Legislator Case Law & Legislation
1077/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt cap law interpretation and rejects inadmissible evidence argument.

Case Number 1077/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a debt cap calculation. The appellant argued the lower court misinterpreted the debt cap statute and failed to consider specific expense documents, though the court found the appeal inadmissible for lacking a direct legal basis. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 42 para. 1 of Law 2912/2001; The court held that an appellate court's decision to exclude expenses from the total debt calculation under the debt cap statute is valid if supported by primary reasoning, rendering secondary justifications regarding evidence inadmissible for appeal purposes.

Keywords

AI generated
debt cap statute appellate review legal costs inadmissible appeal evidence exclusion

Cited Legislation

AI generated
Art. 42 para. 1 of Law 2912/2001
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1077 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1077/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ρέκκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4316/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4313/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ν. 2789/2000, ορίζονται τα εξής: Κατ" εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι, ως συνολική οφειλή νοείται η υφιστάμενη οφειλή από το κεφάλαιο του δανείου κλπ., η οποία προσαυξάνεται με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι το 50% του κεφαλαίου και στη συνέχεια, μετά την προσαύξηση και των τόκων, πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 2, 3 ή 4. Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει αποτελεί την τελική οφειλή του δανειολήπτη, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση, όπως φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα.

Υπέρ του ερμηνευτικού αυτού πορίσματος συνηγορεί η διαληφθείσα στο προαναφερόμενο άρθρο 42 του ν. 2912/2001 γενική διατύπωση ότι "υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων δεν δύναται να υπερβεί ...", όταν μάλιστα συγκριθεί με την αντικατασταθείσα προηγούμενη ανάλογη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, στην οποία οριζόταν ότι "η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί ...".

Δηλαδή, ενώ η τελευταία διάταξη αναφερόταν σε "συνολική οφειλή", που περιελάμβανε μόνο τόκους σε καθυστέρηση, ήδη η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, διευρύνοντας την έννοια της συνολικής οφειλής, κάνει λόγο γενικά για συνολική οφειλή χωρίς περιορισμούς. Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις (από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ.) θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο ν. 2789/2000, στον οποίο προβλεπόταν, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του αρ. 30, προαφαίρεση από τις καταβολές εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτων χάριν αυτού, των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Με τις νεότερες ρυθμίσεις του ν. 2912/2001 θέλησε ο νομοθέτης να απαλλάξει τους δανειολήπτες από την υπέρμετρη επιβάρυνση τους με υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των κάθε φύσεως υποχρεώσεων τους από το δανεισμό, είτε συμβατικών είτε νόμιμων (ΑΠ 917/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, προσδίδοντας με την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση το πιο πάνω εννοιολογικό περιεχόμενο στις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κα αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, επιδίκασε στον τελευταίο το ποσό των 10.059,86 ευρώ, κατά το οποίο η εναγομένη αναιρεσείουσα έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη, επειδή κατά τη ρύθμιση στις 24.9.2002 οφειλής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από σύμβαση δανείου συμπεριέλαβε λανθασμένα κατά τον επαναπροσδιορισμό της συνολικής οφειλής εκείνου και το ποσό των 10.059,86 ευρώ για έξοδα γενικώς, το οποίο και εισέπραξε αχρεωστήτως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε ψευδώς τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο διέλαβε επάλληλα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο τέλος του συλλογισμού για τη συμπερίληψη ή όχι των εξόδων στη συνολική οφειλή, την ελλειπτική αιτιολογία ότι "άλλωστε συμβατική αναγνώριση της οφειλής και για ποσά πέραν των ρυθμιζόμενων με την παραπάνω διάταξη, δεν αποδείχθηκε από έγγραφο αποδεικτικό μέσο, αλλά ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο" και ότι, αξιώνοντας με τον τρόπο αυτό την ύπαρξη είτε συμβατικής αναγνώρισης της οφειλής των εξόδων είτε μαρτυρική κατάθεση για την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής αυτής, δεν έλαβε υπόψη τα κατονομαζόμενα στο αναιρετήριο 21 παραστατικά έγγραφα εξόδων, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ακολούθως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11, διότι δεν έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδείκνυαν την οφειλή των εξόδων, με συνέπεια να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος των εξόδων και ότι δεν εδικαιούτο να εισπράξει τέτοια έξοδα. Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η πιο πάνω επικουρικά διατυπωμένη αιτιολογία αναφέρεται στις ρυθμιζόμενες από τον πιο πάνω νόμο οφειλές, που δεν περιλαμβάνουν έξοδα και σε άλλες πέρα από τη ρύθμιση οφειλές και όχι σε οφειλές εξόδων και ότι το εφετείο δεν έχει θέσει στην αιτιολογία του, ούτε με επικουρική μορφή, ζήτημα νομιμότητας και περαιτέρω ουσιαστικής βασιμότητας ή αβασιμότητας απαίτησης της αναιρεσείουσας σε έξοδα του δανείου, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης ρύθμισης, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς και με πληρότητα στην κύρια αιτιολογία για μη νόμιμη συμπερίληψη στη συνολική οφειλή εξόδων και μη νόμιμη είσπραξη τέτοιων εξόδων.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.6.2010 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της απόφαση 4313/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2010

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ