Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error regarding factual findings and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute involving heirs and sellers. The appellants argued the lower court erred by ignoring their second appeal point and provided flawed reasoning on market value and the necessity of the transaction. The court found these grounds insufficient because the appeal did not specify the violated legal provision or detail the exact nature of the factual error and reasoning defects.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8)(b) & 559(1), 559(19) K.Pol.D.; An appeal ground is invalid if it fails to specify the violated substantive law provision and the precise nature of the court's legal error regarding factual findings or reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1077 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1077/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) .... , 2) .... , ως ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου των .... , 3) .... , 4) .... και 5) Χ1 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σεβαστό Χατζησεβαστό, ο οποίος δήλωσε ότι ο Χ1 ενηλικιώθηκε και παρίσταται για τον εαυτόν του και εκπροσωπείται από αυτόν.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) .... και 2) .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αγιοστρατίτη, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1991 αγωγή των αρχικών εναγόντων ... και .... , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/1992 μη οριστική, 3474/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2059/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-9-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 26-9-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 2059/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσία παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Πράγματα, έτσι, συνιστούν και οι λόγοι της έφεσης, που αφορούν τη βάση αγωγής, ένστασης κλπ (Ολ.ΑΠ 11/1996). Αντιθέτως βέβαια, δεν συνιστούν πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη ως μοναδικοί από διαθήκη κληρονόμοι των αρχικών εναγόντων, που πέθαναν κατά τη διάρκεια της δίκης, με τον οποίο αυτοί εξέφεραν κατά της εκκαλούμενης απόφασης το παράπονο ότι δεν έλαβε υπόψη, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, ότι η επίμαχη σύμβαση πώλησης ακινήτου που καταρτίστηκε με το ....
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .... είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη και ως αισχροκερδής (άρθρο 179 συνδυαζόμενο με άρθρο 178 ΑΚ), το 3339/1992 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και το 689/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν στην από 11-9-2001 έγκληση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των αρχικών εναγόντων, του δικηγόρου .....
και των .... και .... ..... , αντίστοιχα, μετά την κατάθεση της ένδικης αγωγής (3-6-1991) και με τα οποία (βουλεύματα) απαλλάχθηκαν οι κατηγορούμενοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συναυτουργία με την περιεχόμενη σ' αυτά, εντελώς αντίθετη από αυτή της εκκαλούμενης απόφασης, κρίση.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός, συνιστάμενος στην επίκληση αποδεικτικών εγγράφων και του περιεχομένου τους, δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα. Ο έκτος, επίσης, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους πέντε (5) αυτοτελείς λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, τους οποίους αντιπαρήλθε σιωπηρά, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο λόγο ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι αυτοί λόγοι του εφετηρίου.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά τους είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), που οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη το 689/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που προαναφέρθηκε, τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων ....
και .... , καθώς και τα με αριθμούς 2595/11 Νοεμβρίου 1991 και 2763/4 Ιουνίου 1992, αντίστοιχα, φύλλα της ημερήσιας εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ", δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, τόσο τις καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων των αναιρεσειόντων, που μνημονεύονται ρητά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όσο και το αμέσως παραπάνω βούλευμα, μη δεσμευόμενο από τις αντίθετες παραδοχές του, καθώς και τα φύλλα της εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ", που προμνημονεύθηκαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα έγγραφα αυτά.
Οι συναφείς, επομένως, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος κατά το αντίστοιχο μέρος του και πέμπτος, κατά το αντίστοιχο, επίσης, μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 εδάφιο γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών ισχυρισμών και ιδίως του περιεχομένου εγγράφου, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 25 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ....... πωλητήριου συμβολαίου με το να δεχθεί ότι το από δρχ. 3.000.000 τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου που πιστώθηκε και η προς εξασφάλιση της καταβολής του εγγραφή υποθήκης συμφωνήθηκαν έντοκα, ενώ κατά τους όρους του συμβολαίου το παραπάνω τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέσο σε μια τριετία άτοκο και μόνο σε περίπτωση υπερημερίας έντοκο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το εξεταζόμενο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση της από το Εφετείο παραμόρφωσης του επίμαχου συμβολαίου, δεν προσάπτεται σ' εκείνο το δικαστήριο διαγνωστικό σφάλμα, μέσω εσφαλμένης απόδοσης του περιεχομένου του συμβολαίου, αλλά αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες.
IV. Ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας του εν λόγω ακινήτου (οικοπέδου και κτισμάτων), κατά το έτος 1991, ανέρχονταν μεν στο ποσό των δρχ. 45.831.052 (βλ.
το Φύλλο υπολογισμού αξίας του ακινήτου αυτού έτους 1991), όμως η αγοραία αξία του ήταν σημαντικώς μειωμένη και έναντι της ως άνω αντικειμενικής αξίας της ψιλής κυριότητας αυτού, προσεγγίζουσα κατά το μάλλον ή ήττον το συμβατικώς καθορισμένο τίμημα", στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, γιατί διέλαβε σ'αυτή εσφαλμένες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την πραγματική αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, αφού, υπό την επίκληση της παραπάνω διάταξης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
V. Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου πιο πάνω άρθρου προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή το ότι εκείνη στερείται παντελώς αιτιολογίας και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ή, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια δηλαδή αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, ή σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ΄ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά τα μέρη του με τα οποία προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ και περαιτέρω στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, γιατί διέλαβε σ'αυτή εσφαλμένες και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με τη συνδρομή της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας στο πρόσωπο των αρχικών εναγόντων -πωλητών του επίδικου ακινήτου του και της εκμετάλλευσης των τελευταίων από μέρους των αντιδίκων τους - αγοραστών, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο λόγο ως προς τα αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά γεγονότα οι παραδοχές της απόφασης, με εξαίρεση μερικές αποσπασματικές τέτοιες, το νομικό σφάλμα του Εφετείου ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο τους λείπει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.9.2004 αίτηση για αναίρεση της 2059/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ