Legislator Case Law & Legislation
1076/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible against non-opposing defendants and rejects substantive grounds.

Case Number 1076/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible regarding defendants who were not parties to the original suit and rejected all substantive arguments. The appellants claimed the lower court ignored their claim that the vehicle was used by a third party without their consent, while the respondents argued the facts were established. The court ruled that appeals must target opposing parties and found the appellants' arguments based on assumed facts to be legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 558, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 8 and 14 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if directed against defendants not opposing the appellant, and substantive grounds fail when the court explicitly considered and rejected the alleged facts or when the court's decision logically follows from the evidence presented.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal wrong defendant substantive appeal grounds Code of Civil Procedure assumed facts legal reasoning court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1076 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1076/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Δ. συζ. Γ. Α. και 2) Γ. Α. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση - Θανάσουλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Δ., 2) Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Ι. Κ., 3) Μ. Κ. του Ν., 4) Μ. χας Δ. Κ., κατοίκων ..., 5) Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ... 6) α Ι. Κ., Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Ι. Κ., Θ. Ι. Κ. και Β. Ι. Κ., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης κατά τη διάρκεια της δίκης Σ. συζ. Ι. Κ. και υπεισελθόντων στη θέση αυτής, κατοίκων ... και 7) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 2η (και η ίδια ως υπό στοιχ. 6β') των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Τσιτσιρίγκου, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2006 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ης, 4ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Σ. συζ. Ι. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. καταθ. 357/ΕΓ46/25-1-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2013 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 23-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη: Α) ως απαράδεκτης της από 25-9-2013 αίτησης, για αναίρεση της 101/2013 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, κατά το μέρος αυτής, που στρέφεται κατά της 7ης αναιρεσίβλητης και Β) την απόρριψη όλων των λόγων αυτής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, έναντι των οποίων επιδιώκεται και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναίρεση αυτής.

Συνεπώς είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τους οποίους δεν υφίσταται έτσι έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου εκτός αν προβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 του Κ.Πολ.Δ., έννομο συμφέρον προς αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως, διότι δημιουργούν δυσμενές σε βάρος του νικήσαντος διαδίκου δεδικασμένο, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αναίρεση της αποφάσεως κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ` αριθμ. 101/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων σε βάρος των εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ασκηθείσα εκ μέρους της πρώτης εναγομένης παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως σε βάρος της ήδη έβδομης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών".

Επομένως, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε απορριπτέα η εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή και οι προβαλλόμενοι με το αναιρετήριο λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται μόνο σε πλημμέλειες ως προς την κρίση του Εφετείου για το μέρος που αφορά την κύρια αγωγή και ουδείς αναιρετικός λόγος προβάλλεται για την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής, ούτε άλλωστε προβάλλεται αίτημα και συναφές έννομο συμφέρον της πρώτης αναιρεσείουσας προς αντικατάσταση των αιτιολογιών που στηρίζουν την απορριπτική αυτή κρίση ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη, για την οποία αντιθέτως οι αναιρεσείοντες με τις έγγραφες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις τους διευκρινίζουν ότι "εκ λάθους περιελήφθη η έβδομη αναιρεσίβλητη στην αίτηση", η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτής είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, υπ' αριθμ. .../19-11-2013, .../19-11-2013, .../19-11-2013, .../19-11-2013 και ...19-11-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Λαμίας …, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους υπό στοιχ. 3η, 4η, 5ο, 6α, 6γ, 6δ αναιρεσιβλήτους, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Οι άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ` αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης.

Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει τα ποσά αυτά.

Εξάλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι και στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ` αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Η πρώτη εναγομένη (σημ: εδώ α' αναιρεσείουσα) όντας ιδιοκτήτρια του ... φορτηγού, ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου αυτοκινήτου, είχε, όπως η ίδια συνομολογεί την επαγγελματική εκμετάλλευσή του, χρησιμοποιώντας αυτό για μεταφορές εμπορευμάτων.

Ωστόσο, με τη βούληση αυτής, ουσιαστική συμμετοχή στην εκμετάλλευσή του είχε ο δεύτερος εναγόμενος (σημ: εδώ β' αναιρεσείων) σύζυγός της. Αυτός, όντας εταίρος της ΟΕ με την επωνυμία "…" (με αντικείμενο την εμπορία φρούτων και λαχανικών) στην οποία ανήκε πριν το αυτοκίνητο, είχε, σύμφωνα με την άνω βούληση της πρώτης εναγομένης και την ευθύνη της συντήρησης και της παρακολούθησης της ασφαλούς λειτουργίας όλων των συστημάτων του οχήματος.

Το φορτηγό, κατά τη χορηγηθείσα, στις 26-6-2002 επ' ονόματι της α' εναγομένης άδεια κυκλοφορίας του ήταν ρυμουλκό + ρυμουλκούμενο, με μη ανατρεπόμενη πλατφόρμα. Το Σεπτέμβριο του 2002, η α' εναγομένη, όπως γι' αυτή ενεργούσε τότε ο β' εναγόμενος, προσέλαβε τον Ν. (σημ: προφανώς Δ.) Κ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγό του άνω αυτοκινήτου, Ο ως άνω...

γιος των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός της τρίτης και εγγονός των λοιπών (σημ: εδώ αναιρεσιβλήτων) ήταν κάτοχος επαγγελματικής αδείας οδήγησης από το 1999... έχοντας ήδη προϋπηρεσία ως οδηγός ανατρεπόμενου και μη ανατρεπόμενου φορτηγού σε προηγούμενους εργοδότες... Τον Ιανουάριο του 2003 η α' εναγομένη προέβη σε αλλαγή του αμαξώματος στο ρυμουλκό μέρος του φορτηγού...

αλλά και σε αντικατάσταση της παλαιάς ρυμουλκούμενης καρότσας, που δεν διέθετε σύστημα ανατροπής (ανυψώσεως) με νέα, η οποία διέθετε τέτοιο σύστημα... Η επιθεώρηση, ωστόσο, του ως άνω οχήματος από τη Δ/νση Μεταφορών... η έγκριση των αλλαγών και η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας (ως ανατρεπόμενου) έγινε στις 5-2-2013...

δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας του ενός μηνός από τη μετατροπή... (που) έγινε σύμφωνα με τους όρους ασφαλείας των άρθρων 88 ΚΟΚ σε συνδ. με το άρθρο 2 ν.δ. 570/1970 και άρθρο μόνο της ΣΤ - 20270 από 12/31-7-1973 κανονιστικής απόφασης Υπουργού Μεταφορών... Με την ολοκλήρωση των εργασιών της μετατροπής ο οδηγός Κ. πραγματοποίησε τα πρώτα δρομολόγια.

Ωστόσο στις 26-1-2003 το αυτοκίνητο... παρουσίασε βλάβη κατά τη διαδικασία ανατροπής. Συγκεκριμένα εμφάνισε διαρροή λαδιού το υδραυλικό σύστημα και δεν λειτουργούσε η ανάρτηση. Ο εργαζόμενος ενημέρωσε σχετικά το β' εναγόμενο, ο οποίος μετέβη... και αποκατέστησε τη λειτουργία της ανατροπής. Την επόμενη ημέρα (27-1-2003) ο άνω οδηγός μετέβη στο συνεργείο του Γ...Χ...

προκειμένου αυτός να ελέγξει τη βλάβη του υδραυλικού συστήματος και να την επιδιορθώσει. Όμως είχε φόρτο εργασίας και πριν γίνει οποιοσδήποτε έλεγχος έλαβε τηλεφωνική εντολή από το β' εναγόμενο να μεταβεί στη Λάρισα για να φορτώσει εμπορεύματα... Την επόμενη ημέρα, στις 28-1-2003 μετέβη στο Αχλάδι Φθιώτιδας...

φόρτωσε σογιάλευρο για να το μεταφέρει στις εγκαταστάσεις της "ΦΡΕΣΚΟΤ ΑΕ" στη Λακιά Θεσσαλονίκης. Εκτελώντας κατ' εντολή του β' εναγομένου το τελευταίο δρομολόγιο το πρωί της 29-1-2003 ξεκίνησε τη διαδικασία εκφόρτωσης... Η εκφόρτωση, με το σύστημα ανατροπής, γίνεται με τη βοήθεια του συστήματος ανύψωσης που ήδη διέθετε το όχημα...

Ο οδηγός, έχοντας προϋπηρεσία γνώριζε τη διαδικασία εκφόρτωσης του φορτίου και ο ίδιος άρχισε την εκφόρτωση. Βρισκόταν εκεί μόνο ο P. K. εργαζόμενος στην επιχείρηση... Τελειώνοντας την εκφόρτωση της κυρίως καρότσας συνέδεσε τη ρυμουλκούμενη καρότσα στο φορτηγό και τοποθέτησε αυτή στη θέση εκφόρτωσης...

Ανύψωσε ελαφρά την καρότσα (υπό γωνία 30ο) και άρχισε η εκφόρτωση... Αφού πέρασαν περίπου 15 λεπτά ο K., διαπίστωσε ότι η ροή του σογιαλεύρου είχε μειωθεί και ειδοποίησε τον οδηγό ότι έπρεπε να ανυψώσει την καρότσα περισσότερο. Τότε ο οδηγός κατευθύνθηκε στον μπροστινό τμήμα του φορτηγού, έχοντας μια μικρή εργαλειοθήκη...

Μετά από λίγο χρόνο (ο K.) άκουσε μεγάλο θόρυβο και είδε ταυτόχρονα την καρότσα να πέφτει και να εκτινάσσονται τα λάδια από τα υδραυλικά της. Αμέσως μετέβη εκεί που ήταν ο οδηγός και τον βρήκε να βρίσκεται στο εμπρόσθιο τμήμα της ρυμουλκούμενης καρότσας... σκυμμένο μπρος την καρότσα και με το σώμα του πιεσμένο μεταξύ της καρότσας και της σιδηροδοκού του σασί της καρότσας.

Από την πτώση της καρότσας και τη συμπίεση του σώματός του πάνω στο σασί υπέστη συμπίεση θώρακος, κάταγμα πλευρών, στέρνου, ρήξη αρ. κόλπου καρδιάς, αορτής, τραχείας, αποκοπή άνω λοβού αρ. πνεύμονος... με αποτέλεσμα από τις άνω - και μόνο - κακώσεις να επέλθει άμεσα ο θάνατός του... Από τη συνεκτίμηση ιδίως των ενεργειών του παθόντος, των ευρημάτων στο τόπο του ατυχήματος, της θέσης όπου βρέθηκε μετά το ατύχημα το σώμα του παθόντος, της προηγούμενης βλάβης του συστήματος ανυψώσεως...

και των εν γένει διαπιστώσεων και συμπερασμάτων των τεχνικών επιθεωρητών και του πραγματογνώμονα, αποδείχθηκε ότι ο παθών μόλις αντιλήφθηκε πρόβλημα στη λειτουργία του συστήματος ανύψωσης της καρότσας, την οποία απέδωσε στην ίδια βλάβη που παρουσιάστηκε και τις προηγούμενες ημέρες, προσπάθησε να επέμβει σ' αυτό το σύστημα (υδραυλικό) κάτω από την ανασηκωμένη καρότσα.

Δεν είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και εκπαίδευση για την αποκατάσταση της βλάβης και δεν εκτίμησε σωστά τον κίνδυνο που διέτρεχε με την εκτέλεση των εργασιών, κάτω από την ανυψωμένη καρότσα και επιδίωξε μόνος του, χωρίς να αναζητήσει τεχνική βοήθεια ή να αναζητήσει τους εναγομένους και ιδιαίτερα το β' εξ αυτών, για να τους ενημερώσει για τη βλάβη, να την αποκαταστήσει και να ολοκληρώσει την εκφόρτωση.

Η παρέμβασή του στο σύστημα ανύψωσης, με τη χρήση εργαλείων, είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση του ρακόρ σύνδεσης του σωλήνα υψηλής πίεσης, εξαιτίας δε της αποσύνδεσης αυτής το σύστημα έχασε μέρος του λαδιού που περιείχε, με συνέπεια η καρότσα να πέσει αφού έχασε τη στήριξη που είχε, να προλάβει τον παθόντα στη θέση που βρισκόταν κάτω απ' αυτήν και να τον συμπιέσει στο σασί προκαλώντας του εκτεταμένες κακώσεις.

Με βάση τα παραπάνω το ένδικο ατύχημα έγινε κατά την εκτέλεση της εργασίας ως οδηγού που η πρώτη εναγομένη εργοδότρια ανέθεσε στον θανόντα και αποτελεί εργατικό ατύχημα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 551/1914. Το ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του Δ. Κ. οφείλεται κύρια σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, οι οποίοι, η πρώτη, ως εργοδότρια του θανόντος και προστήσασα και ο δεύτερος ως προστηθείς από την πρώτη, πέραν του γενικού καθήκοντος που είχαν να λάβουν γενικώς μέτρα προνοίας υπέρ του παθόντος εργαζομένου και να μην ζημιώσουν άλλον υπαίτια, δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα ώστε αφενός το φορτηγό που αποτελεί εξοπλισμό εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΔ 395/1994 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας για τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την Οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ" να είναι κατάλληλο για την προς εκτέλεση εργασία και αφετέρου να προστατεύουν τα μέτρα τον εργαζόμενο από κάθε κίνδυνο εξαιτίας βλάβης αυτού (άρθρ. 3 του άνω ΠΔ και 9 παρ. 2.12 του Παραρτήματός του) καθόσον:

α) δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν και μπορούσαν ως μέσοι συνετοί επαγγελματίες, για την καλή συντήρηση του υδραυλικού συστήματος ανατροπής στα επί μέρους εξαρτήματα και κυρίως δεν φρόντισαν για την επισκευή της ως άνω βλάβης του συστήματος ανατροπής, που παρουσιάστηκε αμέσως μετά τις εργασίες μετατροπής και τρεις ημέρες πριν το ατύχημα.

Ο β' εναγόμενος στις 27-1-2003 αν και γνώριζε ότι δεν έγινε επιδιόρθωση της βλάβης, λόγω φόρτου εργασίας του Γ...Χ... έδωσε εντολή στον παθόντα να πραγματοποιήσει νέα δρομολόγια. Η κακή συντήρηση του υδραυλικού συστήματος, ο μη έλεγχος της καλής και ασφαλούς λειτουργίας του και η μη πλήρης και ασφαλής αποκατάσταση της βλάβης συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα...

Οι εναγόμενοι... όφειλαν γνωρίζοντας τη βλάβη και τους εξ αυτής κινδύνους, να την αποκαταστήσουν και να μη χρησιμοποιήσουν το όχημα για μεταφορά εμπορευμάτων. Και β) ανέθεσαν στον παθόντα την οδήγησή του και το χειρισμό της λειτουργίας εκφόρτωσης, παρότι γνώριζαν ότι αφενός το φορτηγό παρουσίαζε την άνω βλάβη και αφετέρου ότι ο παθών...

δεν είχε επαρκή εμπειρία στη λειτουργία (στον τρόπο και το μηχανισμό, ιδιαίτερα αυτής) του συστήματος ανατροπής (ανυψώσεως) και δεν γνώριζε τον τρόπο αποκατάστασης των βλαβών του συστήματος κατά τη διάρκεια της εκφόρτωσης και ιδιαίτερα για τους κινδύνους που διέτρεχε, κατά την εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης της βλάβης καθόν χρόνο, όσο διαρκούσε η εκφόρτωση, η καρότσα ήταν ανυψωμένη.

Ο παθών δεν είχε την κατάλληλη εκπαίδευση για ν' αποκαταστήσει τη βλάβη και δεν ήταν ενημερωμένος για τους κινδύνους και τούτο το γνώριζαν οι εναγόμενοι. Ιδιαίτερα ο β' εναγόμενος, ο οποίος, με τη βούληση της πρώτης είχε τη διαχείριση του φορτηγού, ενόψει ότι μόλις είχε προηγηθεί η άνω μετατροπή... και είχε εμφανιστεί βλάβη στο σύστημα ανυψώσεως, δεν έδωσε, όπως όφειλε ως μέσος συνετός επαγγελματίας, ρητή και σαφή εντολή στον παθόντα, συνοδευόμενη από οδηγίες και πληροφορίες για την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης εργασίας, να μην επιχειρήσει μόνος την αποκατάσταση της βλάβης, που τυχόν θα εμφανιζόταν και πάλι σε επόμενο δρομολόγιο και μάλιστα κατά τον τρόπο που προσπάθησε να διορθώσει τη βλάβη, ευρισκόμενος κάτω από την ανυψωμένη καρότσα.

Αντίθετα, αυτός, γνωρίζοντας τη βλάβη του συστήματος ανυψώσεως και τη μη αποκατάστασή της, έδωσε εντολή στον παθόντα να πραγματοποιήσει νέο δρομολόγιο. Μεταξύ δε της πρώτης και του δεύτερου εναγομένου αποδείχτηκε ότι υπήρχε σχέση προστήσεως... καθόσον η πρώτη, ιδιοκτήτρια του φορτηγού, με τη βούλησή της, ανέθεσε στο δεύτερο τη διαχείριση του οχήματος και την ευθύνη της συντήρησης και ασφαλούς λειτουργίας του.

Ο β' εναγόμενος, στα πλαίσια αυτής, υπό τη γενική εποπτεία της πρώτης, ως ιδιοκτήτριας του οχήματος, είχε την ευθύνη της μετατροπής του φορτηγού σε ανατρεπόμενο, ανέλαβε να επιδιορθώσει τη βλάβη που εμφανίστηκε στις 26-1-2003 και έδωσε εντολή στον παθόντα να πραγματοποιήσει το άνω δρομολόγιο. Επομένως, η πρώτη και ως προστήσασα ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε (με θάνατο του εργαζομένου) ο προστηθείς β' εναγόμενος.

Οι ενάγοντες, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των εναγομένων, εκθέτουν, με τα αναφερόμενα στην αρχή περιστατικά, για τη σχέση προστήσεως, χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός ή συγκεκριμενοποίηση αυτής της σχέσης, ενώ ο ισχυρισμός του β' εναγομένου, με τον οποίο αμφισβητεί είτε την άνω σχέση, είτε την ανάθεση σ' αυτόν της ευθύνης συντήρησης του οχήματος, δεν μπορεί να θεμελιώσει είτε αοριστία της αγωγής, κατά την παθητική νομιμοποίησή του, είτε έλλειψη αυτής...

Οι ενάγοντες απέδειξαν και την άνω σχέση προστήσεως και την αμελή συμπεριφορά του β' εναγομένου (προστηθέντος) και την ευθύνη της πρώτης και ως προστήσασας... Συνυπαίτιος του ατυχήματος ήταν και ο ίδιος ο παθών, καθόσον ηλικίας τότε 26 ετών είχε εμπειρία, έστω μικρή, στην οδήγηση ανατρεπόμενου και στο χειρισμό του συστήματος ανατροπής, γνώριζε την επικινδυνότητά της κατά τον άνω τρόπο εκτέλεσης των εργασιών επιδιόρθωσης του συστήματος ανατροπής.

Όφειλε, ως μέσος συνετός άνθρωπος και δη επαγγελματίας οδηγός να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και, φροντίζοντας για τον εαυτό του, έστω και αν ένοιωθε την πίεση, ως εργαζόμενος, να ολοκληρώσει την εκφόρτωση, να μην εκτελέσει την άνω εργασία, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει τον δεύτερο εναγόμενο, όπως έπραξε κατά την πρώτη βλάβη στις 26-1-2003 και να ζητήσει οδηγίες απ' αυτόν και πολύ περισσότερο όφειλε να αποφύγει την άνω εργασία κάτω από την ανυψωμένη καρότσα...

Η συμπεριφορά του αυτή (αμελής) όπως και η προαναφερόμενη των εναγομένων, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη κανονική πορεία των πραγμάτων, το βαρύτατο επελθόν αποτέλεσμα, όπως και εν τέλει επέφερε. Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων και του παθόντος, κατέληξε ότι το εργατικό ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του οδηγού Δ.

Κ., οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των εναγομένων κατά ποσοστό 80%, του δε παθόντος κατά ποσοστό 20%, δεχόμενο την ουσιαστική βασιμότητα της νόμιμης ένστασης των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού, κατά το άνω ποσοστό και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητάς του... Περαιτέρω δέχθηκε ότι ο θανών ήταν 26 ετών, υγιής και εργατικός, άγαμος, διατηρούσε σχέσεις στοργής και αγάπης με τους γονείς του, την αδελφή του, την γιαγιά, τον παππού, τη γιαγιά...

Ότι όλοι έχουν υποστεί ψυχική οδύνη και δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης για την ανακούφιση του ηθικού πόνου που δοκίμασαν... Ακολούθως, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη: α) τις συνθήκες του ατυχήματος, β) τον αιφνίδιο, από το ατύχημα θάνατο... γ)..., δ) το βαθμό του πταίσματος που βαρύνει τους εναγομένους, αλλά και τον ίδιο τον παθόντα, ε)..., στ)...

έκρινε ότι πρέπει να επιδικαστούν στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης τους τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα: α) της υπαιτιότητας (αμέλειας) των αναιρεσειόντων στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας της παραβιάσεως εκ μέρους τους, του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και της μη λήψης των αναγκαίων και επιβαλλόμενων από το νόμο μέτρων ασφαλείας, υπέρ του παθόντος εργαζομένου που είχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό τις ρηθείσες ιδιότητές τους υποχρέωση να λάβουν, β) του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψής τους αυτής και της επέλευσης του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του εργαζομένου - συγγενούς των εναγόντων και τους καθιστούν συνυποχρέους στην αποκατάσταση, με χρηματική ικανοποίηση, της ψυχικής οδύνης των τελευταίων, γ) της συντρέχουσας στο ίδιο ατύχημα υπαιτιότητας και του οικείου πταίσματος σ` αυτό του θανατωθέντος Δ.

Κ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 16 του ν. 551/1915, άρθρ. 2 παρ. 1 του ΠΔ 395/1994, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών:

α) της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, ως εργοδότριας της πρώτης και προστήσασας το δεύτερο και ως προστηθέντος του δευτέρου ως προς την παράλειψη αυτών να λάβουν τα προαναφερόμενα μέτρα πρόνοιας και ασφαλείας που επιβάλλονταν σ' αυτούς από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, και συνδέονταν αιτιωδώς με την επέλευση του ως άνω ζημιογόνου αποτελέσματος, δικαιολογούσαν δε την παραδοχή της ένδικης αγωγής, από νομικής και ουσιαστικής απόψεως, β) του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος.

Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμα. Η προσαπτόμενη, με τον ίδιο 3ο λόγο, αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα "υποχρέωση των εναγομένων εξ αδικοπραξίας διότι ναι μεν η μετατροπή έγινε την 23-1-2003, κατά τους κεκανονισμένους όρους ασφαλείας, αλλά η επιθεώρηση και έγκριση έγινε την 5-2-2003 και άρα κατά το ατύχημα (29-1-2003) δεν ήταν εγκεκριμένη η εν λόγω μετατροπή" στηρίζεται, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, και δεν ιδρύει τον ρηθέντα αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του αγωγικού δικογράφου, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση και την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου των πρώτου έως και έκτης αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι σ' αυτό διαλαμβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί όλα τα αναγκαία περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, κατά τα ανωτέρω, και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Κατά συνέπεια, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε την αγωγή αυτών ορισμένη και ο περί του αντιθέτου, πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Στην προκειμένη περίπτωση, αβάσιμος είναι ο 2ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ρηθείσα πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη, νομίμως προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δή ότι, η α' αναιρεσείουσα είχε παραχωρήσει κατά χρήση και εκμετάλλευση το εν λόγω όχημα στην ΟΕ "…" στην οποία εταίρος ήταν ο β' αναιρεσείων - σύζυγός της και εκ τούτου η ίδια δεν είχε σχέση με τη χρήση και εκμετάλλευσή του, ώστε ο δεύτερος να έχει "βουλήσει αυτής" ουσιαστική συμμετοχή στην εκμετάλλευσή του και την ευθύνη της συντηρήσεως και παρακολουθήσεως της ασφαλούς λειτουργίας του.

Τούτο δε διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό, με την παραδοχή γεγονότων, αντιθέτων εκείνων που τον συγκροτούν και με συνομολόγηση της α' εναγομένης ότι εκείνη είχε την επαγγελματική εκμετάλλευσή του, χρησιμοποιώντας αυτό για μεταφορές εμπορευμάτων.

Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.) με την αιτίαση ότι αντιθέτως το Εφετείο, έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό των εναγόντων που δεν προτάθηκε απ' αυτούς και δη ότι "βουλήσει της πρώτης" είχε την ως άνω συμμετοχή και ευθύνη ο β' εναγόμενος, είναι απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στον, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 πρώτο αναιρετικό λόγο, καθόσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν την άσκησή του σε βάρος των εναγομένων.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2013 αίτηση για αναίρεση της 101/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ