Legislator Case Law & Legislation
1076/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employer's claim of invalid termination was rejected due to lack of vacant position.

Case Number 1076/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Labor Court's decision to reject the employee's claim of wrongful dismissal. The employer argued that the Labor Court erred by ignoring the employee's admission of terminating the contract due to strained relations with another staff member, which would have invalidated the termination. However, the court found the employer's primary ground for termination was economic, and since no vacant position existed for the employee, the termination was not abusive, rendering the employee's admission irrelevant to the core issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591, 614, 621, 622 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an employer's claim of abusive termination based on a non-existent vacant position prevails over an employee's admission of terminating the contract for personal reasons, as the admission does not alter the substantive justification for the dismissal.

Keywords

AI generated
labor dispute termination abusive dismissal claim vacant position requirement employee admission evidence economic reasons dismissal labor court decision supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 591 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure
Article 621 of the Code of Civil Procedure
Article 622 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1076 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1076/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "WUZHENG EUROPE ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το διαχειριστή της Παναγιώτη Θαρουνιάτη. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Τσακούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2410/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9-2-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 9-2-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2237-208/29-2-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 2410/12-5-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 4-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66234-3309/4-7-2022 έφεσης, της αναιρεσείουσας και επί της από 18-7-2022 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 72424-3647/2022 έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμό 559/25-5-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά μέσα στη διετή προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Ι. Μ.

του Κ., κάτοικος ..., στην από 30-7-2-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 55183-1396/31-7-2020 αγωγή του - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψε κατά της εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Shandong Wuzheng Hellas Μεταμόρφωση Αττικής" και έδρα τη Μεταμόρφωση Αττικής - είχε εκθέσει τα εξής:

Ότι στις 20-6-2019 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από τότε παρείχε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του. Ότι η εναγομένη στις 13-3-2020 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους για οικονομοτεχνικούς λόγους. Ότι η απόλυσή του αυτή ήταν άκυρη, επειδή δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του τα αντικειμενικά (υπηρεσιακά και κοινωνικοοικονομικά ) κριτήρια, τα οποία θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν.

Ότι μετά από αυτό η εναγομένη κατέστη υπερήμερη και συνεπώς οφείλει να καταβάλει σε αυτόν όλες τις νόμιμες αποδοχές που συνδέονται με την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, όπως ειδικότερα επικαλέσθηκε στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδεχθεί την εργασία του με τους ίδιους όρους και στην ίδια θέση που ίσχυαν, πριν απολυθεί, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα συνολικό ποσό 48.000 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 14-3-2020 έως και 14-3-2021 λόγω άκυρης απόλυσής του, ποσό 2.900 Ευρώ, ποσό 2.000 Ευρώ ως δώρο Πάσχα έτους 2021, ποσό 4.000 Ευρώ ως αποδοχές άδειας για το έτος 2021, ποσό 2.000 ως επίδομα άδειας για το ίδιο έτος.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3 α, 621 και 622 του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 559/25-5-2022 οριστική απόφαση με την οποία α) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλιό της για επιδίκαση αποδοχών άδειας και το κεφάλαιό της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και β) έκρινε κατά τα λοιπά την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και επιπλέον τη δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν συνολικό ποσό 52.000 Ευρώ νομιμότοκα.

Η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 4-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66234-3309/4-7-2022 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή του εφεσιβλήτου-ενάγοντος εναντίον της.

Εξάλλου ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω απόφασης της από 18-7-2022 με αριθ. κατ. 72424/3647/2022 έφεση με την οποία ζητούσε τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης με σκοπό να γίνει καθο .....

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε τις εφέσεις αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2410/12-5-2023 τελεσίδικη απόφαση με την οποία απέρριψε ως αβάσιμες στην ουσία τις εφέσεις. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "(...) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα (...):

Η εναγόμενη - εκκαλούσα (...) έχει ως αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή ηλεκτρικών επαγγελματικών οχημάτων στην ευρωπαϊκή αγορά από τη μητρική της κινεζική εταιρεία (...). Ο ενάγων προσελήφθη στις 20-6-2019 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη εταιρεία, προκειμένου να εργαστεί ως Διευθυντής μετά την πώληση ("after sales Manager") [...].

Η δε πρόσληψή του δε[ν] συνιστούσε πρόσληψη ενός απλού υπαλλήλου, αλλά ενός διευθυντικού στελέχους, το οποίο λόγω της θέσης και των υψηλών αποδοχών του θα συμμετείχε ενεργά και αποτελεσματικά συνεισφέροντας την εμπειρία του στο σχεδίασμά και την οργάνωση του δικτύου πωλήσεων μέσω διανομέων κατά το μέρος, που αφορούσε τα ανταλλακτικά και την παροχή επισκευής και συντήρησης των οχημάτων της μητρικής εταιρείας.

Κατά τον χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος ο σχεδιασμός και η οργάνωση του δικτύου πωλήσεων ήταν το βασικότερο έργο της εναγομένης, η οποία είχε συσταθεί μόλις δύο μήνες πριν και η μητρική εταιρεία ανέμενε από τα στελέχη της εναγομένης την άμεση ανάπτυξη του δικτύου των πωλήσεων οχημάτων και ανταλλακτικών καθώς και τις προτάσεις για την οργάνωσή του για να ξεκινήσει αμέσως η υλοποίηση του.

Η μητρική εταιρεία δεν απέσπασε δικούς της εργαζόμενους για τη στελέχωση της εναγομένης, ενδιαφερόταν όμως και παρακολουθούσε την απόδοση των στελεχών της εναγόμενης, καθόσον ήταν η βασική χρηματοδότριά της (...). Περαιτέρω στην από 7-5-2020 εξώδικη απάντηση της εναγόμενης επί της από 21-4-2020 εξώδικης διαμαρτυρίας - δήλωσης του ενάγοντος - με την οποία διαμαρτύρεται για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δηλώνοντας ότι συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη - αναφέρονται οι λόγοι, που υπαγόρευσαν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης.

Σύμφωνα με το ανωτέρω έγγραφο η εναγόμενη, η οποία είναι μία νεοσύστατη εταιρεία και είχε αναλάβει το δύσκολο εγχείρημα να πραγματοποιήσει το άνοιγμα της μοναδικής μετόχου της Κινεζικής εταιρείας (...) στην ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου, τελούσα σε πλήρη οικονομική και διοικητική εξάρτηση από αυτή, κλήθηκε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, διότι στο πλαίσιο της περιοδικής αξιολόγησης της ανωτέρω μητρικής εταιρείας της γνωστοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2020 ότι θα πρέπει να προβεί στην απόλυσή του ενάγοντος, καθόσον το έργο, που παρήγαγε κατά τον χρόνο της παραμονής του στην εναγόμενη σε συνάρτηση με τον μισθό και τις υπόλοιπες παροχές, που λάμβανε, δεν ικανοποίησε πλήρως την εν λόγω εταιρεία.

Ιδιαιτέρως αξιολογήθηκε το γεγονός της μικρής εξοικείωσης του ενάγοντος με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το διαδίκτυο σε ένα απαιτητικό τομέα εργασίας στον οποίο αποτελεί σημαντική δεξιότητα. Καθοριστικό ρόλο, επίσης, έπαιξε το γεγονός ότι η ανωτέρω κινεζική εταιρεία επλήγη ιδιαιτέρως κατά τη διάρκεια της επιδημίας του Covid 19, αφού η έδρα της καθώς και τα εργοστάσια κατασκευής των εμπορευόμενων προϊόντων της βρίσκονταν στις επαρχίες (...) όπου επί μήνες είχε απαγορευθεί οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα η ανωτέρω χρονική συγκυρία να προκαλέσει σημαντική καθυστέρηση στο εμπορικό πλάνο της εναγομένης και να παραλύσει όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της.

Πράγματι η εναγόμενη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (Φεβρουάριος- Μάρτιος 2020) περιήλθε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση οφειλόμενη όχι σε υπαιτιότητά της, αλλά σε εξωγενείς παράγοντες, ήτοι στην εμφάνιση της πανδημίας του Covid 19 και την παύση των εμπορικών συναλλαγών από τη χώρα της Κίνας, όπου έχει την έδρα της η μητρική, βασική χρηματοδότριά της και κατασκευάστρια των αυτοκινήτων, που εμπορευόταν η εναγόμενη, εταιρεία με την επωνυμία (...).

Σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο ισολογισμό της εναγόμενης χρήσεως του έτους 2019, παρουσιάζονταν ζημίες της τάξεως των 259.520,05 ευρώ. Με βάση την ανωτέρω συγκυρία κατόπιν προτάσεως της μητρικής κινεζικής εταιρείας (...) η εναγόμενη αποφάσισε στο πλαίσιο του διευθυντικού της δικαιώματος την αναδιάρθρωση και την περικοπή των δαπανών της.

Η περικοπή των δαπανών της εναγομένης λόγω της διακοπής των εμπορικών συναλλαγών με την Κίνα οφειλόμενη στην πανδημία (...) ήταν επιβεβλημένη, παράλληλα δε ενόψει της διαμορφωθείσας νέας κατάστασης (κορωναιός - πάγωμα πωλήσεων ανταλλακτικών) ο μισθός του ενάγοντος, που ανερχόταν στο ποσό των 4.000 ευρώ θεωρήθηκε υπερβολικός και για τον λόγο αυτό προκρίθηκε ως λύση η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Άλλωστε επί απόλυσης εργαζομένου, που επιβάλλεται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, που αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχειρήσεώς του και της αγοράς (...).

Ωστόσο, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκτός από τον ανωτέρω λόγο οφείλεται και στην πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων, καθόσον δυσκολευόταν στη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, γεγονός, που επιβεβαιώθηκε και από τον μάρτυρα ανταπόδειξης, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. (...) Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο μόνος πραγματικός και όχι προσχηματικός, λόγος που συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι οικονομικής φύσεως, ήτοι η μείωση του μισθολογικού κόστους της εν λόγω επιχείρησης ενόψει της απρόβλεπτης συγκυρίας της πανδημίας (...) και των δυσμενών συνεπειών, που επέφερε στις εμπορικές συναλλαγές.

Επειδή, όμως, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης παραμένει το έσχατο μέσο (...) αντιμετωπίσεως των προβλημάτων κάθε εργοδότη, προέχει ο έλεγχος της αντίθεσής της στα αντικειμενικά όρια, που καθιερώνει το άρθρο 281 Α.Κ. (...). Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη - εργοδότρια έπρεπε ενεργώντας καλόπιστα πριν προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας να προτείνει στον ενάγοντα, εφόσον ο τελευταίος το αποδεχόταν, είτε τη μείωση του μισθού του, είτε την τροποποίηση των όρων της σύμβασής του, ήτοι την απασχόλησή του σε άλλη θέση εργασίας με ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών του, όπως την ανάληψη της θέσης του "after sales specialist" θέση για την κάλυψη της οποίας απαιτούνταν υποδεέστερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα σε σχέση με αυτά, που διέθετε ο ενάγων, διότι ο εργαζόμενος, που θα προσλαμβανόταν για την κάλυψη της ανωτέρω θέσης θα είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του διευθύνοντος συμβούλου και παράλληλα χαμηλότερες μηνιαίες αποδοχές.

Μάλιστα μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος η εναγόμενη ανήρτησε στις 10-4-2020 στο διαδίκτυο αγγελία για την κάλυψη της θέσης του "after sales specialist" στην επιχείρησή της, γεγονός που καταδεικνύει ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης του ενάγοντας υπήρχε δυνατότητα απασχόλησής του σε κενή θέση εργασίας στην εκμετάλλευσή της - έστω και δυσμενέστερη - ο δε ενάγων ενόψει των γνώσεων, των προσόντων και των ικανοτήτων του ήταν κατάλληλος και για τη θέση αυτή.

Η απευθείας προσφυγή στην καταγγελία, στο επαχθέστερο δηλαδή για τον ενάγοντα μέτρο, παρά το γεγονός ότι ήταν δυνατή η απασχόλησή του με δυσμενέστερους όρους εργασίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ήταν ηλικίας 60 ετών και είχε υπό τη μέριμνα και φροντίδα του, αφενός μεν τη σύζυγό του πάσχουσα από σκλήρυνση κατά πλάκας (...), αφετέρου την ανήλικη θυγατέρα του, καθιστούν την καταγγελία της σύμβασης καταχρηστική και ως εκ του λόγου τούτου ως μη γενομένη (...)". 3.α.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως και όταν υπήγαγε τα ίδια περιστατικά σε κανόνα δικαίου, στον οποίο δεν υπάγονταν (ΟλΑΠ 5/2023).

Στον πρώτο και στον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι οποίοι είναι συναφείς, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 656 του ΑΚ, 1 και 5 του ν. 2120/1920 5 και 7 του ν. 3198/1955 και 281 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μολονότι δέχθηκε ότι είχε καταγγείλει τη σύμβασης εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο για λόγους οικονομικοτεχνικούς, έκρινε παρόλα αυτά ότι η απόλυσή του ήταν άκυρη, διότι το οικονομικό συμφέρον της θα μπορούσε να προστατευθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη λήψη ηπιότερων μέσων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και, συγκεκριμένα, με την απασχόλησή του σε άλλη κενή και κατάλληλη για τον αναιρεσίβλητο θέση εργασίας της επιχείρησής της.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται στη συνέχεια ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα - τόσο ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να αποδείξει την αναλήθεια της ιστορικής βάσης της αγωγής, την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της, όσο και ως εκκαλούσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να αποδείξει τη βασιμότητά της έφεσής της κατά της υπ' αριθμό 559/25-5-2022 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - αποδεικνυόταν πλήρως ότι δεν υπήρχε κατάλληλη για τον αναιρεσίβλητο κενή θέση στην επιχείρησή της με συνέπεια η ανάγκη να αντιμετωπίσει τα οικονομοτεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η επιχείρησή της επέβαλε αναπόφευκτα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει περαιτέρω ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι απέλυσε τον αναιρεσίβλητο, επειδή ο συγκεκριμένος εργαζόμενος απασχολείτο μικρό χρονικό διάστημα στην επιχείρησή της και επιπλέον διότι ο αναιρεσίβλητος είχε δημιουργήσει κλίμα έντασης σε αυτή για το λόγο ότι διαπληκτιζόταν διαρκώς με τον προϊστάμενό του.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αξιολογούσε ορθά τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν θα κατέληγε στην κρίση ότι η απόλυση του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν καταχρηστική, όπως αβάσιμα είχε επικαλεσθεί στην αγωγή του εναντίον της.

Η αναιρεσείουσα, ωστόσο, με τις συγκεκριμένες αιτιάσεις της προβάλλει πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και αποδίδουν ουσιαστικά στην αναιρεσιβαλλομένη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας κατά την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά, με το δεδομένο μάλιστα ότι στην προκειμένη περίπτωση το πόρισμα του αποδεικτικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια. Οι λόγοι αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παράγραφος1 του ΚΠολΔ).

3.β. Το άρθρο 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο (....) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ειδικότερα, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη των ισχυρισμών αυτών ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα κατέληξε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα.

Το δικαστήριο, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να αξιολογεί κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ή να κάνει διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρει στην απόφαση.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη αποδεικτική κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 181/2024, ΑΠ 74/2024). Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μολονότι δέχθηκε ότι είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο για λόγους οικονομικοτεχνικούς, η απόλυσή του δεν έπασχε από ακυρότητα, διότι το οικονομικό συμφέρον της θα μπορούσε να προστατευθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη λήψη ηπιότερων μέσων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και, συγκεκριμένα, με την απασχόλησή του σε άλλη κενή και κατάλληλη για τον αναιρεσίβλητο θέση εργασίας της επιχείρησής της.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται στη συνέχεια ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα - τόσο ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να αποδείξει την αναλήθεια της ιστορικής βάσης της αγωγής, την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της, όσο και ως εκκαλούσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να αποδείξει τη βασιμότητά της έφεσής της κατά της υπ' αριθμό 559/25-5-2022 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - αποδεικνυόταν πλήρως ότι δεν υπήρχε κατάλληλη για τον αναιρεσίβλητο κενή θέση στην επιχείρησή της με συνέπεια η ανάγκη να αντιμετωπίσει τα οικονομοτεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε επέβαλε αναπόφευκτα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εργαζομένου σε αυτή.

Ο αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι για το λόγο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε το κρίσιμο αυτό γεγονός για την έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη, ενώ σε διαφορετική περίπτωση θα κατέληγε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα και θα δεχόταν την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως βάσιμη, όπως ειδικότερα αναφέρει στο λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε.

Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), απέρριψε ως αβάσιμη την από 4-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66234-3309/4-7-2022 έφεση της αναιρεσείουσας, την οποία είχε ασκήσει ως εναγομένη κατά της υπ' αριθμό 559/25-5-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την παραδοχή ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε απολυθεί πράγματι για οικονομοτεχνικούς λόγους, έπασχε από ακυρότητα ως καταχρηστική, διότι συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα διέθετε στην επιχείρησή της κενή θέση, στην οποία ο αναιρεσίβλητος ήταν κατάλληλος να απασχοληθεί, με συνέπεια να μην είναι αναγκαία η καταγγελία τη σύμβασης εργασίας του για να αντιμετωπισθούν τα οικονομικοτεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η αναιρεσείουσα στην επιχείρησή της.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όμως κατέληξε στην αποδεικτική αυτή κρίση, όπως ρητά βεβαιώνει στο προοίμιο του αποδεικτικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία είχαν προσαγάγει και επικαλεσθεί νόμιμα όλοι οι διάδικοι και, επομένως, και η αναιρεσείουσα.

Το Μονομελές Εφετείο μάλιστα κάνει ειδική αναφορά και αξιολογεί ειδικά και την μετά από την απόλυση του αναιρεσιβλήτου αγγελία για πρόσληψη εργαζομένου με την ειδικότητα του "after sales specialist", την οποία μπορούσε να καταλάβει ο αναιρεσίβλητος ως κατάλληλος για τη θέση αυτή (βλ. ιδίως την πρώτη σελίδα του 11ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης).

Ο λόγος αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.γ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται (...) αν το δικαστήριο (...) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται - μεταξύ άλλων και - οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται παραδεκτά και συγκροτούν την ιστορική βάση και ένστασης ή αντένστασης από το ουσιαστικό δίκαιο ή αποτελούν λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 20/2023).

Οι ισχυρισμοί όμως, οι οποίοι είναι αόριστοι, απαράδεκτοι, αλυσιτελείς και μη νόμιμοι δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, διότι δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 50/2024, ΑΠ 36/2024, πρβλ. ΟλΑΠ 14/2004). Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε δεν ιδρύεται περαιτέρω σε περίπτωση που το δικαστήριο έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό, τον οποίο όμως απέρριψε είτε για τυπικό, είτε για ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 34/2024).

Εξάλλου εξαναγκασμένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι εκείνη που γίνεται, επειδή τρίτα πρόσωπα απαίτησαν από τον εργοδότη να απολύσει συγκεκριμένο εργαζόμενο με την απειλή οικονομικών ή άλλων σοβαρών συνεπειών σε βάρος του. Η εξαναγκασμένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι νόμιμη, όταν οι πιέσεις των τρίτων προσώπων προς τον εργοδότη μπορούν να προκαλέσουν κίνδυνο στην υπόσταση της επιχείρησης του εργοδότη ή σοβαρή οικονομική ζημία σε βάρος του και ο εργοδότης δεν έχει στη διάθεσή του άλλο μέσο από την απόλυση του εργαζομένου για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή (ΑΠ 1474/2002, ΑΠ 810/1990).

Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της - τον οποίο είχε προτείνει παραδεκτά ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να απαντήσει στην αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητης εναντίον της και είχε επαναφέρει επίσης παραδεκτά με ειδικό λόγο της έφεσής της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο - ότι είναι θυγατρική εταιρεία της εμπορικής εταιρείας αλλοδαπού δικαίου με την επωνυμία "SHANDONG WUZHENG GROUP C.

Ltd" και έδρα τη Κίνα, η οποία είχε υποδείξει σε αυτή να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο, διότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος δεν ήταν αρκετά αποδοτικός στην εργασία του και εν πάση περιπτώσει δεν ήταν εξοικειωμένος με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή με συνέπεια να μην μπορεί να παράσχει εργασία εξ αποστάσεως, όπως εκείνη την περίοδο ήταν σύνηθες και επιβεβλημένο στη λειτουργία του εμπορίου εξαιτίας της παγκόσμιας πανδημίας του κορονοϊού Covid 19.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει επιπλέον ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λάμβανε υπόψη την ένταση που προαναφέρθηκε, θα δεχόταν την έφεσή της ως βάσιμη, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και θα απέρριπτε την αγωγή εναντίον της. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής ως προς το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε:

Η αναιρεσείουσα α) είχε επικαλεσθεί ως εναγομένη με τις από 7-10-2021 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να απαντήσει στην από 30-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 55183-1396/31-7-2020 αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της τον ισχυρισμό ότι είναι θυγατρική εταιρεία της εμπορικής εταιρείας αλλοδαπού δικαίου με την επωνυμία "SHANDONG WUZHENG GROUP C.

Ltd" και έδρα τη Κίνα, η οποία είχε υποδείξει σε αυτή να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο, διότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος δεν ήταν αρκετά αποδοτικός στην εργασία του και εν πάση περιπτώσει δεν ήταν εξοικειωμένος με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή με συνέπεια να μην μπορεί να παράσχει εργασία εξ αποστάσεως, όπως εκείνη την περίοδο ήταν σύνηθες και επιβεβλημένο στη λειτουργία του εμπορίου εξαιτίας της παγκόσμιας πανδημίας του κορονοϊού Covid 19 και β) είχε επαναφέρει τον ίδιο ισχυρισμό με την από 4-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66234-3309/4-7-2022 έφεσή της κατά της υπ' αριθμό 559/12-5-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αναιρεσείουσα, ειδικότερα, είχε επικαλεσθεί ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τα εξής: " (...) η εναγόμενη είναι πλήρως ελεγχόμενη θυγατρική της κινεζικής εταιρείας με την επωνυμία "SHANDONG WUZHENG GROUP C. Ltd" και ευλόγως υπόκειται για το λόγο αυτό στον συστηματικό έλεγχο της μητρικής εταιρείας της, κυρίως, όμως, εξαιτίας του κρίσιμου για τα συμφέροντα της μητρικής ρόλου που έχει αναλάβει η εναγομένη, δηλαδή το σχεδίασμα, οργάνωση και λειτουργία του δικτύου πωλήσεων στην Ευρώπη (...) σε αυτό το πλαίσιο, η μητρική εταιρεία αξιολόγησε πως ο ενάγων δεν ανταποκρίνεται στα στάνταρντ για τη θέση που κατέχει και τις αποδοχές που λαμβάνει και εισηγήθηκε, το Φεβρουάριο 2020, την αντικατάστασή του, για λόγους που σχετίζονταν με την απόδοση του ενάγοντος, ενόψει και των υψηλών αποδοχών του, αλλά και του γεγονότος πως ο ενάγων δεν διέθετε εξοικείωση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τη χρήση του διαδικτύου, γεγονός που συνεπαγόταν την αδυναμία του να εργαστεί εξ αποστάσεως.

Σημειώνεται πως εκείνη την εποχή (αρχές 2020), έχει ήδη προ διμήνου ξεσπάσει η πανδημία στην Κίνα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να έχει καθηλωθεί όλη η παραγωγική λειτουργία της οικονομίας και καταβαλλόταν τεράστια προσπάθεια να αποκατασταθεί έστω και μερικώς η λειτουργία της οικονομίας με την εξ αποστάσεως εργασία.".

Η αναιρεσείουσα με την έφεσή της επανέφερε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τον ισχυρισμό αυτό με την εξής διατύπωση "(...) η εκκαλούσα υπόκειται στον συστηματικό έλεγχο της μητρικής εταιρείας της, ο οποίος, εκτός από τα τυπικά στοιχεία της παρακολούθησης οικονομικών δεδομένων της εκκαλούσας, αφορά και τη στελέχωσή της, δηλαδή τους εναγομένους και την απόδοσή τους κυρίως μέσω της ανταπόκρισης και της συνεργασίας που έχουν με τους ομολόγους τους στη μητρική εταιρεία.

Σ' αυτό το πλαίσιο, η μητρική εταιρεία αξιολόγησε πως ο εφεσίβλητος δεν ανταποκρίνεται στα στάνταρντ για τη θέση που κατέχει και τις αποδοχές που λαμβάνει και εισηγήθηκε, το Φεβρουάριο 2020, την αντικατάστασή του, για λόγους που σχετίζονταν με την απόδοση του εφεσιβλήτου, ενόψει και των υψηλών αποδοχών του, αλλά και του γεγονότος πως ο εφεσίβλητος δεν διέθετε εξοικείωση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τη χρήση του διαδικτύου, γεγονός που συνεπαγόταν την αδυναμία του να εργαστεί εξ αποστάσεως.".

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είχε διατυπωθεί αόριστα, επειδή η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεσθεί ότι η μητρική εταιρεία είχε απαιτήσει από την ίδια να απολύσει τον αναιρεσίβλητο με την απειλή οικονομικών ή άλλων σοβαρών συνεπειών σε βάρος της, οι οποίες θα μπορούσαν να θέτουν σε κίνδυνο την υπόσταση της επιχείρησής της, με συνέπεια η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο να ήταν η μόνη επιλογή για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή.

Σημειώνεται εν πάση περιπτώσει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο ισχυρισμό και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591, 216 παράγραφος 1 α, 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ και 669 του ΑΚ με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.ε.

Το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση γ του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, την οποία είχε επικαλεσθεί νόμιμα ο διάδικος, για να αποδείξει ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία - που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε - είναι εκείνη που αφορά στην ύπαρξη ή στην ανυπαρξία γεγονότων, τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής ή ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Η δικαστική ομολογία εξάλλου πρέπει να συναρτάται άμεσα με το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 853/2024, ΑΠ 64/2024). Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που είχε επικαλεσθεί και είχε προσκομίσει με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι α) ο αναιρεσίβλητος στις από 21-11-2022 προτάσεις του που είχε υποβάλει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί της από 4-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66234-3309/4-7-2022 έφεσης που είχε ασκήσει η ίδια ως εναγομένη κατά της υπ' αριθμό 559/25-5-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ομολογήσει τον ισχυρισμό της, ο οποίος αποτελούσε λόγο έφεσης, ότι είχε καταγγείλει νόμιμα τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, διότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος διατηρούσε τεταμένες σχέσεις με άλλον υπάλληλό της, αλλά β) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική αυτή ομολογία με συνέπεια να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το λόγο απόλυσης του αναιρεσιβλήτου.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται επιπλέον ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λάμβανε υπόψη τη δικαστική αυτή ομολογία του αναιρεσιβλήτου, θα δεχόταν την έφεσή της ως βάσιμη, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση και θα απέρριπτε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), απέρριψε ως αβάσιμη την από 4-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 66234-3309/4-7-2022 έφεση της αναιρεσείουσας, την οποία είχε ασκήσει ως εναγομένη κατά της υπ' αριθμό 559/25-5-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την παραδοχή ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε απολυθεί πράγματι για οικονομοτεχνικούς λόγους, έπασχε από ακυρότητα ως καταχρηστική, διότι συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα διέθετε στην επιχείρησή της κενή θέση, στην οποία ο αναιρεσίβλητος ήταν κατάλληλος να απασχοληθεί, με συνέπεια να μην είναι αναγκαία η καταγγελία τη σύμβασης εργασίας του για να αντιμετωπισθούν τα οικονομικοτεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η αναιρεσείουσα στην επιχείρησή της.

Η αναιρεσείουσα, επομένως, είχε προβάλει αλυσιτελώς με την έφεσή της τον ισχυρισμό ότι είχε καταγγείλει νόμιμα τη σύμβαση εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο, διότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος διατηρούσε τεταμένες σχέσεις με άλλον υπάλληλό της. Ο αναιρεσίβλητος επομένως δεν αναγνώρισε, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα, γεγονός που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα - η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις πρέπει - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 591, 106, 176 εδάφιο α, 191 παράγραφος 2, 183 και 189 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2237-208/29-2-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 2410/12-5-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης