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε σε τόπο διαφορετικό από εκείνο που είχε οριστεί με το πρόγραμμα πλειστηριασμού, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί η συμβολαιογράφος ..., άρχισε κανονικά τον πλειστηριασμό στην αίθουσα του δημαρχιακού καταστήματος, που είχε ορισθεί για τη διενέργεια των πλειστηριασμών, όμως στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, αναγκάσθηκε να εξέλθει μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες του πλειστηριασμού, λόγω του τηλεφωνήματος για βόμβα και της εκκένωσης του κτιρίου.

Με τη συνέχισή του έξω ακριβώς από την αίθουσα του Δημαρχιακού καταστήματος, δεν θεωρείται ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε σε διαφορετικό τόπο, δεδομένου ότι έγινε στον τόπο που είχε οριστεί, δηλαδή στο Δημαρχιακό κατάστημα ... απλώς για το λόγο που προαναφέρθηκε, ορθώς και νομίμως η υπάλληλος του πλειστηριασμού τον συνέχισε στο προαύλιο και ειδικότερα στο σημείο που απέχει μόλις 15 μέτρα από την αίθουσα.

Επίσης, από τη συνέχισή του έξω από την αίθουσα, δεν παρεμποδίστηκε ο ελεύθερος συναγωνισμός, εφόσον το προαύλιο βρίσκεται μπροστά από την αίθουσα του Δημαρχιακού καταστήματος και υποχρεωτικά διέρχονται από αυτό όσοι επιθυμούν να εισέλθουν στην αίθουσα ενώ τέλος, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι οι Θ.

Α. και Ι. Θ., δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν στον πλειστηριασμό γιατί πέραν της 13.00 ώρα που προσήλθαν, είδαν το Δημαρχιακό μέγαρο κλειστό και αποχώρησαν, είναι αβάσιμος γιατί δεν αποδείχθηκε...Επομένως, ο τρίτος λόγος ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα επικαλείται ακυρότητα του πλειστηριασμού λόγω διενέργειάς του σε τόπο διαφορετικό από αυτόν που ορίστηκε με το πρόγραμμα, κρίνεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού δεν παρακωλύθηκε ο ελεύθερος συναγωνισμός ούτε υπήρξε δόλια απομάκρυνση πλειοδοτών και ο πλειστηριασμός διεξήχθη κανονικά με τήρηση της νόμιμης διαδικασίας και με ελεύθερη συμμετοχή όσων ήθελαν να συμμετάσχουν... Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ως πλειοδότες έλαβαν μέρος είκοσι ένα (21) άτομα...και στις 14.30 μμ το ακίνητο κατακυρώθηκε έναντι του πολύ υψηλότερου της τιμής πρώτης προσφοράς (που είχε οριστεί στο ποσό των 130.000 δραχμών) ποσού 234.000.000 δραχμών στο δεύτερο των καθών....

Επομένως η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε... και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα ...είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι με την εξαναγκασμένη, για την ρηθείσα αιτία, συνέχιση και ολοκλήρωση του νομίμως εντός της αίθουσας του Δημαρχιακού καταστήματος αρξάμενου πλειστηριασμού, στον έμπροσθεν της αίθουσας αυτής και σε απόσταση δέκα πέντε (15) μέτρων εξ αυτής χώρο, δια του οποίου μάλιστα έπρεπε υποχρεωτικώς να διέλθει κάποιος για να εισέλθει στην εν λόγω αίθουσα, δεν επήλθε ανεπίτρεπτη αλλαγή του ορισθέντος δια του προγράμματος τόπου διενέργειας του πλειστηριασμού, επαγόμενη ακυρότητα αυτού, ούτε παρακωλύθηκε ο ελεύθερος συναγωνισμός, δια της παρεμποδίσεως συμμετοχής των πλειοδοτών, όπως προκύπτει άλλωστε εκ του αριθμού των συμμετασχόντων πλειοδοτών και του ύψους του επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αφορούν την διενέργεια του πλειστηριασμού και την εξασφάλιση της ακώλυτου συμμετοχής σ’ αυτόν των υποψηφίων πλειοδοτών, και οι περί του αντιθέτου πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά την εκτίμηση του νοηματικού των περιεχομένου , αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εκάστου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) που παραστάθηκαν χωριστά, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2007 αίτηση της Ε.-Μ. συζ. Α. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1817/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον αναιρεσίβλητο Δ. Π. και των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ