Legislator Case Law & Legislation
1076/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's property ownership ruling based on adverse possession. Public entity loses appeal on facts and evidence evaluation.

Case Number 1076/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court of Lamia's ruling on property ownership. The State argued the lower court distorted a final forestry office document characterizing the land as non-forest, but the Court found the appellate court properly weighed all evidence including witness testimony. The Court held that factual findings and evidence evaluation are not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 571, 577§3, 1045, 974, 1051, 1054-1055, 338(1) of the Civil Code and Articles 561(1), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals for procedural legality but does not re-evaluate the factual findings or the assessment of evidence by the court of first instance, which remains bound by its own evaluation of the case.

Keywords

AI generated
adverse possession property ownership appellate review evidence evaluation non-forest land civil procedure public entity

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 571, 577§3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1045, 974, 1051, 1054-1055 of the Civil Code
Article 338(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of Decision 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1076 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1076/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ν. του Β., κατοίκου ..., 2) Μ. Ν. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Δουληγέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 17-9-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 1/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 Κ.ΠολΔ). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του νια μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054-1055 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054- 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.

Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11/9/1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.

Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3 του από 17/29.11.1836 βδ "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 βδ ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, άλλως κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, άλλως ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ε) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα, στ) άλλως περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, πράξεις χαρακτηρισμού, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλπ.

Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 894/2020, ΑΠ1182/2018, ΑΠ148/2016, ΑΠ1527/2014).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ.13 και Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ.

βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 148/2016). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών (ενστάσεων) του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.

Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου, αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ893/2020, ΑΠ182/2018, ΑΠ148/2016, ΑΠ1527/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθείς ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί, εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα των λόγων αυτών πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων και ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωση του ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά (ΑΠ 128/2021).

Εξάλλου, εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 232/2020).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Προϋποθέσεις της ιδρύσεως του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου είναι να πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και αφ' ενός η παραμόρφωση να εντοπίζεται σε προφανές διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, το οποίο να προκύπτει από τη σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, αφ' ετέρου δε το επίδικο έγγραφο να προσέκτησε πρωτεύοντα λόγο κατά το, σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, ούτως ώστε να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του σφάλματος αναγνώσεως του δικαστηρίου και του επιζήμιου αποδεικτικού πορίσματος ως προς την ύπαρξη ή μη κρισίμων πραγματικών γεγονότων θεμελιούντων ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 8/2021, ΑΠ 188/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ), αναφορικά με την από 28-3-2017 αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της αρχικής εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που είχε βάση τον πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως κατά τις διατάξεις του Α.Κ., του περιγραφομένου επιδίκου που βρίσκεται στη θέση "...", της περιφέρειας ...

το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, δυνάμει της υπ'αριθμ. 69/2019 απόφασής του, απέρριψε την αγωγή ερειδόμενη σε παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας και δέχθηκε αυτή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε μετ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 3.003 τ.μ.

κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή τίτλους κτήσης του 1976 και κατόπιν νεότερης εμβαδομέτρησης εμβαδού 2.876,44 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση "..." της περιφέρειας ..., το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο με αριθμό .../1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαραλάμπους Κατσούδα από Σεπτέμβριο του έτους 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Αθηνών Α.

Κ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει σύμφωνα με αυτό, ανατολικά επί πλευράς Α- Δ 92,70 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.Μ., δυτικά επί πλευράς Β-Γ 92,70 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. Κ., βόρεια και επί προσώπου Α-Β 36,50 μέτρων με κοινοτική οδό πλάτους 7,00 μέτρων και νότια επί πλευράς Γ- Δ 28,30 μέτρων με δημόσια δασική έκταση, στο δε πρόσφατο από Νοέμβριο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Π., που συντάχθηκε κατά το σύστημα συντεταγμένων Ε.Γ.Σ.Α, '87, εμφαίνεται με τα στοιχεία ... και συνορεύει σύμφωνα με αυτό, βόρεια επί πλευράς Α-Β μήκους 36,34 μέτρων με ασφαλτοστρωμένη οδό, ανατολικά επί πλευρών Β-Κ3 μήκους 69,80 μέτρων, Κ3-Κ10 μήκους 14,93 μέτρων και Κ10-Γ μήκους 3,03 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.Μ., νότια επί πλευράς Γ-Δ μήκους 28,46 μέτρων με ιδιοκτησία Δημοσίου και δυτικά επί πλευρών Δ- Κ6 μήκους 9,59 μέτρων και Κ6-Α μήκους 80,15 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου.

Το ως άνω ακίνητο, εντός του οποίου υπάρχουν ισόγεια οικία εμβαδού 32 τ.μ. και βοηθητικός χώρος εμβαδού 5 τ.μ., περιήλθε στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1976 το κατέχουν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια συγκυρίων, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος, επισκεπτόμενοι αυτό, χρησιμοποιώντας την οικία που είχε ανεγερθεί επ' αυτού από τον πατέρα τους το έτος 1968 ως εξοχική κατοικία και περιποιούμενοι τις καλλιέργειες που υπάρχουν εντός του ακινήτου, όπως ελιές, συκιές, φιστικιές, αμυγδαλιές, αμπέλια, οπωροφόρα δένδρα και καλλωπιστικά φυτά, πληρώνοντας τους αναλογούντες σ' αυτό φόρους (ΕΝΦΙΑ), λογαριασμούς ύδρευσης, ρεύματος κλπ (βλ.

ιδίως τη με αριθμό 512/2017 προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση). Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι είχε περιέλθει στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1832 και τα από 3 Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, ως ακίνητο ανήκον μέχρι την επανάσταση του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους, το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας του, ούτε ως ακίνητο που κατά τον χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του· Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους ή ως ακίνητο που ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο.

Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος ή δασική έκταση δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του από 17/29-11-1836 Β.Δ. "περί ιδιωτικών δασών" ή ως λιβάδι ή βοσκότοπος βάσει του άρθρου 1 του από 2/12.12.1833 ΒΔ ή ως αδέσποτη έκταση βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 Β.Δ. "περί διακρίσεως κτημάτων" ή δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας (καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, το νεμόταν και εξακολουθούσε να το νέμεται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, αδιάλειπτα από την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους μέχρι και σήμερα), δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξης επί της επίδικης έκτασης εκ μέρους του εναγόμενου.

Εξάλλου, μόνη η προσκόμιση, εκ μέρους του εναγομένου, της από 2-6-2017 έκθεσης φωτοερμηνείας της δασολόγου Μ. Σ. στην οποία αναφέρεται ότι κατά τα έτη 1945 και 1960 ένα τμήμα του όλου ακινήτου, εμβαδού 475,57 τ.μ., εμφαινόμενο στο ανωτέρω από Νοέμβριο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Π.

με τα στοιχεία ..., εμφάνιζε στις αντίστοιχες αεροφωτογραφίες μορφή δάσους χαλεπίου πεύκης με υπόροφο αείφυλλων πλατύφυλλων (κυρίως πρίνου, σχίνου, ασπάλαθου και κουμαριάς), με ποσοστό κάλυψης 70-80 %, δεν επαρκεί για να αποδειχθεί ότι το επίδικο ακίνητο και το ως άνω τμήμα των 475,57 τ.μ. είχε δασική μορφή και κατά την έναρξη ισχύος του από 17/29-11-1836 Β.Δ. "περί ιδιωτικών δασών" και περιήλθε ως τέτοιο, κατά τεκμήριο, στο Δημόσιο, δεδομένου ότι ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε από το εναγόμενο Δημόσιο αναφορικά με τον χαρακτήρα της συγκεκριμένης έκτασης πριν από το έτος 1945, ούτε άλλωστε επικαλέστηκε αυτό συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά περί της απόδειξης του δασικού χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου κατά τον ως άνω χρόνο (1836).

Εξάλλου, κατά την ανωτέρω έκθεση φωτοερμηνείας, στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 το ακίνητο έχει στη μεγαλύτερη έκτασή του αγροτική μορφή, αφού το υπόλοιπο τμήμα του, εμβαδού 2.400,87 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., εμφανίζεται να καλλιεργείται κατά το μεγαλύτερο μέρος του με αγρωστώδη, ενώ στις αεροφωτογραφίες των ετών 1969 και 1986 το ως άνω τμήμα του, εμβαδού 2.400,87 τ.μ., παρουσιάζει αγροτική μορφή, όντας καλλιεργημένο με μικρής ηλικίας ελαιόδενδρα, περιφραγμένο περιμετρικά και φέρον κατά μήκος του Βόρειου, Ανατολικού και Δυτικού ορίου του, ως φυσικό όρια, σειρά από πυράκανθους και καλλωπιστικά φυτά, το δε έτερο τμήμα των 475,57 τ.μ.

παρουσιάζει οικοπεδική μορφή, εμφανιζόμενο ως ένα περιφραγμένο οικόπεδο με διαμορφωμένο προαύλιο χώρο και κτίσμα οικίας εντός αυτού. Τέλος, στους ορθοφωτοχάρτες των ετών 1996, 2007-2009 το ακίνητο εμφανίζεται στο σύνολο του ως ένα περιφραγμένο οικόπεδο με διαμορφωμένο προαύλιο χώρο, ισόγειο κτίσμα αποθήκης και κτίσμα οικίας, ενώ εντός αυτού φύονται ελαιόδεντρα, καλλωπιστικά φυτά, οπωροφόρα δένδρα και 4-5 άτομα χαλεπίου πεύκης.

Άλλωστε, το συγκεκριμένο ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων του οριοθετημένου οικισμού του Θεολόγου, όπως αυτά καθορίσθηκαν με τη με αριθμό ΤΓΙ .../6-10-1989 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας (ΦΕΚ 196/Τ.Δ712-4-1989), που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 24.4/3-5-1985, δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέο, ούτε έχει εκδοθεί για αυτό πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Δυνάμει, δε, της με αριθ. πρωτ. .../178337/26-10-2015 τελεσίδικης πράξης χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Αταλάντης (βλ. το με αριθ. πρωτ. 837/36600/1-3-2016 πιστοποιητικό τελεσιδικίας), έχει χαρακτηριστεί ως μη δασική έκταση, το δε Δημόσιο ουδέποτε προέβαλε δικαιώματα επ' αυτού με συγκεκριμένες ενέργειές του, αλλά το πρώτον επικαλείται κυριότητα επ' αυτού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης κτηματολογικής διαφοράς.

Ομοίως κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με την έφεσή του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που περιέχεται στον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως είναι απορριπτέος προεχόντως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, διότι εν προκειμένω οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντίθετου του περί ου πρόκειται ισχυρισμού, ο οποίος και ένεκα τούτου απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερθέντα.

Παραπονείται ακόμη το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του ότι η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται κατά χρόνο και κατά είδος συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επίδικου εδαφικού τμήματος τις οποίες διενήργησαν τόσο οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων όσο και οι απώτεροι αυτών, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν συμπληρώθηκε ή όχι η τριακονταετής καλόπιστη νομή επί του ακινήτου μέχρι την 11-9-1915.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αν η αγωγή στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, να γίνει επίκληση νομής στο επίδικο για μια εικοσαετία και ότι ο χρόνος αυτός έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ενάγοντος, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις (τακτική και έκτακτη χρησικτησία, εννοείται), εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο της χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, χωρίς πάντως να απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.

Εξάλλου, στην αγωγή αναφέρεται ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και οι ίδιοι, επόπτευαν το επίδικο μέσω των συχνών επισκέψεών τους .περιλαμβάνοντας αυτό στη φορολογική τους δήλωση και πληρώνοντας τους φόρους, ανεγείροντας οικία στην οποία κατοικούσαν, πληρώνοντας τα λειτουργικά έξοδα ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κλπ.

Πέραν αυτών, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, εντός του οποίου υπάρχει ισόγεια οικία εμβαδού 32 τ.μ. και βοηθητικός χώρος εμβαδού 5 τ.μ., οι ενάγοντες από το έτος 1976 το κατείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια συγκυρίων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, επισκεπτόμενοι αυτό, χρησιμοποιώντας την οικία που είχε ανεγερθεί επ' αυτού από τον πατέρα τους το έτος 1968 ως εξοχική κατοικία και περιποιούμενοι τις καλλιέργειες που υπάρχουν εντός του ακινήτου, όπως ελιές, συκιές, φιστικιές, αμυγδαλιές, αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα και καλλωπιστικά φυτά, πληρώνοντας τους αναλογούντες σ' αυτό φόρους (ΕΝΦΙΑ), λογαριασμούς ύδρευσης, ρεύματος κλπ, όπως προέκυψε και από την υπ' αριθμ. 512/2017 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του α' από τους ενάγοντες που λήφθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου.

Περαιτέρω, πέραν των όσων αναφέρει περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, το εκκαλούν παραπονείται ότι η από 2-6-2017 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Μ. Σ. εκτιμήθηκε εσφαλμένα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμός όμως που είναι αβάσιμος, για τους προαναφερόμενους λόγους, εξάλλου η εν λόγω φωτοερμηνεία αναφέρει ότι κατά τα έτη 1945 και 1960 το επίδικο ακίνητο εμφάνιζε στις αντίστοιχες αεροφωτογραφίες μορφή δάσους χαλεπίου πεύκης με ποσοστό κάλυψης 70-80%, και όχι σχετικά με το χαρακτήρα της συγκεκριμένης έκτασης πριν από το έτος 1945, ενώ δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η βλάστηση αυτή υπήρχε και τον κρίσιμο χρόνο.

Τέλος αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης του ν. 2308/1995, το εν λόγω ακίνητο δεν αποτυπώθηκε στα οικεία τηρούμενα στο Κτηματολογικό Γραφείο Αταλάντης κτηματολογικά βιβλία, ως ένα ενιαίο γεωτεμάχιο αλλά κατατμημένο σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το ως άνω τμήμα του εμβαδού 2.400,87 τ.μ. (2.401 τ.μ.

κατά το Κτηματολόγιο), το οποίο εμφαίνεται στο ανωτέρω από Νοέμβριο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. με τα στοιχεία ..., έλαβε ΚΑΕΚ .../0/0 και φέρεται ως ιδιοκτησία των εναγόντων, με ποσοστό συγκυριότητας εκάστου ενάγοντος σ' αυτό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ το έτερο τμήμα του εμβαδού 475,57 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., έχει καταχωριστεί ως τμήμα ευρύτερου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 612,86 τ.μ., το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ .../0/0 και φέρεται ως ιδιοκτησία του εναγόμενου.

Οι ανωτέρω εγγραφές, όμως, είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επί του ως άνω τμήματος των 475,57 τ.μ..

Συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή, ως προς τη επικουρική της βάση, ως προς την οποία κρίθηκε ορισμένη, και ως ουσιαστικά βάσιμη. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, ως προς τη επικουρική της βάση ως προς την οποία κρίθηκε ορισμένη, ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκύριους του ως άνω τμήματος των 475,57 τ.μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστο, με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στο Κτηματολογικό Γραφείο Αταλάντης, ώστε από το με ΚΑΕΚ .../0/0 ακίνητο να αποσπαστεί το ως άνω τμήμα και να συνενωθεί αυτό με το με ΚΑΕΚ .../0/0 ακίνητο, ώστε να προκύψει το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο συνολικού εμβαδού 2.876,44 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο παραπάνω από Νοέμβριο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. με τα στοιχεία ..., με καταχωρισθέντες ιδιοκτήτες αυτού τους ενάγοντες και με ποσοστό συγκυριότητάς έκαστου ενάγοντος επ' αυτού 1/2 εξ αδιαιρέτου, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως ως προς τους προταθέντες από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ως δημοσίου α) διότι περιήλθε σ'αυτό με τη Συνθήκη της Κων/πολεως της 9.7.1832 και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου έτους 1830, ως ανήκον σε Οθωμανούς πριν την απελευθέρωση και το κατέλαβε ως λεία πολέμου, β) περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία και γ) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά τον χρόνο εκείνο, τους οποίους το Εφετείο αφενός έκρινε ότι αποτελούν ενστάσεις και αφετέρου τους έκρινε αναπόδεικτους και απορριπτέους και στη συνέχεια έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέροντας δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης περί των επικαλούμενων γεγονότων ότι το επίδικο ανήκε στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελούν ενστάσεις και όχι άρνηση της αγωγής, τις έφερε το ενιστάμενο αναιρεσείον και όχι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α και 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830 της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, του Ν.

της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.6.1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", του βυζαντινορωμαικού δικαίου ν. 8 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. 41.4, 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8)3 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. (941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 κωδ. 7,30, ν.11.Κωδ. 7, 32 παρ. 12 , άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και επίσης ότι δεν περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους.

Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του που έχουν προεκτεθεί, δεχόμενο ότι το επίδικο είναι οικόπεδο εντός των ορίων του οικισμού Θεολόγου, εντός του οποίου έχει ανεγερθεί από το έτος 1968 εξοχική κατοικία 32 τ.μ. με βοηθητικούς χώρους, περιήλθε δε στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το 1976 το κατέχουν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια συγκυρίων κατά το ως άνω ποσοστό, ενεργώντας τις αναφερόμενες πράξεις συννομής που προσιδιάζουν σ'αυτό και το οποίο είχε ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα, υπόκειτο σε ιδιωτική εξουσίαση, είναι δεκτικό χρησικτησίας και δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τους προβαλλόμενους από αυτό ως άνω ισχυρισμούς, ούτε έχει εκδοθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ούτε έχει χαρακτηρισθεί ως δασική έκταση, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις που στηρίζουν τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση ενώ διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου αγροτικού ανέκαθεν ακινήτου, από τους ενάγοντες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ανωτέρω, απορριπτομένων των προαναφερομένων ενστάσεων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Με τον τρίτο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα χωρίς να αποδεικνύεται τριακονταετής κατοχή του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με συγκεκριμένες πράξεις νομής και καλή πίστη μέχρι το 1915. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια γαία και ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις περί χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ενώ το Εφετείο δέχθηκε, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι το επίδικο το οποίο ήταν ανέκαθεν αγροτικό, περιήλθε στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με έκτακτη χρησικτησία, από το 1976, ενεργώντας έκτοτε τις αναφερόμενες πράξεις συννομής που προσιδιάζουν σ'αυτό.

Με τον τέταρτο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθ. 20Λσυνισταμένη στο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθμ. πρωτ. .../178337/26.10.2015 τελεσίδικης πράξης χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Αταλάντης σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο "έχει χαρακτηριστεί ως μη δασική έκταση, το δε Δημόσιο ουδέποτε προέβαλε δικαιώματα επ' αυτού με συγκεκριμένες ενέργειες του, αλλά το πρώτον επικαλείται κυριότητα επ'αυτού στο πλαίσιο της συγκεκριμμένης κτηματολογικής διαφοράς..." και ειδικότερα με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο, όπως ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα δεν αποτελούν δημόσιο κτήμα.

Στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα όμως κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, μεταξύ των οποίων και η ως άνω υπ'αριθμ.

πρωτ. .../178337/26.10.2015 τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Αταλάντης, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει το ίδιο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 17-9-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-9-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ