Supreme Court dismisses appeal against second instance rejection of breach of contract claim regarding property transfer validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a tenant and property company against the Athens Court of Appeal's decision rejecting their breach of contract claim. The tenant alleged procedural errors regarding evidence evaluation and the interpretation of corporate authority documents, but the court found no substantive legal violations. The court ruled that the lower court correctly assessed the evidence and that the tenant's arguments regarding the board resolution and witness testimony did not constitute grounds for overturning the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule regulating life relations, rights acquisition, or obligations was violated, and the court's evaluation of evidence or interpretation of facts was erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1076 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1076/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" και τον τίτλο "... ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική-Ευαγγελία Βασιλάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μαρδέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3516/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2142/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/8/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2142/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 3516/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 15-11-2011 ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο σε βάρος τους αγωγή για διάρρηξη της μεταξύ αυτών καταρτισθείσας και αναφερόμενης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 941 ΑΚ, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη αν ο τρίτος γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του. Ο τρίτος πρέπει, κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, να τελεί σε γνώση της απαλλοτρίωσης και της πρόθεσης του οφειλέτη να βλάψει τους δανειστές του ή τουλάχιστον τη γνώση του οφειλέτη ότι με την απαλλοτρίωση βλάπτονται οι δανειστές.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει, ότι το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από δικαιοπραξία που συνάπτει είτε το όργανο που το διοικεί, μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, είτε φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Ως προς τις ανώνυμες εταιρείες, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 και 3 του Κ.Ν. 2190/1920, που είναι αντίστοιχες, αλλά ειδικές, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ, προκύπτει, ότι η ανώνυμη εταιρεία, αποτελεί νομικό πρόσωπο, το οποίο εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο αυτής.
Το διοικητικό συμβούλιο ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά την διοίκηση της εταιρείας, την διαχείριση της περιουσίας της, και γενικά την επιδίωξη του σκοπού της (εκτός από εκείνες τις πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), καθώς και να εκφράζει τη βούληση του νομικού τούτου προσώπου στις έννομες σχέσεις του με άλλα πρόσωπα.
Η ως άνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να ανατεθεί, ολικά ή μερικά, σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή σε τρίτα πρόσωπα, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού, είτε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εφόσον, βέβαια, το επιτρέπει το καταστατικό.
Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του διοικητικού συμβουλίου, και ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, που εκφράζουν πρωτογενώς την βούλησή του, και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό. Η ανώνυμη εταιρεία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους από τις πράξεις των οργανικών εκπροσώπων της και επομένως και εκείνων που ορίστηκαν ως υποκατάστατα όργανα αυτής, έστω και αν οι πράξεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή παραβιάζουν τους περιορισμούς που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης και κατά μείζονα λόγο του διοικητικού συμβουλίου στην περίπτωση υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 362/2017).
Η υποκατάσταση αυτή του διοικητικού συμβουλίου από μέλος του ή από τρίτο πρόσωπο διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής (άρθρα 216 επ. και 713 επ. ΑΚ), καθόσον ο πληρεξούσιος και ο αντιπρόσωπος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν την βούληση του νομικού προσώπου, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποί του πράξεις που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή υποκατάστατα αυτού όργανα (ΑΠ 443/2018, ΑΠ 473/2016, ΑΠ 1312/2015, ΑΠ 1324/2014, ΑΠ 1827/2012).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι σε περίπτωση που με σύμβαση πώλησης μεταβιβάζεται σε ανώνυμη εταιρεία ακίνητο και η δικαιοπραξία αυτή προσβάλλεται από δανειστή του πωλητή ως καταδολιευτική, η απαιτούμενη, κατά το άρθρο 941 ΑΚ, γνώση της αγοράστριας ανώνυμης εταιρείας, ως τρίτης σε σχέση με τον οφειλέτη και το δανειστή, της καταδολιευτικής πρόθεσης του πωλητή-οφειλέτη, θα κριθεί από το πρόσωπο που με διάταξη της ιδρυτικής πράξης ή απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, έχει οριστεί ως υποκατάστατο όργανο αυτής, έχει, συνεπώς, την οργανική εκπροσώπησή της και την εκπροσωπεί στην κατάρτιση της σύμβασης, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 214 ΑΚ, καθόσον αυτός, με την άνω ιδιότητά του, εκφράζει πρωτογενώς, όπως και το διοικητικό συμβούλιο, τη βούληση της ανώνυμης εταιρείας. Έτσι, εάν αυτός γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεση αυτού να βλάψει με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου τους δανειστές του, συντρέχει η αξιούμενη, από τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, προϋπόθεση της γνώσης και η δικαιοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ, υπόκειται σε διάρρηξη. Σ’ αυτή την περίπτωση η γνώση του τρίτου για τον καταδολιευτικό σκοπό του οφειλέτη δεν κρίνεται από την ύπαρξή της σε όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα της γνώσης της αναιρεσείουσας, για την περιγραφόμενη απαλλοτρίωση προς αυτήν από τον οφειλέτη του αναιρεσίβλητου, Ε. Τ., του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου, με σκοπό τη βλάβη του αναιρεσίβλητου, αφού, με την προς αυτήν μεταβίβαση του ακινήτου του, καθίστατο αφερέγγυος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όμως, ο α' εναγόμενος, ο οποίος-σημειωτέον-γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης του ενάγοντος από την 6-12-2006, ότε επεδόθη σ' αυτόν η προαναφερθείσα αγωγή του ενάγοντος επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω τελεσίδικη εφετειακή απόφαση, όχι μόνο δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το ανωτέρω επιδικασθέν ποσό, αλλά φρόντισε να αποξενωθεί από τα περιουσιακά του στοιχεία.
Ειδικότερα ο α' εναγόμενος με το υπ' αρ. …/15-4-2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Γιάννη Γουβέλη, μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … με αύξοντα αριθμό μεταγραφής …, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" (γ' εναγομένη) της οποίας Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν ο β' εναγόμενος υιός του (βλ. το υπ' αρ. 8306/28-7-2008 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ κ' ΕΠΕ), ένα οικόπεδο (μετά της επ' αυτού οικίας)... Η ανωτέρω αγοράστρια εταιρεία (γ' εναγομένη) του επιδίκου ακινήτου, είχε συσταθεί το έτος 2008 με αρχικό κεφάλαιο το ποσό των 100.000 ευρώ και μέλη του διοικητικού της συμβουλίου τα κάτωθι:
α) Κ. Τ. του Ε., ο οποίος είναι υιός του α' εναγομένου, β) Κ. - Β. Κ. του Γ. που είναι σύζυγος του α' εναγομένου γ) Γ. Α. του Α., δικηγόρου του α' εναγομένου (βλ. Το από 19-4-2010 φαξ του εν λόγω δικηγόρου προς τον δικηγόρο του ενάγοντος, καθώς και το ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο από το οποίο προκύπτει ότι ο εν λόγω δικηγόρος παραστάθηκε κατά τη σύνταξή του εκ μέρους του πωλητή, ήτοι του α' εναγομένου, και δ) Α.
Κ. του Ε., δημοσιογράφου, συνεργάτιδα του α' εναγομένου στο διαδικτυακό κανάλι αυτού "....gr" (βλ. Το υπ' αρ. …/3-6-08 τεύχος ΑΕ κ' ΕΠΕ). Επίσης ο Κ. Τ. (υιός του α' εναγομένου) ορίσθηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας ο οποίος την εκπροσωπεί, καθόσον ορίσθηκε νόμιμος εκπρόσωπός της, δεσμεύοντας αυτήν και αναλαμβάνοντας αυτός υποχρεώσεις δια της υπογραφής του, κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας.
Επιπροσθέτως δε, η διεύθυνση των γραφείων της εταιρείας είναι αυτή του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, ήτοι οδός ... (βλ. Το υπ' αρ. …/28-7-2008 ΦΕΚ ΑΕ κ' ΕΠΕ). Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι η ανωτέρω εταιρεία εκμετάλλευσης ακινήτων (γ' εναγομένη) δεν ήταν άγνωστη στον α' εναγόμενο όταν αυτός της πώλησε το ανωτέρω ακίνητο.
Επιπροσθέτως αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο του εν λόγω ακινήτου, ότι το πωλούμενο ακίνητο βαρύνεται με προσημείωση υποθήκης υπέρ της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ, λόγω στεγαστικού δανείου του πωλητή, η οποία έχει εγγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ..., ποσού 1.709.583,92 ευρώ, του οποίου το υπόλοιπο την 18-3-2009 ανήρχετο στο ποσό των 1.306.674 ευρώ, το οποίο υποσχέθηκε ο πωλητής ότι θα εξοφλήσει και ότι θα άρει την προσημείωση με δαπάνες του, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω αγοράστριας εταιρείας (υιός του α' εναγομένου), δια της αγοράς του εν λόγω ακινήτου δεν απέβλεπε σε μια επωφελή για την εταιρεία αγορά, αφού το αγορασθέν ακίνητο ήταν προσημειωμένο και η προσημείωση εξακολουθεί να βαρύνει αυτό και μετά τη μεταβίβασή του, αλλά απέβλεπε και συγκεκριμένα είχε σκοπό να διευκολύνει τον πατέρα του (α' εναγόμενο), ούτως ώστε να αποξενωθεί αυτός από την περιουσία του και έτσι να μην υπάρχει εμφανής περιουσία και να ματαιωθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του.
Δηλαδή, εν προκειμένω, ο α' εναγόμενος, μεταβίβασε δια πωλήσεως το ανωτέρω ακίνητο στη γ' εναγομένη εταιρεία, με σκοπό να βλάψει τους δανειστές του και συγκεκριμένα τον ενάγοντα, ήτοι με σκοπό να ματαιώσει τη δυνατότητα του ενάγοντος να ικανοποιήσει την ως άνω απαίτηση που είχε κατ' αυτού, αφού κατ' αυτόν τον τρόπο εκμηδένισε την εμφανή περιουσία του, με αποτέλεσμα κατά το χρόνο άσκησης της ενδίκου αγωγής να είναι αυτός αφερέγγυος και να μην υπάρχουν εμφανή περιουσιακά του στοιχεία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος καθ’όσον-ως απεδείχθη-ο α' εναγόμενος είχε φροντίσει σε προγενέστερο χρόνο να μεταβιβάσει στα τέκνα του με γονική παροχή τα λοιπά ακίνητά του.
Όμως και ο υιός του α' εναγομένου, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας (γ' εναγομένης), γνώριζε ότι ο πατέρας του (α' εναγόμενος) απαλλοτριώνει το ανωτέρω ακίνητό του (το οποίο ήταν το τελευταίο εμφανές ακίνητό του), προς βλάβη των δανειστών του, ήτοι ότι το απαλλοτριώνει με σκοπό να εκμηδενίσει τα περιουσιακά του στοιχεία και με σκοπό-κατ' αυτόν τον τρόπο-να ματαιώσει τη δυνατότητα του ενάγοντος (που ήταν δανειστής του α'εναγομένου) να ικανοποιήσει την άνω απαίτηση που είχε κατ' αυτού (α'εναγομένου).
Το ότι ο ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας, γνώριζε κατά το χρόνο της άνω μεταβίβασης (πώλησης), τον προαναφερόμενο σκοπό για τον οποίο ο πατέρας του (α' εναγόμενος), προέβη στην απαλλοτρίωση του ανωτέρω ακινήτου, αποδεικνύεται από το γεγονός του ότι αυτός (νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας), αγόρασε για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν ως άνω εταιρείας, το προαναφερόμενο προσημειωμένο ακίνητο του πατέρα του (α' εναγομένου) αντί τιμήματος ίσου προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου (ήτοι 2.942.144,28 ευρώ) αν και το εν λόγω ακίνητο ήταν βεβαρυμένο με προσημείωση ύψους 1.709.583,92 ευρώ, ήτοι αυτός προέβη - εκπροσωπώντας την αγοράστρια εταιρεία - σε μια αγορά μη επωφελή για την αγοράστρια εταιρεία, γεγονός που καταδεικνύει ότι τόσο αυτός όσο και ο πατέρας του (α' εναγόμενος) συνεργαζόμενοι μεταξύ τους, φρόντισαν να αποξενωθεί ο α' εναγόμενος από το τελευταίο εμφανές κατά την άσκηση της ενδίκου αγωγής περιουσιακό στοιχείο, με σκοπό να μην μπορέσει ο ενάγων (δανειστής του α' εναγομένου) να ικανοποιήσει την ανωτέρω απαίτηση που είχε κατά του α' εναγομένου.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι κατά την άσκηση της ενδίκου αγωγής, ο α' εναγόμενος δεν είχε εμφανή περιουσία.
Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι στην διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, όταν ο αποκτών τρίτος είναι νομικό πρόσωπο, η κατ' άρθρο 941 ΑΚ απαιτούμενη γνώση του τρίτου, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, κρίνεται στο πρόσωπο αυτού που έχει τη διοίκηση του νομικού προσώπου και εάν πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία που τη διοίκηση του νομικού προσώπου την έχει το Διοικητικό Συμβούλιο αλλά έχει οριστεί νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, όπως εν προκειμένω, τότε η γνώση κρίνεται στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της (άρθρο 68 εδ.
τελευτ. σε συνδυασμό με το άρθρο 214 ΑΚ). Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των α', γ' εκκαλούντων που περιέχεται στον υπό στοιχ. 2 λόγο της κρινόμενης έφεσης, ότι δηλαδή η ως άνω γνώση δεν κρίνεται στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρείας, αλλά στο πρόσωπο απάντων των μελών-φυσικών προσώπων του διοικητικού οργάνου που συνέρχεται σε συνέλευση, συζητεί και λαμβάνει τις αποφάσεις σχετικώς με την κατάρτιση δικαιοπραξιών στο όνομα του νομικού προσώπου".
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18, 22 παρ. 1 και 3 του ν. 2190/1920 και 941 και 214 ΑΚ, δεχόμενο ότι η γνώση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, αγοράστριας του μεταβιβασθέντος από τον πρώτο αναιρεσείοντα, δανειστή του αναιρεσίβλητου, περί της καταδολιευτικής πρόθεσης του πωλητή, κρίνεται από το πρόσωπο του Κ.
Τ., που κατά την εσφαλμένη κρίση της ενήργησε ως αντιπρόσωπος αυτής, μολονότι ήταν εντολοδόχος της, και όχι στο πρόσωπο όλων των φυσικών προσώπων, μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, το οποίο, ως συλλογικό όργανο σχημάτισε και εξέφρασε πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας για την κατάρτιση της αγοράς του ακινήτου και τους όρους της δικαιοπραξίας αυτής.
Με τις παρατιθέμενες ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις σημειούμενες στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, στις παραδοχές ότι κατά το χρόνο της κατάρτισης της πώλησης του επιδίκου ακινήτου από τον πρώτο αναιρεσείοντα, που ήταν οφειλέτης του αναιρεσίβλητου, στον τελευταίο, ο Κ. Τ., ήταν Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας, δεύτερης αναιρεσείουσας, ιδιότητα που είναι καταχωρημένη στο ΦΕΚ …/28-7-2008, τεύχους ΑΕ και ΕΠΕ, δεσμεύοντας την εταιρεία με την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία, ότι με την ιδιότητά του αυτή συνεβλήθη κατά την κατάρτιση της άνω σύμβασης και ότι αυτός γνώριζε ότι ο πωλητής-πατέρας του, προέβαινε στην απαλλοτρίωση του τελευταίου αυτού ακινήτου της περιουσίας του, με σκοπό τη βλάβη των δανειστών του και ειδικότερα του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης αυτού, καθώς και ότι από το πρόσωπο αυτού κρίνεται η απαιτούμενη, κατά το άρθρο 941 ΑΚ, γνώση της δεύτερης αναιρεσείουσας, για τη συνδρομή της αντίστοιχης, απαραίτητης για τη διάρρηξη της πώλησης, προϋπόθεσης.
Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά, πράγματι ο Κ.
Τ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας, ορισθείς νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, είχε την οργανική εκπροσώπηση της εταιρείας και εξέφραζε πρωτογενώς τη βούληση αυτής, όντας υποκατάστατο όργανο της διοίκησης αυτής, με όμοιο δεσμό προς την εταιρεία με εκείνον του διοικητικού της συμβουλίου, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και την ιδρυτική σύμβαση, και δεσμεύοντας με τις πράξεις του την εταιρεία, ορθά, δε, εν όψει τούτων και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δέχθηκε ότι η γνώση αυτού περί του καταδολιευτικού δόλου του οφειλέτη πρώτου αναιρεσείοντος, αρκεί για τη συνδρομή της, εκ του άρθρου 941 ΑΚ, προϋπόθεσης, για να υπόκειται σε διάρρηξη η δικαιοπραξία που κατάρτισε με την άνω ιδιότητά του και δεν απαιτούνταν γνώση του σκοπού αυτού από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας.
Η προσβαλλόμενη, δεν δέχεται ότι ο Κ. Τ. ενήργησε, ως πληρεξούσιος ή εντολοδόχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πράξη στην κατάρτιση της σύμβασης που είχε αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο ή υποκατάστατο όργανο της εταιρείας. Οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων προσβάλλουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έκρινε αβασάνιστα ότι ο Κ. Τ. λειτούργησε κατά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας και όχι ως απλός εντολοδόχος-αντιπρόσωπός της, χωρίς καθόλου να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, με αποτέλεσμα να ελέγξει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 941 ΑΚ, γνώση, μόνο στο πρόσωπό του, ήτοι για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποδίδοντας στην απόφαση παντελή έλλειψη αιτιολογίας.
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της γνώσης περί του καταδολιευτικού χαρακτήρα της επίδικης αγοραπωλησίας, καθόσον παρέλειψε να ερευνήσει εάν ο ουσιώδης όρος του συμβολαίου πωλήσεως περί της υποσχέσεως του πωλητή να εξοφλήσει το χρέος του και να άρει την προσημείωση με την οποία βαρυνόταν το πωλούμενο ακίνητο με δικές του δαπάνες, εκπληρώθηκε ή όχι, ώστε να διαμορφώσει δικαστική κρίση σχετικά με το αν η αγοραπωλησία αυτή ήταν επωφελής ή όχι για την αγοράστρια, αλλά αυθαίρετα δέχθηκε ότι η προσημείωση εξακολουθούσε να βαρύνει το ακίνητο και μετά τη μεταβίβασή του, χωρίς να αιτιολογήσει καθόλου την κρίση του αυτή.
Από τις παρατιθέμενες ανωτέρω, κατά την εξέταση του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης, παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει ότι το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, στηρίζεται δε σε εμπεριστατωμένες αιτιολογίες αναφορικά με την ιδιότητα του Κ. Τ. ως υποκατάστατου οργάνου και νόμιμου εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρείας, με βάση διάταξη της συστατικής πράξης δημοσιευμένης στο αναφερόμενο ΦΕΚ, καθώς και ως προς τη γνώση του δόλου του μεταβιβάζοντος το ακίνητο οφειλέτη με σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση των δανειστών του και ειδικότερα του αναιρεσίβλητου.
Η αιτίαση ότι αβασάνιστα έκρινε το Εφετείο ότι ο ανωτέρω ενήργησε ως εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας και όχι ως εντολοδόχος αυτής, προσβάλλει την, ως προς το ζήτημα τούτο, ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας του, να αναλύσει για ποιο λόγο δέχεται ως αποδειχθείσα την ως άνω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου.
Εξάλλου, η αποδιδόμενη, με τον τέταρτο λόγο, παράλειψη του Εφετείου να ερευνήσει εάν ο πωλητής εκπλήρωσε την υποχρέωση που ανέλαβε με το μεταβιβαστικό συμβόλαιο να εξοφλήσει το χρέος του και να άρει την υποθήκη που είχε εγγραφεί στο πωλούμενο ακίνητο για την εξασφάλιση της πληρωμής του, αφορά σε επιχείρημα που συνήγαγε το Εφετείο από την ύπαρξη του βάρους της προσημείωσης στο πωλούμενο ακίνητο και παρά ταύτα της αγοράς του από την δεύτερη αναιρεσείουσα, ότι προέβη σε μια αγορά που δεν ήταν επωφελής, εφόσον το βάρος αυτό παρέμεινε και μετά τη μεταβίβασή του.
Όμως, το επιχείρημα τούτο, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν αποτελεί παραδοχή με βάση την οποία διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και συνεπώς δεν εμπίπτει στην αιτιολογία της απόφασης, ώστε να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια της αιτιολογίας του. Άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτοί δεν είχαν επικαλεστεί τέτοιο περιστατικό άρσης της προσημείωσης υποθήκης ούτε την έκδοση σχετικής απόφασης, την οποία να προσκομίζουν.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Το άρθρο 214 του ΑΚ ορίζει ότι "τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου, τα ελαττώματα της βούλησης, η έννοια του περιεχομένου της δήλωσης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 215 ΑΚ, αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου, δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Οι διατάξεις αυτές έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί άλλων περιπτώσεων και δη, όταν τούτο επιβάλλεται από την αρχή ότι ο αντιπρόσωπος συμπράττει με την δική του βούληση στην δικαιοπραξία.
Επομένως, σε περίπτωση επαχθούς σύμβασης που καταρτίσθηκε ως προς κάποιον από τους συμβαλλόμενους με αντιπρόσωπο, εφόσον ο αντιπρόσωπος ενήργησε με βάση συγκεκριμένες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου, η ύπαρξη της, κατά το άρθρο 941 ΑΚ, γνώσης θα κριθεί από το πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς αυτός να μπορεί να επικαλεσθεί την τυχόν άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.
Η ρύθμιση αυτή δεν επιτρέπει στον κακόπιστο συναλλασσόμενο να χρησιμοποιήσει καλόπιστο πρόσωπο ως αντιπρόσωπο, για να αποφύγει τις συνέπειες της δικής του κακής πίστης, επικαλούμενος ότι ο αντιπρόσωπός του, δεν είχε γνώση περί του καταδολιευτικού χαρακτήρα της δικαιοπραξίας που καταρτίζει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης είναι ο αντιπρόσωπος να ενήργησε με βάση οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου. Έτσι, στην περίπτωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, αν ο αντιπροσωπευόμενος τρίτος προς τον οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση, γνώριζε την πρόθεση του οφειλέτη ότι ενεργεί την απαλλοτρίωση προς βλάβη των δανειστών του, δεν μπορεί να επικαλεστεί την τυχόν καλή πίστη εκείνου που ενεργεί ως αντιπρόσωπος αυτού στην κατάρτιση της σύμβασης, και ειδικότερα την έλλειψη τέτοιας γνώσης, για να αποτρέψει τα αποτελέσματα της διάρρηξης.
Η διάταξη του άρθρου 215 ΑΚ δεν εφαρμόζεται υπέρ του αντιπροσωπευόμενου.
Συνεπώς, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της άγνοιας από τον αντιπρόσωπο της γνώσης της καταδολιευτικής πρόθεσης του οφειλέτη με την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και όχι στην περίπτωση άγνοιας αυτής από τον αντιπροσωπευόμενο, αλλά γνώσης της από τον αντιπρόσωπο, ώστε να μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεστεί τη δική του άγνοια για να αποφύγει τη διάρρηξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα παρέλειψε να εφαρμόσει αναλογικά στην υπόθεση και συνδυαστικά με τη διάταξη του άρθρου 214 ΑΚ, τη διάταξη του άρθρου 215 ΑΚ, μολονότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, ισχυριζόμενοι ότι και στην περίπτωση που ο καταρτίσας τη δικαιοπραξία διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης τούτων γνώριζε την καταδολιευτική πρόθεση του πρώτου αναιρεσείοντος, οφειλέτη, με βάση την ως άνω διάταξη και αφού σύμφωνα με το επικαλούμενο από 1-4-2009 πρακτικό του Δ.Σ.
της δεύτερης αναιρεσείουσας, αποδεικνύεται ότι το Δ.Σ. αυτής έλαβε την τελική απόφαση για την κατάρτιση της υπό διάρρηξη δικαιοπραξίας, και διαμόρφωσε τους όρους της καθορίζοντας το ύψος του τιμήματος αγοράς και τον τρόπο εξασφάλισης της χρηματοδότησης, ενώ ο Κ. Τ. έλαβε απλώς την εντολή να εκτελέσει την επίμαχη αγορά και είχε υποχρέωση να υπακούσει και να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν ο ίδιος είχε αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις, κρίσιμη είναι η θετική γνώση της καταδολιευτικής πρόθεσης από τα μέλη του Δ.Σ.
και όχι από τον εκτελέσαντα την εντολή. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν πρόκειται για άγνοια του αντιπροσώπου Κ. Τ. και γνώση των μελών της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας προς την οποία μεταβιβάζεται το ακίνητο από τον οφειλέτη, πρώτο αναιρεσείοντα, περί της καταδολιευτικής πρόθεσης αυτού, αλλά για γνώση του αντιπροσώπου.
Αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση άγνοιας της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας δεν μπορεί να έχει η διάταξη, ώστε αυτή να μπορεί να επικαλεστεί την άγνοια των μελών του διοικητικού της συμβουλίου. Έτσι, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 215 ΑΚ και ορθά το Εφετείο δεν την εφάρμοσε.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο Κ. Τ. ενήργησε ως εντολοδόχος με την πληρεξουσιότητα να υπογράψει κάθε έγγραφο που απαιτείται για την ολοκλήρωση της σύμβασης πώλησης του ακινήτου από τον οφειλέτη πρώτο αναιρεσείοντα προς την ανώνυμη εταιρεία δεύτερη αναιρεσείουσα. Όμως, το Εφετείο, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, δέχθηκε ότι ο Κ.
Τ. ενήργησε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου, μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ήτοι υποκατάστατο όργανο της εταιρείας, ορισθείς από το καταστατικό της,. Τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, προσβάλλουν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου και δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚπολΔ, πλημμέλεια, αποδίδοντας στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της αφενός μεν την κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου τους που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως, αφετέρου, δε, το από 1-4-2009 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσείουσας, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και έχουν το παρατιθέμενο περιεχόμενο, λόγω δε της παράλειψης αυτής κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα ότι ο Κ.
Τ., στην κατάρτιση της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ενήργησε ως αντιπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και όχι ως εντολοδόχος αυτής. Από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη τα ρητά μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Από τη συγκεκριμένη παραδοχή του Εφετείου, προκύπτει σαφώς ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία την επικαλούμενη κατάθεση του μάρτυρα. Η μη συναγωγή εξ αυτής της κρίσης που θεωρούν σωστή οι αναιρεσείοντες, δεν μπορεί να ιδρύσει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ούτε παρέχεται δυνατότητα ελέγχου του περιεχομένου αυτής και εκτίμησης του πορίσματος του Εφετείου σε αντιστοιχία με το περιεχόμενό της, καθόσον αφορά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας η οποία είναι ανέλεγκτη.
Εξάλλου, από τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης ότι έλαβε υπόψη της όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο αυτής, δεν δημιουργείται αμφιβολία για τη λήψη υπόψη και του από 1-4-2009 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Τούτο, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από το υποστηριζόμενο ως ορθό από τους αναιρεσείοντες.
Άλλωστε, από το επικαλούμενο ως άνω πρακτικό, προσκομιζόμενο σε ακριβές αντίγραφο, υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας Κ. Τ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αυτής εξουσιοδότησε για την υπογραφή των εγγράφων που απαιτούνται για τη μεταβίβαση στην εταιρεία του επίδικου ακινήτου, το μέλος αυτού Γ.
Α. και όχι τον Κ. Τ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ο οποίος και ενήργησε στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας με την διαπιστωθείσα από το Εφετείο και αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ιδιότητα. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη εκ των ανωτέρω τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 7-8-2017 αίτηση για αναίρεση της 2142/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-8-2017 αίτηση του Ε. Τ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" για αναίρεση της 2142/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ -Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και
ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)