Legislator Case Law & Legislation
1077/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on damages to collateral relatives of deceased in traffic accident under Greek Civil Code.

Case Number 1077/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding damages for mental suffering. The appellants, including collateral relatives of the deceased, argued for inclusion in the definition of 'family' under Article 932 of the Civil Code despite the lower court's rejection. The court ruled that collateral relatives beyond the third degree do not qualify as family members and that the lower court's assessment of damages was a non-appealable factual evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 932 A.K.; Art. 559 para. 1, Art. 561 para. 1 K.Pol.Dik.: The term 'family' in Article 932 of the Civil Code excludes collateral relatives beyond the third degree, and the assessment of damages constitutes a non-appealable factual evaluation.

Keywords

AI generated
mental suffering damages family definition civil code collateral relatives third degree traffic accident liability non-appealable factual evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 932 A.K.
Art. 559 para. 1 K.Pol.Dik.
Art. 561 para. 1 K.Pol.Dik.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1077 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.077/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ..., 5α. Χ5, ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμου της αρχικώς αναιρεσείουσας ΧΧ, 5β) Χ6, ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμου της αρχικώς αναιρεσείουσας ΧΧ, 5γ) Χ7, ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμου της αρχικώς αναιρεσείουσας ΧΧ, 6. Χ8, κατοίκου ..., 7. Χ9, κατοίκου ..., 8. Χ10, κατοίκου ..., 9. Χ11, κατοίκου ..., 10. Χ12, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Δεκεμβρίου 1999 και 4 Δεκεμβρίου 2000 αγωγες της ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3694/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2699/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 282/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 12 Μαΐου 2008 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της εννοίας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων δεν περιλαμβάνονται οι δευτέρου βαθμού συγγενείς εξ αγχιστείας και τρίτου βαθμού εξ αίματος εκ πλαγίου, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι τοιούτοι του θανατωθέντος, το πόρισμα δε τούτο ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 1 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι ως άνω συγγενείς από μόνη τη συγγενική τους αυτή σχέση, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.ΑΠ 21/2000).

Ο προσδιορισμός του πόσου της εύλογης, κατά τα ανωτέρω, χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνος του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν oι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 24/92). Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ. ΑΠ44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κατά μεν το πρώτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στις κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ.

πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι "στην οικογένεια του θύματος", που ήταν ο θανατωθείς σε αυτοκινητιστικό ατύχημα ..., δεν περιελαμβάνοντο και οι αδελφοί των γονέων αυτού έβδομη, όγδοη, ένατος και δέκατη από τους αναιρεσείοντες, των οποίων το αγωγικό αίτημα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης τους απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, μολονότι επικαλέσθηκαν ότι του συνέδεε με το θύμα "αγάπη και στοργή", κατά δε το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αυτή από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 932 Α.Κ., ενόψει του μικρού μεγέθους της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτη και πέμπτη από τους αναιρεσείοντες με ποσά 35.216, 35.216, 20.542 + 5.899, 5.899 και 5.899 ευρώ αντιστοίχως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. είναι, κατά μεν το πρώτο μέρος του αβάσιμος, διότι δεν εμπίπτουν στην "οικογένεια του θύματος" ως δικαιούχοι χρηματικής ικανοποιήσεως για ψυχική οδύνη οι εξ αίματος συγγενείς εκ πλαγίου τρίτου βαθμού (αδελφοί γονέων) του θύματος και άνω, ούτε θεμελιώνει τη σχετική αξίωση η ύπαρξη "αγάπης και στοργής" των εν λόγω συγγενών με το θύμα, που εκτιμάται από το δικαστήριο ως στοιχείο προσδιορισμού της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως και δεν αναπληρώνει την ελλείπουσα ενεργητική νομιμοποίηση της αγωγής, κατά δε το δεύτερο μέρος του απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το μέγεθος της επιδικαζόμενης, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 932 ΑΚ, χρηματικής ικανοποιήσεως αποτελεί μη ελεγχόμενη αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), ενώ σαφής ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας δεν προβάλλεται.

Τέλος κατά το μέρος που αποδίδεται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως η από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια εξαιτίας της απορρίψεως, ως μη νόμιμης, της αγωγής των έβδομης, όγδοης, ένατου και δέκατης από τους αναιρεσείοντες, ελέγχεται προεχόντως απαράδεκτος, διότι η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια προϋποθέτει παραδοχές επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν θεμελιώνεται όταν απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη ή νομικώς αβάσιμη.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.1.2004 (άρ. εκθ. καταθ. 25/2004) αίτηση αναιρέσεως κατά της 2.699/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ