1077/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμβαση εργασίας, αρχή ίσης μεταχειρίσεως των εργαζόμενων, εφαρμογή και επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη. Η μη χορήγηση επιδόματος παραγωγικότητας (bonus) σε υπαλλήλους που συνταξιοδοτήθηκαν δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, όταν η χορήγηση αποβλέπει προεχόντως στην τόνωση του ενδιαφέροντος των υπηρετούντων για την επίτευξη μελλοντικών στόχων. Απορρίπτει την αίτηση.
Legislator headnote
AI generated1077/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1077 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Σύμβαση εργασίας, αρχή ίσης μεταχειρίσεως των εργαζόμενων, εφαρμογή και επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη. Η μη χορήγηση επιδόματος παραγωγικότητας (bonus) σε υπαλλήλους που συνταξιοδοτήθηκαν δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, όταν η χορήγηση αποβλέπει προεχόντως στην τόνωση του ενδιαφέροντος των υπηρετούντων για την επίτευξη μελλοντικών στόχων. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 1077/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 2) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Α. του Ν., κατοίκου ..., 4) Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 5) Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 6) Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., 7) Ε. Α. του Π., κατοίκου ..., 8) Ο. Α. του Ι., κατοίκου ..., 9) Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 10) Ν. Α. του Χ., κατοίκου ..., 11) Ν. Α. του Λ., κατοίκου ..., 12) Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., 13) Ι. Α. του Χ., κατοίκου ..., 14) Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 15) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 16) Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., 17) Σ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 18) Μ. - Π. Β. του Α., κατοίκου ..., 19) Π. Β. του Χ. - Μ., κατοίκου ..., 20) Π. Β. του Δ., κατοίκου ..., 21) Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 22) Σ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 23) Χ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 24) Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., 25) Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 26) Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 27) Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 28) Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 29) Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ... και 30) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν η μεν 24η μετά, οι δε λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στριμπέρη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Ιατρού - Νικητιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 294/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4498/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2008 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε, αρχικώς, για την 8-12-2009 και, κατόπιν αναβολής, για την 23-11- 2010, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 24-11-2010 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος, 141 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ) και 288 ΑΚ, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση, όταν προβαίνει για οποιοδήποτε λόγο σε οικειοθελή παροχή προς τους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτήν κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν με τα αυτά προσόντα την ίδια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται επαρκώς ως οφειλόμενη σε αντικειμενικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 348/1985).
Η ίση μεταχείριση προϋποθέτει, κατ' αρχήν, σύμβαση ενεργή. Εν τούτοις, η εν λόγω αρχή έχει εφαρμογή και όταν η χορήγηση της οικειοθελούς παροχής γίνεται μετά τη λύση της συμβάσεως εργασίας, αλλά με αναδρομική ενέργεια, αναγόμενη, είτε με απόφαση του εργοδότη είτε με συμφωνία μεταξύ αυτού και των εργαζόμενων, σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύμβαση ήταν ενεργής, ως επιβράβευση των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από το μισθωτό μέχρι τη λύση αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ήσαν υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, συνδεόμενοι με αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι η αναιρεσίβλητη, με την 184/13-9-2004 εγκύκλιο της διεύθυνσης προσωπικού της υπηρεσίας της, ενέκρινε την παροχή κινήτρων εθελουσίας αποχώρησης σε όσους εργαζόμενους είχαν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης μέχρι την 31-12-2004, με τις προϋποθέσεις που τάσσονταν σ' αυτή. Ότι οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν τις σχετικές δηλώσεις και αποχώρησαν από την υπηρεσία, κατά περίπτωση, από 1-11-2004 έως 31-12-2004.
Ότι στη συνέχεια, με το 193/1-7-2005 έγγραφο, που είχε ως θέμα την καταβολή επιδόματος παραγωγικότητας ("bonus"), η αναιρεσίβλητη ανακοίνωσε στους εργαζόμενους ότι "σε αναγνώριση των μέχρι τότε προσπαθειών του προσωπικού της αποφάσισε να χορηγήσει στους υπαλλήλους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα ένα εφάπαξ ποσό ως έκτακτη οικειοθελή παροχή".
Ότι το επίδομα αυτό, πράγματι, καταβλήθηκε την 15-7-2005, σε όλο το προσωπικό που εργαζόταν κατά την ημερομηνία αυτή, όχι, όμως, και στους αναιρεσείοντες, που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους. Ότι από το περιεχόμενο της απόφασης, με την οποία χορηγήθηκε το επίδομα, προκύπτει ότι αυτό, ως οικειοθελής παροχή, δόθηκε μόνο στους υπαλλήλους που εξακολουθούσαν να εργάζονται στην Τράπεζα, σε αναγνώριση όχι μόνο των μέχρι τότε προσπαθειών τους προς επίτευξη των στόχων της επιχείρησης, αλλά και προς τόνωση του ενδιαφέροντος και του ζήλου τους για την επίτευξη των μελλοντικών στόχων αυτής.
Ότι, οι αναιρεσείοντες, που είχαν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης όταν αυτή αποφάσισε τη χορήγηση του επιδόματος, δεν επρόκειτο να έχουν στο μέλλον δυνατότητα συμβολής στην επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων, στην οποία προεχόντως απέβλεπε η Τράπεζα. Ότι, τέλος, το γεγονός ότι κατά το προηγούμενο έτος 2004 η χορήγηση του επιδόματος είχε επεκταθεί αναλόγως και στους υπαλλήλους που είχαν αποχωρήσει κατά το έτος 2003, δεν ήταν δυνατό να ευνοήσει τους αναιρεσείοντες, διότι τότε η επέκταση είχε προβλεφθεί, ρητώς, με ειδικό όρο της από 24-12-2004 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, πράγμα το οποίο ούτε επαναλήφθηκε ούτε μπορούσε να συναχθεί σιωπηρώς από το περιεχόμενο της νέας απόφασης περί καταβολής του "bonus" κατά το έτος 2005.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι, υπό τις ως άνω περιστάσεις, η μη χορήγηση του επιδόματος παραγωγικότητας στους αναιρεσείοντες δεν προσκρούει στη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών, διότι η δική τους περίπτωση είναι ουσιωδώς ανόμοια με εκείνη των εν ενεργεία υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και, κατόπιν αυτού, έκανε μεν δεκτή την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή για καταβολή της ως άνω οικειοθελούς παροχής σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά στη συνέχεια την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-12-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 4498/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Ιουνίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ