Supreme Court annuls expropriation decision for procedural error regarding valuation date under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled a final expropriation decision due to a procedural error in determining the valuation date of the property. The appellants argued that the court failed to apply the correct legal provision regarding the timing of the valuation, while the respondents contended the original assessment was valid. The court ruled that the error was material and required a new trial with a different panel of judges to determine the correct valuation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must annul a decision if it fails to apply the correct legal provision regarding the timing of property valuation in expropriation proceedings, necessitating a retrial before a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1076 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1076/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ρ. συζ. Β. Α., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 2. Δ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 3. Ν. χας Ν. Κ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., 4. Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 5. Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αγγέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Γ., 2. Σ. Μ. του Γ., 3. Σ. Μ. του Α., κατοίκων ..., 4. Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους Υπουργούς Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, 5. Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του κατά την ...
αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Σ. Α. του Ι., 6. Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του κατά την ... αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Σ. Α. του Ι., 7. Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του κατά την ... αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Σ. Α. του Ι., 8. Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 9.
Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., 10. Δήμου Κέρκυρας και ήδη "Δήμου Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 11. Σ. Σ. του Α., 12. Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 13. Σ. Δ. του Α., 14. Σ. - Μ. Ζ. του Γ., 15. Μ. ή Μ. - Λ. Μ. του Σ. - Ν., 16. Χ. Μ. του Σ. - Ν., κατοίκων ..., 17. A. Π. του Ν., κατοίκου ..., 18. Σ. Σ. του Γ., συζ.
Γ. Χ., κατοίκου ..., ως νόμιμης κληρονόμου της Ι. Π. του Ν., συζ. Γ. Σ., 19. Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 20. Κ. Π. του Σ., 21) Θ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., 22. Σ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 23. Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 24. Α. Α. του Η., 25. Α. Γ. του Δ., κατοίκων ... , 26. Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της Α.
Γ. του Δ. και Α. Α. του Η., 27. Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 28. Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 29. Ε. Μ. του Α., 30. Σ. Μ. του Γ., 31. Α. Α. του Σ., 32. Σ. Α. του Σ., 33. Β. συζ. Σ. Α., το γένος Γ. Π., 34. Γ. Δ. του Σ., κατοίκων ..., 35. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΟΡΦΗ ΑΤΕΒΕ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 36.
Μ. - Κ. (M. C.) Ν. (D.) του Σ. (S.), κατοίκου ..., 37. Ν. - Τ. (N. C.) Λ. (L.) του Σ., κατοίκου ..., 38. Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 39. Σ. Ζ. του Μ., 40. Ε. συζ. Σ. Ζ., το γένος Ε. Κ., κατοίκων ..., 41. Μ. συζ. Α. Α., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., 42. Θ. Λ. του Ε., 43. Σ. συζ. Ε. Λ., το γένος Σ. Μ., 44. Ε. Λ. του Θ., κατοίκων ..., ..., 45. Γ. Α. του Τ., 46. Α. συζ. Γ. Α., το γένος Χ. Π., κατοίκων ..., 47.
Γ. Γ. του Α., 48. Π. συζ. Α. Γ., το γένος Γ. Μ., κατοίκων ..., 49. Μ. - Μ. Ζ. του Σ., 50. Γ. συζ. Μ. - Μ. Ζ., το γένος Χ. Γ., κατοίκων ..., 51. ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Σ. Α. και Ε. Α. Μ. Ομόρρυθμος Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 52. Σ. Α. του Σ., κατοίκου ... και 53. Ε. Φ. του Α., συζ. Γ. Χ., πρώην χας Ι.
Δ., πρώην κατοίκου ...
Οι υπό στοιχ. 9ος, 17η, 18η, 20η, 21η, 22ος, 23η, 24η, 25ος, 27ος, 28ος, 29η, 30ος, 51η και 52ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαραγκάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η Α. Γ. του Α. (26η), η οποία εκπροσωπείτο νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της Α. Γ. του Δ. και Α. Α. του Η., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν και β) ο Σ. Σ. του Α. (11ος) απεβίωσε στις 14-2-2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: i) Σ. Η. του Μ., χα Σ. Σ. και ii) Α. Σ. του Σ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενες από αυτόν. Οι υπό στοιχ. 10ος, 13ος, 14η, 36η και 37ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Δεσεγγρίνη με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 2-11-2023 δήλωση ως προς τον 10ο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας του αναιρεσιβλήτου Δήμου.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκε με τις από 18-9-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 82/2014), 18-9-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 83/2014) και 15-1-2015 προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές των 5ης και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Α. του Ι., 8ου και 51ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2015 και 63/2017 μη οριστικές και 34/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ.1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 895/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η κρινόμενη, από 19-5-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/22-5-2020), αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της με αριθ. 34/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και χάριν συντόμευσης ΚΑΑΑ), ερήμην των παρακάτω καθών η από 14-3-2014 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 31/2014) αίτηση των αναιρεσειόντων (περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, αναγνώριση δικαιούχων και καταδίκη των καθών στη καταβολή της ίδιας αποζημίωσης) και ειδικότερα των με αύξοντες αριθμούς κατά την αρίθμηση της ως άνω από 14-3-2014 αίτησης: 2ης, 6ου, 7ης, 12ου, 15ης, 18ης, 20ης, 21ης, 22ης, 23ης, 24ης, 25ης, 26ου, 27ης, 30ης, 32ης, 33ου, 34ης, 35ης, 36ης, 39ου, 40ου, 41ης, 42ης, 43ης, 44ης, 45ου, 46ου, 47ης, 48ου, 49ης, 50ου, 51ης και 53ης καθών και ήδη αναιρεσίβλητων, πλην όμως, δεν τίθεται θέμα έρευνας της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης και έρευνας του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης από την άποψη αυτή κατ` άρθρο 553 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α` του ν. 2882/2001 "Κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας'' και, συνεπώς, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και είναι από τη δημοσίευσή της ανέκκλητη.
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Κατά την παρ. 3 εδ. β` του ιδίου άρθρου 576 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Περαιτέρω, σύμφωνα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) : "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19. Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. ....
Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3 εδ. β` του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001. Η αναφορά στην τελευταία αυτή διάταξη ότι "δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ", αφορούσε την παρ. 3 εδ. β` του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, μετά όμως την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδ. β` του άρθρου 576 του ΚΠολΔ και άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001) έχουν τις ίδιες συνέπειες (ΑΠ 447/2022, ΑΠ 882/2020, ΑΠ 808/2020).
Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του άρθρου 19 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 4714/2020 (ΦΕΚ Α`148/31-07-2020) ορίζεται ότι: "4. Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα. Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.
Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι` αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στη πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων"(ΑΠ 447/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την από 31-1-2022 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Αρείου Πάγου Ι. Π., για την αρχικά προσδιορισθείσα δικάσιμο της 1-4-2022, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο (3-11-2023), την με αριθ. ...-2022 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, την από 6-7-2023 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Αρείου Πάγου Ι.
Π. για την ως άνω δικάσιμο, την από 10-7-2023 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Δήμου Κέρκυρας, την από 7-7-2023 έκθεση τοιχοκόλλησης στον πίνακα δημοσιεύσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας, που με επίκληση προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφα της κρινόμενης από 19-5-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/2020) αίτησης αναίρεσης με την με αριθ. ...-2022 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για την παρούσα δικάσιμο (3-11-2023) τοιχοκολλήθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο κατάστημα του Δικαστηρίου αυτού, στο κατάστημα του Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας και στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου Κέρκυρας, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο, λόγω ρυμοτομίας, ακίνητο.
Επίσης, η από 12-7-2023 σχετική ειδοποίηση - κλήση των αναιρεσειόντων, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η μετ' αναβολή δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτήθηκε στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση Δήμου Κέρκυρας, στις 12-7-2023 και 18-7-2023 αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, βεβαιώσεις-αναρτήσεις των αρμόδιων υπαλλήλων.
Κατά την προκειμένη δικάσιμο (3-11-2023), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 12, 15, 16, 19, 31, 32, 33, 34, 35, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50 και 53 δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά τη δικονομική απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 22 παρ. 4 εδ. τελευταίο του ν. 2882/2001. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.
περ. α`, 287, 291 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 42/2023, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 895/2020).
Εξάλλου, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 του ΚΠολΔ, αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 2882/2001, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών ως άνω διατάξεων του ΚΠολΔ (ΑΠ 447/2022, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1144/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 του ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 παρ.1 εδάφ. δ` του ΚΠολΔ, απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.
Αυτό όμως συμβαίνει, μόνο, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφιο α` του ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 379/2023, ΑΠ 42/2023, ΑΠ 447/2022, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 552/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Μιχαήλ Μαραγκάκης, με την από 3-11-2023 δήλωσή του, του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και το από 3-11-2023 υπόμνημά του, δήλωσε ότι ο ενδέκατος των αναιρεσιβλήτων Σ. Σ. του Α. έχει αποβιώσει στις 14-4-2020, όπως εμφαίνεται από το προσκομιζόμενο με αριθ. ...-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Βόρειας Κέρκυρας και τη δίκη συνεχίζουν οι εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο, με τα με αριθ. ...-2023 και ...-2023 πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Κέρκυρας Μ.
Σ. και Ε. Ζ., αντίστοιχα, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Σ. Η. του Μ. χήρα Σ. Σ. και β) Α. Σ. του Σ. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσείοντες.
Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) είχαν λάβει γνώση, με γνωστοποίηση προς αυτούς ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, του θανάτου του ανωτέρω αναιρεσίβλητου πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, είναι έγκυρη και ισχυρή ως δικόγραφο κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά του ανωτέρω ενδέκατου των αναιρεσίβλητων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νομίμους ως άνω κληρονόμους του, των οποίων άλλωστε η κληρονομική ιδιότητα, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητείται.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 του ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.
Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ` αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ).
Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ.
του ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 175/2022, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 808/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τη δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά (τη δήλωση αυτή επαναλαμβάνει και με το υπόμνημά του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού), μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ήταν και η ανήλικη 26η των αναιρεσίβλητων Α.
Γ. του Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους γονείς της 24η και 25ο των αναιρεσίβλητων που ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνά της. Όμως, η ανωτέρω διάδικος ενηλικιώθηκε και νομίμως παρίσταται ως αναιρεσίβλητη στην ως άνω αίτηση αναίρεσης με το δικό της όνομα, αφού μετά την ενηλικίωσή της κατέστη ικανή για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των νόμιμων αντιπροσώπων της.
Κατόπιν όλων αυτών, η από 19-5-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/2020), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 34/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 22 του ν. 2882/2001).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), με την ειδικότερη επισήμανση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 256 περ. β`του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ΚΠολΔ, μεταβολής της επωνυμίας του 10ου αναιρεσίβλητου "Δήμου Κέρκυρας" σε "Δήμο Κεντρικής Κέρκυρας και Διαπόντιων Νήσων", κατά την από 3-11-2023 δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου αυτού Σπύρου Δεσεγγρίνη, η οποία έχει καταχωρηθεί στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ενώ εμπεριέχεται και στο από 7-11-2023 υπόμνημα-προτάσεις, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ως άνω αναιρεσίβλητου "Δήμου Κεντρικής Κέρκυρας και Διαπόντιων Νήσων", περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος περιέχεται στο υπόμνημά-προτάσεις του, καθόσον δεν έχει κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αλλά μετά τη δικάσιμο, στις 7-11-2023 (ΑΠ 63/2023, ΑΠ 153/2022).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται παραδεκτά κατά το άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει, ότι, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 14-3-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 31/2014) αίτησή τους στο Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, ζήτησαν: α) τον απευθείας καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για έκταση εμβαδού 154,76 τμ, που απαλλοτριώθηκε λόγω ρυμοτομίας, στο ποσό που προσδιορίζεται ειδικότερα στην αίτηση και πρέπει να καταβληθεί από τους καθών η αίτηση και β) την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, ισχυριζόμενοι ότι, με το από 4-6-1958 β.δ/γμα που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ ...) εγκρίθηκε η αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Κέρκυρας, όπως τροποποιήθηκε με τη αριθ. ...-1997 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας που, επίσης, δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ ...), με το οποίο απαλλοτριώθηκε, λόγω ρυμοτομίας, έκταση 154,76 τ.μ., με σκοπό τη διαπλάτυνση της δημοτικής οδού ...
Ότι, η έκταση αυτή αποτελούσε τμήμα οικοπέδου μεγαλύτερης έκτασης, το οποίο ανήκε: 1) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στη πρώτη των αιτούντων, στη Χ. σύζυγο Ν. Λ., το γένος Χ. Κ., η οποία απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη δεύτερη των αιτούντων και στον Ν. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την τρίτη των αιτούντων, το τέταρτο των αιτούντων και την Ρ.-Φ.
συζ. Ν. Μ., το γένος Ν. Κ., η οποία απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον πέμπτο των αιτούντων, 2) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στο πρώτο των καθών η αίτηση, 3) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στο τρίτο των καθών η αίτηση και 4) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στη τέταρτη των καθών η αίτηση. Ότι, δυνάμει του με αριθ. ...-1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κέρκυρας, Σ.
Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, το οποίο διορθώθηκε και συμπληρώθηκε, στη συνέχεια, με το αριθ. ...-1983 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που, ομοίως, έχει μεταγραφεί νόμιμα, η πρώτη των αιτούντων και οι δικαιοπάροχοι των λοιπών αιτούντων, Χ. Κ. και Ν. Κ., μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στον πρώτο των καθών η αίτηση, Χ.
Χ., το ποσοστό τους εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου (1/4) στο οποίο περιλαμβάνεται και το ρυμοτομούμενο. Ο τελευταίος δε, όπως και οι λοιποί συγκύριοι του εν λόγω οικοπέδου, δηλ. ο τρίτος των καθών η αίτηση, Σ. Μ., και η τέταρτη των καθών η αίτηση, Σ. Μ., εκχώρησαν στους ως άνω πωλητές του 1/4 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου όλο το δικαίωμά τους για δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης του παραπάνω απαλλοτριωθέντος, λόγω ρυμοτομίας, τμήματος αυτού.
Έτσι, με τη σύμβαση εκχώρησης, που συνήφθη μεταξύ τους, η πρώτη των αιτούντων και οι δικαιοπάροχοι των λοιπών κατέστησαν ειδικοί διάδοχοι των ως άνω κυρίων του ρυμοτομούμενου τμήματος του οικοπέδου και απέκτησαν με παράγωγο τρόπο την απαίτηση που είχαν οι τελευταίοι, λόγω της κυριότητάς τους σ' αυτό, για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης αυτού.
Την απαίτηση δε αυτή, η οποία μεταβιβάσθηκε στους λοιπούς, πλην της πρώτης, αιτούντες με κληρονομική διαδοχή, έχουν αυτοί αποκτήσει έναντι όλων των καθών, ως υπόχρεων για καταβολή της αποζημίωσης, κατόπιν αναγγελίας της απαίτησής τους, η οποία περιέχεται στην υπό κρίση αίτηση. Ότι, με την αριθ. 1/2003 πράξη αναλογισμού του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Κερκυραίων, που κυρώθηκε με την αριθ.
πρωτ. ...-2005 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας, η οποία έχει καταχωρηθεί νόμιμα με αριθ. ...-2014 στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κέρκυρας, ορίσθηκε ότι βαρύνονται με την καταβολή της αποζημίωσης για την εν λόγω απαλλοτρίωση της επίδικης έκτασης λόγω ρυμοτομίας οι ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες, υπό στοιχείο Β, συγκυριότητας των 1ου έως και 5ου των καθών η αίτηση, υπό στοιχείο Γ, συγκυριότητας των 6ου έως και 35ης των καθών η αίτηση και υπό στοιχείο Δ, συγκυριότητας των λοιπών καθών η αίτηση.
Επί της αίτησης αυτής (και των ασκηθεισών με αριθ. 82/2014, 83/2014 και 2/2015 προσεπικλήσεων σε αναγκαστική παρέμβαση με ενωμένες σε αυτές παρεμπίπτουσες αγωγές), γενόμενης συζήτησης της υπόθεσης στις 6-2-2015, εκδόθηκε η με αριθ. 45/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης κατά των καθών (απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες και οι προσεπικλήσεις).
Με την με αριθ. 94/2015 κλήση επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ως άνω αίτηση των αιτούντων (και οι ως άνω προσεπικλήσεις), γενόμενης δε συζήτησης της υπόθεσης στις 10-3-2017, εκδόθηκε η με αριθ. 63/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα των αιτούντων περί καταδίκης των καθών στη καταβολή της αποζημίωσης και αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης καθόσον διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Με την με αριθ. 46/2017 κλήση, επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο η με αριθ. 31/2014 αίτηση και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 34/2019 προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία: α) έγινε δεκτή κατ' ουσία η ένσταση παραγραφής της αξίωσης των αιτούντων για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης αυτών, την οποία πρότειναν οι αναφερόμενοι σε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) καθών η αίτηση, β) έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση κατά το μέρος που στρέφονταν κατά των αναφερόμενων σε αυτή καθών και καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και γ) αναγνωρίστηκαν οι αιτούντες δικαιούχοι της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους... Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια....και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 και 5 αυτού (όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 126 του ν. 4070/ 2012, ΦΕΚ Α` 82/10-04-2012 και, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου, ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του αυτού νόμου απαλλοτριώσεις): "1.
Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7.
Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή. 2.
Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης. 3. Το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου".
Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις (βλ. και άρθρο 10 ν.δ/τος 797/1971 που ίσχυε πριν) συνάγεται ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, η αξίωση του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη για απόληψη της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης που προσδιορίστηκε δικαστικά υπόκειται πλέον σε οκταετή παραγραφή που αρχίζει από την αποδεδειγμένη κατάληψη του ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση, σε δεκαετή παραγραφή με αφετηρία τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Η αξίωση, όμως, του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου αλλά στη γενική παραγραφή, η οποία, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, είναι εικοσαετής κατ` άρθρο 249 αυτού, αν ληφθεί υπόψη και η διάταξη του άρθρου 18 του ΕισΝΑΚ (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1218/2011, ΑΠ 562/2010, ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1247/2007), η οποία επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας αρχίζει από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη (και πριν του Υπουργού) που κύρωσε την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1218/2011).
Ειδικότερα, η πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του πολεοδομικού γραφείου καθίσταται αμετάκλητη πάντοτε (είτε εκδόθηκε πριν από την ισχύ του ν. 2218/1994 και υπό την ισχύ του ν. 3200/1955, είτε μετά από αυτόν) σε χρόνο μεταγενέστερο της πράξης του Νομάρχη, που την επικυρώνει, είτε μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Νομάρχη (κυρωτική) είτε και με την απόρριψη της προσφυγής από το Γενικό Γραμματέα ή την απόρριψη της προσφυγής από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και εφόσον έχει ασκηθεί και αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ μετά την απόρριψη και αυτής (ΑΠ 1218/2011).
Η παραγραφή αυτή, όταν υπόχρεος είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (ήδη άρθρ. 144 εδ. δ` του ν. 4270/2014, κατ` άρθρ. 177 παρ. 1 αυτού) και 52 εδ. γ`του ν.δ/τος 496/1974 (ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015), η πρώτη από τις οποίες εφαρμόζεται αναλόγως και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 του ν.
δ/τος 31/1968 και 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 666/2018). Σημειώνεται ότι η εν λόγω παραγραφή εφαρμόζεται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή και στις συντελεσμένες κατά τη 10-4-2012 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4070/2012) απαλλοτριώσεις, με στόχο να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον με την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων μέσα σε εύλογο χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της αποζημίωσης είχε την δυνατότητα να ενεργήσει έγκαιρα για την είσπραξή της.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α` του ν. 2882/2001, η οποία ταυτίζεται με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ/τος 797/1971 που ίσχυε πριν, "η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση...κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8".
Δεν προβλέπεται ούτε στο ν.δ/γμα 797/1971 ούτε στον ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), όπως ισχύει, ειδικότερος τρόπος συντέλεσης της απαλλοτρίωσης σε περίπτωση που αυτή έχει οριστεί σε είδος (ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015). Στην ίδια εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση και επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη (και πριν του Υπουργού) που κύρωσε την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου (και την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής), υπόκειται και η διεκδικητική του ακινήτου αγωγή.
Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δεν μπορεί να ζητηθεί ο καθορισμός αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο ακίνητο, εξαιτίας έλλειψης έννομου συμφέροντος αυτού που προβάλλει τον εαυτό του ως δικαιούχο (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 562/2010, ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1247/2007). Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, το δικαίωμα (αξίωση), για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, υπόκειται μεν στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πλην όμως παραμένει ενεργό στη περίπτωση που ο κύριος του απαλλοτριωμένου ακινήτου διατηρεί το επ` αυτού δικαίωμα κυριότητάς του, διότι αυτό, αν δεν αποσβέστηκε στο μεταξύ από άλλο λόγο, διατηρείται απαραβίαστο μέχρι τη καταβολή σε αυτόν ή την παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε με νόμιμο τρόπο και μόνο από τότε μετάγεται τούτο σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 1783/2009, ΑΠ 800/1999).
Επισημαίνεται ότι στη διαδικασία του καθορισμού της αποζημίωσης δεν αποκλείεται η έρευνα ζητημάτων, τα οποία έχουν σχέση με θεμελιώδεις ιδιότητες των δικαζόμενων, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την κίνηση της διαδικασίας αυτής, πράγμα το οποίο εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, κατά τα άρθρα 70 και 73 του ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1247/2007, ΑΠ 528/2005).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα σε σχέση με τη βασιμότητα της ένστασης παραγραφής της αξίωσης των αιτούντων για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης, την οποία πρότειναν οι αναφερόμενοι παρακάτω αναιρεσίβλητοι-καθών η αίτηση:''... Οι καθών η κλήση και αίτηση Σ.
Μ., Σ. Μ., Α. Κ., Ε. Μ., Δ. Κ., Σ. Σ., Σ. Δ., Σ. -Μ. Ζ., Μ. ή Μ. - Λ. Μ., Χ. Μ., Σ. Σ., Β. Π., Α. Κ., Μ.-Κ. (M. C.) Ν. (D.), Ν.-Τ. (N. C.) Λ. (L.), ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ''Σ. Σ. Α. και Ε. Α. Μ. Ομόρρυθμος Εμπορική Εταιρεία'' και Σ. Α., οι οποίοι παρέστησαν προσηκόντως στη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 10-3-2017, μετά την οποία εκδόθηκε η ως άνω με αριθμ. 63/3017 απόφαση καθώς και στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με τα υπομνήματα-προτάσεις, που κατέθεσαν νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρόβαλαν την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για την επίδικη απαλλοτρίωση, ισχυριζόμενοι ότι από το έτος 1982, οπότε κατελήφθη το ένδικο ρυμοτομούμενο ακίνητο από το Δήμο Κερκυραίων και παραδόθηκε στην κοινή χρήση ως τμήμα της δημοτικής οδού ...
έως την άσκηση της ένδικης αιτήσεως παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας. Επίσης οι καθών η κλήση και η αίτηση Γ. Μ., Α. Π., Β. Τ., Σ. Μ., Α. Σ., Α. Γ., Ε. Μ. και Σ. Μ., οι οποίοι είχαν παρασταθεί προσηκόντως στη συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 10-3-2017 και είχαν καταθέσει νομοτύπως υπομνήματα-προτάσεις, δεν παραστάθηκαν όμως στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρούνται, όπως προεκτέθηκε, αντιμωλία δικαζόμενοι, καθώς η παρούσα συζήτηση, που επαναλαμβάνεται, θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης συζήτησης στη δικάσιμο της 10-3-2017.
Επομένως η ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης αξιώσεως περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για την επίδικη απαλλοτρίωση, λόγω της καταλήψεως του επιδίκου το έτος 1982, την οποία οι ανωτέρω καθ' ων η κλήση είχαν προβάλει με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν στη συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 10-3-2017, θα ληφθεί υπόψη.
Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Οι αιτούντες, προς αντίκρουση της ως άνω ενστάσεως προβάλουν την αντένσταση διακοπής της παραγραφής ισχυριζόμενοι ότι α) υπέβαλαν στις 12-3-1982 την υπ' αριθμ. ΑΒΜ 1245/82 μήνυση, κατά του τότε Δημάρχου Κερκυραίων για την παράνομη κατάληψη του επιδίκου και δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, β) άσκησαν κατά του Δήμου Κέρκυρας την υπ' αριθμ.
κατ. 29/1997 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο στις 19-2-1997, γ) οι καθ' ων η αίτηση αναγνώρισαν την ένδικη αξίωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 260 του ΑΚ, η οποία αναγνώριση αποδεικνύεται από τη μη ρητή προβολή από τους καθ' ων της ίδιας ένστασης στις προηγηθείσες μεταξύ τους δίκες. Η αντένσταση αυτή όσον αφορά το τρίτο σκέλος της είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι η μη προβολή από τους καθ' ων η αίτηση της ενστάσεως παραγραφής, σε προηγηθείσες μεταξύ τους δίκες (οι οποίες μάλιστα δεν προσδιορίζονται) δεν συνιστά αναγνώριση της ένδικης αξίωσης εκ μέρους αυτών, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Το τμήμα της οδού ..., που βρίσκεται μεταξύ των οδών ... και ..., μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο, διανοίχθηκε και ασφαλτοστρώθηκε σε όλο το σημερινό της πλάτος, 8,5 μέτρων περίπου από το Δήμο Κερκυραίων, το έτος 1982. Το γεγονός αυτόαποδεικνύεται ιδίως από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Κέρκυρας, την από Δεκέμβριο 2014 έγγραφο φωτοερμηνείας του Ι. Ε., συνομολογείται δε ρητώς και από τους αιτούντες στο υπόμνημα, που κατέθεσαν στο Δικαστήριο τούτο. Από το ανωτέρω έτος 1982 η οδός ... στο ανωτέρω σημείο της τέθηκε στην κοινή χρήση.
Από τότε και έως σήμερα η ανωτέρω οδός εξυπηρετεί τις κυκλοφοριακές ανάγκες του Δήμου. Επομένως, από το έτος 1982 άρχισε να τρέχει η προβλεπόμενη από το άρθρο 249 του ΑΚ εικοσαετής παραγραφή του δικαιώματος των αιτούντων για δικαστικό προσδιορισμό της οφειλομένης αποζημίωσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Περαιτέρω, η δικαιοπάροχος της δεύτερης αιτούσας, Χ. σύζυγος Ν. Λ., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας μήνυση κατά του τότε δημάρχου Κερκυραίων καταγγέλλοντας αυτόν για παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη του επιδίκου και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Με τη δήλωση αυτή δεν επήλθε διακοπή της ως άνω παραγραφής, προεχόντως, διότι το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δεν ταυτίζεται κατά την ιστορική και νομική του βάση με το ένδικο αίτημα περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για ρυμοτομούμενο ακίνητο. Επομένως, η ως άνω αντένσταση ως προς το πρώτο σκέλος της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Περαιτέρω, η πρώτη αιτούσα, η δικαιοπάροχος της δεύτερης αιτούσας Χ. Κ., η τρίτη αιτούσα, ο τέταρτος αιτών και η δικαιοπάροχος του πέμπτου αιτούντος Ρ. Φ. Κ., άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά του ήδη δεκάτου των καθ' ων η αίτηση Δήμου Κερκυραίων, την υπ' αριθμ. κατ. 29/1997 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο Κέρκυρας στις 19-2-1997 και με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ρυμοτομουμένου ακινήτου.
Η αγωγή αυτή, η οποία παραμένει εκκρεμής, δεν ταυτίζεται κατά ιστορική και νομική της βάση με την ένδικη αίτηση, κατά το μέρος που με αυτή επιδιώκεται ο προσδιορισμός οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως. Επομένως, η ως άνω αντένσταση, κατά το δεύτερο σκέλος της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Κατ' ακολουθία, των ανωτέρω, η αξίωση των αιτούντων για οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως για την επίδικη απαλλοτρίωση έχει υποπέσει στην ως άνω εικοσαετή παραγραφή, η οποία άρχισε με την κατάληψη του επιδίκου το έτος 1982 και συμπληρώθηκε πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης, η οποία έλαβε χώρα το έτος 2014.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη παραπάνω σχετική νομική σκέψη, η ένσταση παραγραφής αντιτάσσεται και κατά των αιτούντων, από τους οποίους η πρώτη είναι εκδοχέας της ένδικης αξίωσης και οι λοιποί κληρονόμοι των αρχικών εκδοχέων της ίδιας αξίωσης. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η προβληθείσα από τους καθ'ων η κλήση και αίτηση Σ.
Μ., Σ. Μ., Ελληνικό Δημόσιο, Α. Κ., Ε. Μ., Δ. Κ., Σ. Σ., Σ. Δ., Σ. -Μ. Ζ., Μ. ή Μ. - Λ. Μ., Χ. Μ., Σ. Σ., Β. Π., Α. Κ., Μ.-Κ. (M. C.) Ν. (D.), Ν.-Τ. (N. C.) Λ. (L.), ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ''Σ. Σ. Α. και Ε. Α. Μ. Ομόρρυθμος Εμπορική Εταιρεία'', Σ. Α., Γ. Μ., Α. Π., Β. Τ., Σ. Μ., Α. Σ., Α. Γ., Ε. Μ. και Σ. Μ., ένσταση παραγραφής του δικαιώματος των αιτούντων για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης για την επίδικη απαλλοτρίωση.
Επίσης η ανωτέρω ένσταση της εικοσαετούς παραγραφής πρέπει να γίνει δεκτή και ως προς το καθ' ου η κλήση και αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, διότι η ένσταση αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως, υπόψη όταν αφορά το Ελληνικό Δημόσιο .......''. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 29 παρ. 2 και 5 αυτού, 247, 249 και 251 του ΑΚ, καθόσον η αξίωση του ιδιοκτήτη ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας να ζητήσει τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, γεννάται όχι από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, αλλά από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη που κύρωσε τη πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου, η οποία καθίσταται αμετάκλητη πάντοτε (είτε εκδόθηκε πριν από την ισχύ του ν. 2218/1994 και υπό την ισχύ του ν. 3200/1955, είτε μετά από αυτόν) σε χρόνο μεταγενέστερο της πράξης του Νομάρχη, που την επικυρώνει, είτε μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Νομάρχη (κυρωτική) είτε και με την απόρριψη της προσφυγής από το Γενικό Γραμματέα ή την απόρριψη της προσφυγής από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και εφόσον έχει ασκηθεί και αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ μετά την απόρριψη και αυτής δηλ.
μετά την πάροδο εξήντα ημερών από τη κύρωση. Ειδικότερα, κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Κέρκυρας, που είχε εγκριθεί με το από 4-6-1958 β.δ/γμα που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α' 88/10-6-1958, αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε με τα εγκριθέντα από 9-4-1964 και 9-6-1969 β.δ/γματα και την με αριθ. ...-1997 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ...), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας, εδαφικό τμήμα, εμβαδού 154,76 τ.μ., του με αριθ. 2 οικοπέδου, ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων-αιτούντων, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ...
και ... στη Π.Ε.Μανδούκι του Δήμου Κερκυραίων.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθ. ...-2003 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Κερκυραίων, για το ένδικο ακίνητο, (η οποία συνοδεύεται από το από 2-6-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Τ. και τον ενσωματωμένο σε αυτό κτηματολογικό πίνακα, που θεωρήθηκε από την προϊσταμένη του Γραφείου Πολεοδομίας).
Η ως άνω πράξη αναλογισμού αποζημίωσης κυρώθηκε με την με αριθ. πρωτ. ...-2005 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας, που καταχωρίστηκε στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Κέρκυρας. Επομένως, η αξίωση των αναιρεσειόντων, το ακίνητο των οποίων απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας, να ζητήσουν τον (απευθείας) οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, γεννήθηκε όχι από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπερού η απαλλοτρίωση, το έτος 1982, αλλά από τότε που κατέστη αμετάκλητη η ως άνω (με αριθ. ...-2005) απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας, που κύρωσε την πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Κέρκυρας και από τότε αρχίζει και η παραγραφή της αξίωσης αυτής, έκτοτε δε μέχρι την άσκηση της από 14-3-2014 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 31/2014) αίτησης των αναιρεσειόντων δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Συνακόλουθα, το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι` αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των δεύτερου και τρίτου λόγων αυτής, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ/γμα 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί άσκησης απευθείας ενώπιον του Εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το Εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας (Ολ.ΑΠ 2/2015, Ολ.ΑΠ 14/2011, ΑΠ 164/2022, ΑΠ 882/2021, ΑΠ 965/2021). Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση στο Εφετείο διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη ή κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ή διατάχθηκε η ανασυζήτηση της υπόθεσης, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο της πρώτης συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης ή της επαναληφθείσας συζήτησης (ΑΠ 686/2014).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα σε σχέση με τη βασιμότητα της ένδικης αίτησης των αναιρεσειόντων-αιτούντων ως προς τον κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας για το απαλλοτριούμενο ακίνητο αυτών: ''... Η αντικειμενική αξία του επιδίκου, κατά το επίδικο χρόνο (10-3-2017), με βάση τους επίσημους πίνακες του Υπουργείου Οικονομικών ανερχόταν στο ποσό των 628,61 ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο.
Ο διορισθείς πραγματογνώμονας Κ. Σ. στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης γνωμοδοτεί, με βάση, αφενός τα αναφερόμενα στην έκθεσή του συγκριτικά στοιχεία, που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ομοιότητα με το επίδικο και βρίσκονται στην πόλη της Κέρκυρας και αφετέρου την υπολειμματική μέθοδο εκτίμησης ακινήτων, ότι η εμπορική αξία του επιδίκου κατά τον κρίσιμο χρόνο (10-3-2017) ανερχόταν στο ποσό των 834 ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο και η συνολική του αξία στο ποσό των 129.000 ευρώ.....
Από τη συνεκτίμηση όλων των προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο άγεται στη κρίση ότι, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο της 10-3-2017, η πραγματική αξία του επιδίκου ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε, χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας του, λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή της πραγματοποίησης του έργου, που αφορά η τελευταία, και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ισάξιο, ανέρχεται στο ποσό των 834 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο....''.
Έτσι, που έκρινε όμως, το Εφετείο, εφ' όσον δέχθηκε, ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο των αναιρεσειόντων - αιτούντων είναι αυτός της 10-3-2017 όταν δικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η με αριθμό 63/2017 απόφαση, η οποία διέταξε, μεταξύ άλλων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την αξία του απολλοτριωθέντος, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1, 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε και έτσι υπέπεσε, στη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και ιδιαίτερα από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ήδη αναιρεσείοντες με την με αριθ. 31/2014 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ζήτησαν, μεταξύ άλλων και τον απευθείας οριστικό προσδιορισμό του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Επ' αυτής, η οποία συζητήθηκε στο ως άνω δικαστήριο στις 6-2-2015, εκδόθηκε η με αριθ. 45/2015 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης και με την με αριθ. 94/2015 κλήση επαναφέρθηκε για συζήτηση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο, μετά τη συζήτηση της αίτησης, στις 10-3-2017, εξέδωσε την με αριθ. 63/2017 απόφαση η οποία διέταξε, μεταξύ άλλων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Κρίσιμος, επομένως, χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης είναι αυτός της 6-2-2015 κατά τον οποίο εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το Εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της και ανεξάρτητα αν κατά την ως άνω δικάσιμο κηρύχθηκε με την με αριθ. 45/2015 απόφαση απαράδεκτη η συζήτηση της με αριθ. 31/2014 αίτησης, διότι κατά τη πρώτη αυτή συζήτηση παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας και κατά το χρόνο αυτό θα υπολογιστεί η αξία του απαλλοτριούμενου και όχι κατά το χρόνο της επαναληφθείσας συζήτησης (10-3-2017).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ` ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του πέμπτου αναιρετικού λόγου με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, περί εσφαλμένου καθορισμού της αμοιβής της πληρεξούσιας δικηγόρου των αιτούντων, αφού αναιρούμενης της προσβαλλόμενης απόφασης η αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου των αιτούντων θα κριθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους [άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001(ΑΠ 1481/2022, ΑΠ 1153/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1681/2018)], ενώ το 4ο και 10ο των αναιρεσίβλητων (Ελληνικό Δημόσιο και Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαπόντιων Νήσων, αντίστοιχα) πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, μειωμένων όμως κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 34/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, πλην του 4ου και 10ου των αναιρεσίβλητων (Ελληνικού Δημοσίου και Δήμου Κεντρικής Κέρκυρας και Διαπόντιων Νήσων, αντίστοιχα) που θα καταδικαστούν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζεται στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ