1077/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1077/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1077 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1077/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Α. Φ. και 2. Ι. Δ., κατοίκων ..., αμφοτέρων ως εκτελεστών της από 1-11-1953 ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Ζ. του Γ..
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θωμάς-Βασίλειος Βελιανίτης δήλωσε ότι οι ανωτέρω αντικαταστάθηκαν από τον Ι. Δ. του Σ., Δήμαρχο Πατρών και Κ. Β. του Χ., κάτοικο ..., αμφοτέρων ως εκτελεστών της από 1-11-1953 ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Ζ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2. Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Κ. Τ. του Γ., 4. Α. Τ. του Γ. και 5. Σ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι 1ος, 3ος, 4ος , 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2000 αγωγή των Ε. Φ. και Ι. Δ., αρχικοί διάδικοι και με την από 6-7-2001 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των Κ. και Β. Σ. - ήδη 1ου και 2ου αναιρεσίβλητων- που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 334/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2006 μη οριστική, 386/2009 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 15-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ.
γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολή δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Β. Σ. δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (της 22-2-2012), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.
Οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προσκομίζουν την 4196Ε'/14-11-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., από την οποία προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 23-2-2011, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την ως άνω παρούσα δικάσιμο, καθώς επίσης και ακριβές αντίγραφο της από 24-3-2011 και με αριθμό Πρωτ. 110/2011 βεβαιώσεως της γραμματέως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία βεβαιώνεται, ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτηση αναίρεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της 22-2-2012 και κλήση προς συζήτηση για την τελευταία αυτή δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον απολειπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα στον δικηγόρο Αριστείδη Καρύδη, ως νόμιμο αντίκλητό του (απολειπομένου δεύτερου αναιρεσιβλήτου Β.
Σ.), διορισθέντα δυνάμει της 4/2004 δήλωσης διορισμού αντικλήτου της γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών. Επομένως, αφού ο άνω δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ.8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50-4), ν. 2 παρ.20, Πανδ.(41-4), ν. 6 Πανδ. (44-3), ν. 76 παρ.1, Πανδ., (18-1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23-3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 Εισαγ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 Πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 Πανδ.(41.3) 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, στο άρθρο 2 του ΑΝ 1539/1938, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 Εισ.ΝΑΚ, ορίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
Ότι "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον έστω και αν ουδεμίαν ενήργησε επ' αυτών πράξιν νομής". Ότι "νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη...επί των αγροτικών κτημάτων μόνον δια τακτικής καλλιεργείας και επί των οικοπέδων και λοιπών αστικών ακινήτων μόνο δι' ουσιωδών δομικών ή άλλων παρεμφερών αστικών πράξεων" και ότι "μόνη η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν δικατατοχική πράξις".
Κατά το γράμμα και το πνεύμα των άνω διατάξεων του άρθρου 2, τίθεται ως προϋπόθεση για την εφαρμογή των ρυθμίσεών τους, ότι πρόκειται για δημόσιο ακίνητο, δηλαδή για ακίνητο η επί του οποίου κυριότητα έχει αποκτηθεί με κάποιο νόμιμο τρόπο από το Δημόσιο. Περαιτέρω, η έννοια της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου Α.Ν. 1539/1938, κατά την οποία "εν τη περί νομής δίκη ιδιωτών κατά του Δημοσίου ή τούτου κατά ιδιωτών εξετάζεται η προταθείσα ένστασις της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος", είναι, ότι, όταν την ένσταση αυτή προτείνει το Δημόσιο και αυτή κρίνεται ορισμένη, νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, τότε απορρίπτεται η περί προστασίας της νομής αγωγή του ιδιώτη.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου Α.Ν. 1539/1938, κατά την οποία "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν" συνάγεται, ότι οι αξιώσεις του Δημοσίου εκ δικαιωμάτων τους επί ακινήτων δεν υπόκεινται σε παραγραφή, όχι δε και ότι τρίτος δεν αποκτά νομή επί ακινήτου, επί του οποίου προηγουμένως το Δημόσιο είχε ασκήσει νομή, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει κυριότητα επ' αυτού.
Από δε το συνδυασμό των άρθρων 1846, 1198 και 1199 ΑΚ συνάγεται, ότι με την επαγωγή της κληρονομίας δεν επέρχεται αυτοδικαίως μεταβίβαση κυριότητας στα ακίνητα της κληρονομίας, αλλά για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται και μεταγραφή, η μεταγραφή όμως, οποτεδήποτε και αν γίνει, ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή έχει αναδρομική ενέργεια.
Η αναδρομική αυτή ενέργεια δεν συνεπάγεται πάντως, όπως είναι ευνόητο, και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως η κυριότητα η αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την από 1 Νοεμβρίου 1953 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε νομίμως με το 14/16-1-1954 πρακτικό του Πρωτοδικείου Πατρών, ο Γ. Ζ., ανάπηρος πολέμου, που πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου 1953, όρισε, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα: "...
Ορίζω επιτροπήν αποτελουμένην εκ του αδελφού μου Ε. Ζ., του Ιερέως του Ναού Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης ενορίας Αγυιάς, του Διευθυντού του Σχολείου Αγυιάς και του προέδρου του Συνεταιρισμού Αγυιάς, όπως, αφού εκποιήσουν το περιβόλιον και όσα χρίζουν εκποιήσεως εις καλήν τιμήν, κατασκευάσουν ένα κατάλληλο οίκημα εις Αγυιάν και να το ονομάσουν Αγροτελέσχην και να δίδονται διαλέξεις Εθνικού, ηθικού και γεωργικού περιεχομένου".
Το περιβόλιον μετά της οικίας και των οπωροφόρων δένδρων, της σιδερένιας κληματαριάς και της δεξαμενής, εκτάσεως έντεκα στρεμμάτων ή όσης και αν είναι, που αναφέρεται στην ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη, ταχθέν για την εκπλήρωση του προαναφερθέντος σκοπού, ταυτίζεται απολύτως, όπως τούτο προέκυψε από τους εξετασθέντες μάρτυρες, αλλά και συνομολογείται από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, με τα επίδικα τέσσερα (4) ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή "Βάλτος" βορείως έξω Αγυιάς Πατρών και έχουν έκταση κατά την αρίθμηση της αγωγής, το πρώτο 2007 τ.μ., το δεύτερο 2.800 τ.μ., το τρίτο 5.340 τ.μ.
και το τέταρτο 1.270 τ.μ., συνολική δε και τα τέσσερα (4) μαζί 11.417 τ.μ., με βάση τη νεότερη πριν την άσκηση της αγωγής καταμέτρηση που έγινε από την Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών του Δήμου Πατρέων, με επιμέλεια της οποίας συντάχθηκε το από 22 Σεπτεμβρίου 1997 διάγραμμα, όπου και αποτυπώνονται τα επίδικα ακίνητα.
Ο σκοπός για τον οποίο καταλείφθηκαν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία με την παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη, ανάγονταν στο πεδίο της αρμοδιότητας του Υπουργείου Γεωργίας και, συνεπώς, ως κρατικός, ήταν κοινωφελής, κατά την έννοια του άρθρου 1 του α.ν. 2039/1939, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 101 του ΕισΝΑΚ. Με την 5135/1972 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε συνδυασμό με την κοινή απόφαση Π 6939/2003/2-2-1974 των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 197/18-2-1974 τεύχος Β'), ορίσθηκε, για την επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας που είχε καταλειφθεί με την προαναφερόμενη διαθήκη, ως σκοπός αυτής, η αποπεράτωση του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης της Αγυιάς Πατρών και η ανέγερση του 48ου Δημοτικού Σχολείου Αγυιάς.
Ο σκοπός αυτός ανάγεται στο πεδίο της αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και είναι, επίσης, κοινωφελής κατά την έννοια του άρθρου 1 του α.ν. 2039/1939. Στη διαθήκη δεν υπάρχει πρόβλεψη για σύσταση νέου (μη υπάρχοντος) ιδρύματος, ούτε ορίζεται ίδιος τρόπος διοίκησης ενός τέτοιου ιδρύματος, ενώ δεν έχει εκδοθεί προεδρικό διάταγμα που να έχει αναπληρώσει εκ των υστέρων την αρχική έλλειψη καταστατικού ή οργανισμού ενός τέτοιου ιδρύματος, ώστε να αποκτήσει αυτό νομική προσωπικότητα και να λειτουργήσει αυτοτελώς για την εκπλήρωση του σκοπού της διαθήκης.
Κατά συνέπεια, με τη διαθήκη αυτή τετιμημένος δεν είναι αυθύπαρκτο (αυτοτελές) ίδρυμα, κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 α.ν. 2039/1939, 109, 114 του ΑΚ, δηλαδή ίδρυμα που συνιστάται για πρώτη φορά με διάταξη της διαθήκης. Εξάλλου, η περιουσία αυτή δεν έχει καταλειφθεί σε φυσικό ή ήδη υπάρχον νομικό πρόσωπο για την εκπλήρωση του ως άνω σκοπού, οπότε θα επρόκειτο για υποτελές ίδρυμα ή κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 96 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939.
Από όλα τα παραπάνω και, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, ότι στην ιδιόγραφη διαθήκη δεν κατονομάζεται άλλο πρόσωπο ως κληρονόμος, σε συνδυασμό με το ότι ο κοινωφελής σκοπός για την επίτευξη του οποίου έχει καταλειφθεί η αναφερόμενη στη διαθήκη περιουσία ανάγεται στο πεδίο της αρμοδιότητας του Δημοσίου, συνάγεται ότι η πραγματική βούληση του διαθέτη με βάση την υποκειμενική του άποψη ως προς το πρόσωπο του τιμωμένου, είναι ότι τετιμημένος με αυτή (διαθήκη) είναι το Ελληνικό Δημόσιο, βαρυνόμενο, όμως, με την εκπλήρωση του προαναφερόμενου κοινωφελούς σκοπού.
Με την αγωγή τους οι εκτελεστές της διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος Γ. Ζ., οι οποίοι νομιμοποιούνται εν προκειμένω στην άσκηση αυτής ως μη δικαιούχοι διάδικοι κατά το άρθρο 77 παρ.1 του α.ν. 2039/1939, με συνέπεια το δεδικασμένο να ισχύει υπέρ και κατά του προσθέτως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατά τα άνω, είναι ο τιμηθείς με τη διαθήκη κληρονόμος, βαρυνόμενος με την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού, ισχυρίζονται, ότι τα επίδικα τέσσερα (4) ακίνητα είχαν περιέλθει στην κυριότητα του αποβιώσαντος διαθέτη 1) το πρώτο (κατά την αρίθμηση πάντοτε της αγωγής) με το .../13-5-1950 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννη Παπαγιάννη, νομίμως μεταγραφέν, 2) το δεύτερο με το επίσης νομίμως μεταγραφέν .../10-11-1950 πωλητήριο συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου, 3) το τρίτο με το νομίμως μεταγραφέν ως άνω .../13-5-1950 διανεμητήριο συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου Ιωάννη Παπαγιάννη και 4) το τέταρτο ακίνητο με το νομίμως μεταγραφέν .../15-6-1950 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Ιωάννη Παπαγιάννη.
Το τέταρτο από τα επίδικα ακίνητα, εμβαδού 1270 τ.μ., δεν κατέχονταν ούτε κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής (Ιούνιος 2000), ούτε κατά το χρόνο της συζήτησης αυτής στον πρώτο βαθμό (Νοέμβριος 2001) από τους αναιρεσίβλητους αδελφούς Τ., 3°, 4° και 5° (Κ., Α. και Σ.), αλλά από τις αδελφές αυτών Α. Κ. και Π. Π., μη διαδίκους, συνεχώς από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1995, όταν πέθανε ο πατέρας τους Γ.
Τ., επιβλέποντας και καλλιεργώντας αυτό με κηπευτικά μέχρι και σήμερα. Το πραγματικό αυτό περιστατικό κατατέθηκε ενόρκως από όλους ανεξαιρέτως τους εξετασθέντες μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένης και της μάρτυρος των ήδη αναιρεσειόντων και του προσθέτως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου Ε. Α., τοπογράφου μηχανικού, διευθύντριας του Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Πατρέων, η οποία βεβαίωσε ενόρκως ότι "από πληροφορίες που έχει, το τέταρτο ακίνητο της αγωγής, εμβαδού 1.270 τ.μ., δεν το κατέχουν οι εναγόμενοι 3ος, 4ος και 5ος, αλλά οι δύο κόρες του Γ.
Τ., τα ονόματα των οποίων δεν γνωρίζει, επειδή στην υπηρεσία της δεν είχαν υποβληθεί τα σχετικά συμβόλαια, καίτοι είχαν ζητηθεί". Το προαναφερθέν ακίνητο το νέμονταν, συμπεριφερόμενος ως κύριος, ο Γ. Τ. από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950 (1954-1955 περίπου) και μέχρι το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1995 που πέθανε, αφήνοντας στη συνέχεια τούτο με διαθήκη του (.../1994 δημόσια διαθήκη) στις δύο κόρες του Α.
Κ. και Π. Π. και στην εγγονή του Γ. Ν., το γένος Χ. Τ. κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου. Ένα χρόνο αργότερα (1996) η Γ. Ν. μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου μερίδιό της (1/3) στο ακίνητο στις δύο αδελφές (θείες της) Α. Κ. και Π. Π. με το .../1996 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πατρών Ανδριάνας Βίτσα και έκτοτε και μέχρι σήμερα το ακίνητο αυτό νέμονται οι δύο αδελφές Α.
και Π. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά. Περαιτέρω, το ακίνητο εμβαδού 5.340 (πάνω από το δρόμο) που είναι το τρίτο κατά την αρίθμηση της αγωγής (όπως, επίσης, και το προαναφερθέν τέταρτο της αγωγής, που βρίσκεται κάτω από το δρόμο), το είχε αγοράσει με ιδιωτική επιστολή στα μέσα περίπου της δεκαετίας του έτους 1950, δηλαδή το έτος 1954 ή 1955, ο Γ.
Τ. από την τότε επιτροπή των εκτελεστών της διαθήκης του Γ. Ζ., την οποία απάρτιζαν την εποχή εκείνη ο ιερέας της ενορίας Ι. Π., ο πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού Ι. Τ., ο αδελφός του θανόντος Ε. Ζ. και ο δάσκαλος του τότε 16ου Δημοτικού Σχολείου της περιοχής Έξω Αγυιάς Η. Τ.. Το τίμημα της αγοράς είχε ορισθεί σε 88.000 δραχμές και καταβλήθηκε περίπου το μισό σε μετρητά και το υπόλοιπο σε δόσεις.
Έκτοτε (1954 - 1955) το ακίνητο αυτό (3° της αγωγής) το νέμεται με διάνοια κυρίου ο Γ. Τ., πατέρας των 3ου, 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων (Κ., Α. και Σ.) συνεχώς μέχρι και τον Φεβρουάριο του έτους 1995, που πέθανε, αφήνοντας διαθήκη. Στο επίδικο ακίνητο, εμβαδού κατά τα άνω 5.340 τ.μ., όταν αγοράσθηκε από τον Γ. Τ., υπήρχε και ένα μικρό σπίτι, στο οποίο κατοικούσε ο ίδιος από το έτος 1955 μαζί με τα επτά (7) παιδιά του (5 αγόρια και 2 κορίτσια).
Το καλλιεργούσε με κηπευτικά, είχε φυτεύσει αμπέλι και οπωροφόρα δένδρα (αχλαδιές, βερυκοκιές, συκιές) και τα παραγόμενα προϊόντα τα πωλούσε σε μανάβηδες, μεταφέροντάς τα ο ίδιος με σούστα αλόγου. Εξέτρεφε ζώα, όπως αρνιά, και μοσχάρια. Όλες τις παραπάνω διακατοχικές πράξεις ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων 3ου, 4ου, 5ου Γ.
Τ. τις ενεργούσε με την πεποίθηση ότι είναι κύριος του ακινήτου, αφού το είχε αγοράσει ατύπως το έτος 1954 ή 1955 από τους εκτελεστές της διαθήκης με τίμημα 88.000 δραχμών, πλήρως εξοφληθέν. Με διαθήκη του ο Γ. Τ. το ακίνητο αυτό το άφησε στα τρία αγόρια (αναιρεσιβλήτους 3ο, 4ο και 5ο), τα οποία συνέχισαν τις πράξεις νομής του προκατόχου τους μέχρι και την άσκηση της αγωγής.
Ειδικότερα, το έτος 1995, μετά το θάνατο του πατέρα τους, τα τρία αδέλφια μοίρασαν το ακίνητο και ο καθένας από αυτούς στο δικό του τμήμα άνοιξε από μια γεώτρηση για να ποτίζουν τα δένδρα και τα κηπευτικά τους. Με αυτά τα δεδομένα και αναφορικά με το τρίτο κατά την αρίθμηση της αγωγής επίδικο ακίνητο, εμβαδού 5.340 τ.μ., η κυριότητα που είχε αποκτήσει πάνω σ' αυτό πριν από το θάνατό του ο δικαιοπάροχος του Ελληνικού Δημοσίου Γ.
Ζ. κατά τρόπο παράγωγο, δημιουργικό με το .../1950 διανεμητήριο συμβόλαιο, καταλύθηκε από την μεταγενέστερη κυριότητα που απέκτησε πάνω στο ίδιο ακίνητο πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ο άμεσος δικαιοπάροχος των τριών (3) τελευταίων αναιρεσιβλήτων Γ. Τ., ως νεμηθείς το ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1954 ή 1955 μέχρι και το έτος 1995 που πέθανε, δοθέντος ότι η αποδοχή της κληρονομιάς από το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία έγινε με την 1073883/2405/Α0011/ 16-9-1998 απόφαση, του Γενικού Διευθυντή της Διεύθυνσης Εθνικών κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ 52/29-9-1998 τεύχος Παράρτημα), μεταγράφηκε μόλις στις 9 Δεκεμβρίου 1998, δηλαδή πολύ αργότερα από τη συμπλήρωση στο πρόσωπο του Γ.
Τ. της εικοσαετούς έκτακτης χρησικτησίας (1955-1975). Το ακίνητο, εμβαδού 2.800 τ.μ., που είναι το δεύτερο κατά την αρίθμηση της αγωγής, το νέμονταν με διάνοια κυρίου μετά το έτος 1950, καλλιεργώντας το με κηπευτικά, τα οποία πωλούσε στις λαϊκές αγορές των Πατρών, ο Γ. Τ. συνεχώς μέχρι και το έτος 1960. Από το έτος 1960 τις ίδιες πράξεις νομής με διάνοια και θέληση κυρίου συνέχισε ο γιος του Π.
Τ., στον οποίο ο πατέρας του μεταβίβασε τη νομή του ακινήτου. Συγκεκριμένα, ο Π. Τ., που ήταν και αυτός πωλητής κηπευτικών και λαχανικών σε λαϊκές αγορές, καλλιεργούσε το ακίνητο αυτό συστηματικώς με κηπευτικά και λαχανικά, αποζώντας από την πώληση αυτών. Το ακίνητο ο Π. Τ. το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου μέχρι και την 19 Δεκεμβρίου 1994, καταστάς έτσι κύριος τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (1960-1994), χωρίς να είναι απαραίτητο να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του Γ.
Τ. (1951-1960). Στις 19 Δεκεμβρίου 1994 με το νομίμως μεταγραφέν ... πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Αμπατζή το ακίνητο αυτό ο Π. Τ. το μεταβίβασε κατά κυριότητα στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους Κ. και Β. Σ., οι οποίοι έκτοτε και το νέμονται ως κύριοι τούτου (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου). Με αυτά τα πραγματικά δεδομένα και αναφορικά με το δεύτερο κατά την αρίθμηση της αγωγής επίδικο ακίνητο, εμβαδού 2.800 τ.μ., η κυριότητα που είχε αποκτήσει πάνω σ' αυτό πριν από το θάνατο του ο Γ.
Ζ., δικαιοπάροχος του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τρόπο παράγωγο (από αγορά από τους αληθινούς κυρίους Β. Κ. και Μ. χήρα Δ. Κ.) με το νομίμως μεταγραφέν .../10-12-1950 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννη Παπαγιάννη καταλύθηκε από τη μεταγενέστερη κυριότητα που απέκτησε πάνω στο ίδιο ακίνητο πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία ο άμεσος δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Π.
Τ., ως νεμηθείς τούτο με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1960 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1994, δοθέντος ότι η αποδοχή της κληρονομιάς από το Ελληνικό Δημόσιο μεταγράφηκε μόλις στις 9 Δεκεμβρίου 1998, δηλαδή πολύ αργότερα από τη συμπλήρωση στο πρόσωπο του Π. Τ. της εικοσαετούς έκτακτης χρησικτησίας (1960-1980).
Τέλος, το ακίνητο, εμβαδού 2007 τ.μ., που είναι το πρώτο κατά την αρίθμηση της αγωγής, το νέμονταν με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1950 ο Α. Α. μέχρι και το έτος 1992, καλλιεργώντας τούτο με οπωρολαχανικά, τα οποία ο ίδιος πωλούσε σε λαϊκές αγορές της πόλης των Πατρών με το δικό του μεταφορικό μέσο (σούστα με άλογο).
Η καλλιέργεια ήταν συστηματική και συνεχής, διότι ήταν ο μοναδικός οικονομικός πόρος για τη συντήρηση της οικογένειάς του. Η έκταση του ακινήτου ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή, διότι ένα τμήμα του το έτος 1993-1994 απαλλοτριώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο για τη διάνοιξη της οδού ... και την αποζημίωση την εισέπραξαν τα τρία παιδιά του, στα οποία, ο Α.
Α. το έτος 1992 είχε μεταβιβάσει με γονική παροχή το επίδικο ακίνητο με το νομίμως μεταγραφέν .../17-2-1992 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πατρών Αθηνάς Ραβαζούλα. Επομένως, ο Α. Α. το έτος 1992 είχε ήδη καταστεί κύριος του ακινήτου πρωτοτύπως με 20ετή έκτακτη χρησικτησία (1950-1992). Την 19 Δεκεμβρίου 1994 το ως άνω ακίνητο τα τρία παιδιά του Α.
Α. το μεταβίβασαν κατ' ισομοιρία στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους με το νομίμως μεταγραφέν 11020 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Αμπατζή και έκτοτε οι τελευταίοι το νέμονταν και το κατέχουν. Το ακίνητο αυτό δεν είχε περιέλθει ποτέ κατά κυριότητα και μάλιστα κατά τρόπο παράγωγο στον Γ.
Ζ., όπως αναληθώς ισχυρίζονται οι αρχικοί ενάγοντες εκτελεστές στην αγωγή τους, επικαλούμενοι ως τίτλο κτήσης το .../1950 διανεμητήριο συμβόλαιο. Από την επισκόπηση του συμβολαίου τούτου προκύπτει μόνο, ότι με τη διανομή αυτή στον Γ. Ζ. περιήλθε μόνο το τρίτο ακίνητο της αγωγής, εμβαδού 5.340 τ.μ. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει η αγωγή, όπως επίσης και η πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθεί 1) ως προς το τέταρτο ακίνητο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, άλλως ως παθητικώς ανομιμοποίητη, διότι κάτοχοι τούτου κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήσαν οι τρεις (3) τελευταίοι εναγόμενοι και ήδη τρεις τελευταίοι αναιρεσίβλητοι, αλλά οι μη διάδικοι Α.
Κ. και Π. Π., 2) ως προς το τρίτο και δεύτερο ακίνητο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι η κυριότητα που είχε αποκτήσει παραγώγως στα ακίνητα αυτά ο άμεσος δικαιοπάροχος του Ελληνικού Δημοσίου καταλύθηκε με μεταγενέστερη κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως από τους Γ. Τ. και Π. Τ., αντίστοιχα, πολύ πριν το Δημόσιο μεταγράψει τη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και 3) ως προς το πρώτο ακίνητο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι το ακίνητο τούτο είχε περιέλθει στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Α.
Α. με έκτακτη εικοσαετή χρησικτησία, όχι όμως κατά κατάλυση προϋπάρχουσας παραγώγου κυριότητας του δικαιοπαρόχου του Ελληνικού Δημοσίου Γ. Ζ.". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι όσον αφορά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των επιδίκων ακινήτων, η κυριότητα που είχε αποκτήσει παραγώγως στα ακίνητα αυτά ο άμεσος δικαιοπάροχος του Ελληνικού Δημοσίου, καταλύθηκε με μεταγενέστερη κυριότητα, που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία από τους δικαιοπάροχους των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Γ.
Τ. και Π. Τ., αντίστοιχα, πολύ πριν το Δημόσιο μεταγράψει τη δήλωση αποδοχής κληρονομίας, ενώ όσον αφορά το πρώτο επίδικο ακίνητο, τούτο είχε περιέλθει στη κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Α. Α. με έκτακτη εικοσαετή χρησικτησία, χωρίς να προϋπάρχει κυριότητα με παράγωγο τρόπο του δικαιοπάροχου του Ελληνικού Δημοσίου Γ.
Ζ.. Κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή των αρχικών εναγόντων εκτελεστών και των ήδη αναιρεσειόντων εκτελεστών της διαθήκης, καθώς και την πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Με αυτά, που δέχτηκε, και έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.8 παρ.8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50-4), ν. 2 παρ.20, Πανδ.(41-4), ν. 6 Πανδ. (44-3), ν. 76 παρ.1, Πανδ., (18-1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23-3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" και των άρθρων 2 και 4 παρ. 1 του α.
ν. 1539/1938, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2009 αίτηση των αρχικών εκτελεστών της διαθήκης Α. Φ. και Ι. Δ. και ήδη των Ι. Δ. και Κ. Β. για αναίρεση της 386/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ