Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific sworn testimony in grounds of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a lawyer's fee dispute. The appellant argued the lower court ignored her submitted sworn testimony, but the court found the appeal grounds insufficiently specific to identify the document and its content. Consequently, the court ruled that the procedural defect prevented the appeal from being accepted.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 342, 346 of the Code of Civil Procedure; The grounds of appeal under Article 559(1)(c) require explicit identification of the sworn testimony, including its number, the witness examined, and the specific claim it was intended to prove, otherwise the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1077 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1077/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δάμη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δανάη Μπόλλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1571/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-7-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 19-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε (ΑΠ 1551/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, διότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 12875/2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη του αναφερόμενου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της.
Ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο την έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, από την οποία αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για να παραστεί κατά την λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης ή παράσταση αυτού κατά τη βεβαίωση, ώστε να κριθεί η νόμιμη λήψη της βεβαίωσης.
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε και τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη: α) την από 29-9-2006 αίτηση αναιρέσεως (αρ. κατ. 14442/2006) κατά της υπ' αριθμ. 3084/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, β) την από 10-11-1999 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7602/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και γ) την από 4-4-2001 ( αρ.
κατ. 382/2001) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2556/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων λήφθηκαν υπόψη " όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στο οποίο γίνεται αναφορά στα ανωτέρω με στοιχεία β' και γ' έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο από τον αριθμ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, η συμφωνία δε αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία.
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Ως χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου λαμβάνεται ο χρόνος της τελεσιδικίας από την οποία (αξία) δεν αφαιρούνται τυχόν καταβληθέντες και παρακρατηθέντες από τον αντίδικο του εντολέα φόροι κληρονομίας του ακινήτου.
Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από την αιτιολογία αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα αναγκαία κατά νόμο για την εφαρμογή ή μη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου πραγματικά περιστατικά ή όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ουσιαστικό ζήτημα, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού.
Έτσι, οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ποια ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 21-6-2007 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα του ανέθεσε να εγείρει αγωγή για την ακύρωση των αναφερομένων συμβάσεων πωλήσεως ακινήτου, την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος επί του ενιαίου ακινήτου και την απόδοση του μεριδίου της σ' αυτήν.
Ότι για την άνω υπόθεση και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης συμφώνησαν η αμοιβή του και τα έξοδα να ανέρχονται σε ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της δίκης, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας συμφωνήθηκε να μην οφείλεται αμοιβή. Ότι το έτος 1997 συνήφθη μεταξύ των ίδιων διαδίκων νέα σύμβαση με την οποία ανατέθηκε στον ενάγοντα η διεκδίκηση των ωφελημάτων από τον ΑΑ μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, με την οποία συμφώνησαν η αμοιβή του και τα έξοδα να ανέρχονται σε ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της δίκης, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας συμφωνήθηκε να μην οφείλεται αμοιβή.
Ότι σε εκτέλεση της πρώτης εργολαβικής δίκης μετά από τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειές του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5113/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών , με την οποία υποχρεώθηκε ο ΑΑ να αποδώσει στην εναγομένη το εξ αδιαθέτου ποσοστό της επί του κληρονομιαίου ακινήτου και δεδομένου ότι η υπόθεση είχε αίσια έκβαση η εναγομένη του οφείλει το αναφερόμενο ποσό ως ποσοστιαία αμοιβή του επί του αντικειμένου της δίκης.
Ότι σε εκτέλεση της δεύτερης εργολαβίας δίκης προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειες, ότι περαιώθηκε τελεσιδίκως με την έκδοση της υπ' αριθμ. 7083/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο ΑΑ να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 33.709,66 ευρώ και σύμφωνα με τη συμφωνία του οφείλει το αναφερόμενο ποσό ως συμφωνηθείσα ποσοστιαία αμοιβή επί του αντικειμένου της δίκης.
Ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 226.623,60 ευρώ. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο χωρίς επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου είναι αντιφατικοί.
Ο λόγος αυτός, ως προς μεν το μέρος του που αφορά την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις αναφερόμενες παραπάνω νομικές διατάξεις και είναι επαρκώς ορισμένη, ως προς δε το μέρος του που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας για την απόρριψη ενστάσεώς της περί αοριστίας, που προβλήθηκε στην πρωτόδικη δίκη και επαναφέρθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι κατά τα ανωτέρω απαράδεκτος, αφού πρόκειται για παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Η εναγομένη τον Ιανουάριο του 1987 ανέθεσε στον ενάγοντα και αυτός ανέλαβε τη διεξαγωγή της δίκης για την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων πώλησης του αναφερόμενου ακινήτου, του κληρονομικού της δικαιώματος επ' αυτού και την υποχρέωση του αγοραστή να της αποδώσει το μερίδιό της επί του ακινήτου μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης με δικά του έξοδα και με συμφωνημένη αμοιβή του ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της δίκης, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας συμφωνήθηκε να μην οφείλεται αμοιβή παρά μόνο τα έξοδα.
Σε εκτέλεση της εργολαβίας αυτής ο ενάγων στις 19-1-1987 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή ... . Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5714/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή....
Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5113/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο ΑΑ (αντίδικος της αναιρεσείουσας) να αποδώσει στην εναγομένη το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του ακινήτου υπό τον όρο της ταυτόχρονης καταβολής από την τελευταία των ποσών: α) 16.693 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-1-1995, β) των 25.020 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-1-1989 και γ) των 38.738 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της από 18-5-2000 αγωγής του ΑΑ και εναντίον της νυν εναγομένης ... .
Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Φούλια, η εναγομένη πούλησε το ποσοστό της στον ως άνω ΑΑ αντί τιμήματος όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο 816.426,87 ευρώ. Μέρος του ως άνω τιμήματος συμψηφίστηκε με τις απαιτήσεις που είχε ο τελευταίος κατά της εναγομένης, σύμφωνα με την ως άνω 5113/2006 απόφαση, που ανήλθαν κατά την ημέρα της μεταβίβασης του ακινήτου στο ποσό των 229.198 ευρώ συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας ... .
Έτσι η εναγομένη τελικά εισέπραξε το ποσό των 587.228,87 ευρώ, στο οποίο και πρέπει να υπολογιστεί η εργολαβική αμοιβή του ενάγοντα, απορριπτομένου του ισχυρισμού της εναγομένης που περιέχεται στον πέμπτο λόγο της έφεσής της περί αφαιρέσεως και του ποσού των 62.228,87 ευρώ που αφορά το φόρο κληρονομίας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 και 95 παρ. 1 α' του ν.δ.3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ή εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, επομένως, είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1571/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ