1076/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1076/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο, (φερόμενο ως καταπατηθέν απ' τους εναγομένους), εδαφικό τμήμα έχει εμβαδό 50,40 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 2-7-04 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Κ., που συνοδεύει την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του, στο οποίο (τοπογραφικό) αποτυπώνεται με τις πλευρές ΔΓ'=37,50μ., ΓΓ'=1,40μ., ΔΤ'=37,50 μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1076 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1076/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Μ. του Α., 2. Ε. συζ. Σ. Μ., το γένος Δ. Δ. και 3. Α. Μ. του Σ., κατοίκων ... . Ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μακρή, οι δε 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Τ. του Γ., 2. Ι. συζ. Ε. Τ., το γένος Φ. Δ. και 3.Ελένης χας Φ. Δ., το γένος Γεωργίου Ράπτη, κατοίκων Αχαρνών Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δαγρέ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6646/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8903/2006 μη οριστική, 1490/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-6-2009 αίτησή τους και με τους από 20-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης, αλλά μόνο ως προς το δεύτερο (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγο της, και την απόρριψή της ως προς τους λοιπούς λόγους, καθώς και την απόρριψη του πρόσθετου λόγου αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου του αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο, (φερόμενο ως καταπατηθέν απ' τους εναγομένους), εδαφικό τμήμα έχει εμβαδό 50,40 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 2-7-04 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Κ., που συνοδεύει την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του, στο οποίο (τοπογραφικό) αποτυπώνεται με τις πλευρές ΔΓ'=37,50μ., ΓΓ'=1,40μ., ΔΤ'=37,50 μ.
και ΔΔ'=1,30μ.. Βρίσκεται στους Αγ. Αναργύρους Αττικής και δη στη θέση "ΠΥΡΓΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ" ή "ΔΕΡΒΙΣΑΓΟΥ" ή "ΔΕΡΒΙΣΑΓΟΥ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ". Εξ ετέρου, όμως, δεν αποδεικνύεται, ότι το παραπάνω επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους επικαλούμενους στο αγωγικό δικόγραφο τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων (.../1990 δωρητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Σταμάτας Μπαρμπαλιά, .../01 διορθωτική πράξη του, .../77 δημόσια διαθήκη της Α.
Δ., .../90 Πράξη αποδοχής της Συμ/φου Αθηνών, ως άνω, Στ. Μπαρμπαλιά, .../30 συμβόλαιο δωρεάς του συμ/φου Αθηνών Ανδρ. Κοκοτάκη, .../70 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αχαρνών Παν/τη Σουρλατζή, 8191/52 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Αχαρνών Νικ. Αποστολάκη, δωρητήριο συμβόλαιο .../19 του συμ/φου Αθηνών Χρ. Χατζησπύρου), παρά τα όσα, αντιστοίχως αντίθετα, υποστηρίζουν αυτοί (ενάγοντες) για την τεκμηρίωση της αγωγής τους.
Αντιθέτως, τούτο (διεκδικούμενο από τους ενάγοντες επίδικο) εμπίπτει εξ ολοκλήρου στους ιδιοκτησιακούς τίτλους των εναγομένων (.../01 πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Ιλίου Μαρίας Πιττού, .../97 Πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμ/φου Αχαρνών Αθανασίας Κεχαγιά και 17467/01 διορθωτική πράξη της), όπως οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν, βασίμως, προβάλλοντας άμυνα κατά της διεκδικητικής βάσεως της αγωγής.
Ο πραγματογνώμονας Κ. καταλήγει κατηγορηματικά στην ανωτέρω διαπίστωση, ότι, δηλαδή, το επίδικο εδαφικό τμήμα (50,40 μ2) "περιλαμβάνεται ολόκληρον" στους τίτλους των εναγομένων. Ο έτερος πραγματογνώμονας (Γ. Ξ.), που αποφάνθηκε ότι το διαφιλονικούμενο ακίνητο "φαίνεται ότι ανήκει καθ' ολοκληρίαν στην ιδιοκτησία των εναγόντων", δεν έπεισε το Εφετείο για την ακρίβεια του περιεχομένου της εκθέσεώς του.
Ειδικότερα, αναβιβάζει την επιφάνεια του επιδίκου σε 53,62 τ.μ. (περισσότερο, δηλαδή, και από την έκταση που διεκδικούν οι ενάγοντες). Τυχόν δε παραδοχή της εν λόγω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης θα προσέκρουε στην ακρίβεια των γεγονότων και, ακόμη, θα διακυβευόταν η ασφάλεια του δικαίου, όπως προπεριγράφηκε και προκύπτει βάσει των τίτλων των διαδίκων, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
Επιπλέον, ο μηχανικός Ξ. μνημονεύει ότι από τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του προκύπτει, ότι "κτίσματα και κατασκευές της ιδιοκτησίας των εναγομένων έχουν καταλάβει λωρίδα της ιδιοκτησίας των εναγόντων μέσου πλάτους περίπου 1,35 μ.". Μνημονεύοντας, όμως, τις λέξεις "περίπου" και "μέσο πλάτος" ο ίδιος αποδυναμώνει την επιβαλλόμενη απόλυτη ακρίβεια και αξιοπιστία της (επιστημονικής) απόψεώς του.
Η αξιοπιστία της πραγματογνωμοσύνης αυτής (του μηχανικού Ξ.) αποψιλώνεται και από το ότι αυτός καταλήγει όχι με κατηγορηματικό τρόπο, αφού προσεγγίζει το ζήτημα, αναφέροντας ότι το επίδικο (κατ' αυτόν 53,62 τ.μ., ως άνω) φαίνεται ότι ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων και δεν αποφαίνεται μετά βεβαιότητος, ότι τούτο εμπίπτει (περιλαμβάνεται) στους τίτλους αυτών (εναγόντων).
Ακόμη, ο ίδιος (εν λόγω μηχανικός-πραγμ/νας) στην περιγραφή της μελέτης του εκθέτει και τα ακόλουθα: "... Στις αεροφωτογραφίες του έτους 1953 φαίνονται οι ιδιοκτησίες Μ. και Φ. Δ., καθώς και οι όμορές τους, το μεταξύ τους όριο είναι ευθεία. Οι αρχικές ιδιοκτησίες Μ. και Φ. Δ. άρχιζαν από τη σημερινή Λεωφόρο Δημοκρατίας και έφθαναν μέχρι τις σιδηροδρομικές γραμμές.
Από τη συσχέτιση των αεροφωτογραφιών του έτους αυτού και της υφιστάμενης κατάστασης προκύπτουν τα εξής: Τα κτίσματα και οι κατασκευές της ιδιοκτησίας των εναγομένων στο βόρειο όριο με την ιδιοκτησία Μ. έχουν καταλάβει λωρίδα της ιδιοκτησίας των εναγόντων πλάτους περίπου 1,35 μ. Αυτό συμβαίνει και με τις προς ανατολάς όμορες ιδιοκτησίες μέχρι την οδό Δελιγιάννη.
Πέραν της οδού Δελιγιάννη οι ιδιοκτησίες έχουν τοποθετηθεί σωστά. Στις αεροφωτογραφίες του έτους 1982...τα μεταξύ των ιδιοκτησιών Μ. και Φ. Δ. όρια δεν φαίνονται υλοποιημένα. Στις αεροφωτογραφίες του έτους 1999 φαίνεται πλέον οριοθετημένη η ιδιοκτησία Μ. στις κανονικές της διαστάσεις. Οι προς ανατολάς της ιδιοκτησίας Τ.-Δ.
όμορες ιδιοκτησίες έχουν καταλάβει λωρίδα της ιδιοκτησίας Μ.. Το μεταξύ ιδιοκτησιών Μ. και Τ.-Δ. όριο είναι υλοποιημένο με μάνδρα είκοσι εκατοστών στη σωστή του θέση. Από τη συσχέτιση των αεροφωτογραφιών του έτους 1999 και αυτών του έτους 1953 προκύπτει ότι το μεταξύ των ιδιοκτησιών Μ. και Τ.-Δ. όριο ορθά έχει τοποθετηθεί".
Η προπαρατεθείσα διατύπωση του πραγματογνώμονα Ξ. (που αποφαίνεται για την ορθή τοποθέτηση του ορίου μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, έχοντας συσχετίσει και ερμηνεύσει και τις αεροφωτογραφίες λήψεως 1953 και 1999, ως άνω).δεν πλήττει πάντως την ορθότητα της πραγματογνωμοσύνης Κ., η οποία προαναφέρεται, παρά το ότι σε αυτήν δεν μνημονεύονται οι εν λόγω αεροφωτογραφίες (των ετών 1953, 1999) μεταξύ των ληφθεισών υπόψη του εν λόγω πραγματογνώμονα (άλλωστε, κατά τους ενάγοντες, η φερόμενη καταπάτηση απ' τους εναγομένους του επίδικου τμήματος, ανήκοντος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους σε αυτούς (ενάγοντες), έγινε το Μάρτιο του 2001).
Από τις σκέψεις, που έχουν προηγηθεί, καταδεικνύεται, ότι: 1) Το επίδικο εδαφικό τμήμα εμπίπτει στους τίτλους των εναγομένων. Τούτο διαπιστώθηκε απ' τον πραγματογνώμονα μηχανικό Κ.. 2) Η πραγματογνωμοσύνη του μηχανικού Ξ. δεν έπεισε το Εφετείο, αφού, όπως προειπώθηκε, αναφέρεται μεν σε σωστό όριο των ιδιοκτησιών, αλλά, παρακατιώντας, λέει, ότι οι εναγόμενοι έχουν καταλάβει στο νότιο όριο της ιδιοκτησίας των εναγόντων περίπου 1,35μ.
εδαφική λωρίδα και 3) Ο ίδιος αυτός πραγματογνώμονας (Ξ.) αποφαίνεται ότι περιλαμβάνεται (ανήκει) στην ιδιοκτησία των εναγόντων επίδικη λωρίδα 53,62 τ.μ., εμφαινόμενη στο τοπογράφημα της πραγματογνωμοσύνης του με τους αριθμούς 6-5-10-9-6 και όχι το εδαφικό τμήμα των τ.μ. 50,40 ,που οι ενάγοντες ζητούν (διεκδικούν) ως δικό τους.
Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται προσθέτως και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Το 1996, όταν οι ενάγοντες περιτοίχισαν την ιδιοκτησία τους με μανδρότοιχο, επεκτάθηκαν κατά 50,40 τ.μ. (όσα και το επίδικο εδαφικό τμήμα) μέσα στην ιδιοκτησία των εναγομένων, που Β. συνορεύει (επί πλευράς ΔΓ=37,50μ., όπως προαναφέρεται) με το οικόπεδο των εναγόντων.
Προσέτι, το Μάρτιο 2001 οι εναγόμενοι, στα πλαίσια οικοδομικών εργασιών μέσα στην ιδιοκτησία τους κατεδάφισαν το μανδρότοιχο αυτόν και επανακατέλαβαν το εριζόμενο τώρα εδαφικό τμήμα. Σημειώνεται, ότι οι παραπάνω οικοδομικές εργασίες των εναγομένων παύθηκαν, γιατί ανακλήθηκε δυνάμει του 10164/1687/13-7-2001 εγγράφου της Δ/νσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας, Τ.
Δυτ. Αθήνας, η 51/99 οικοδομική τους άδεια και η 768/01 αναθεώρηση της, δοθέντος ότι από την πλευρά της οδού Αχελώου και σύμφωνα με το τοπογραφικό της 24/92 Πράξεως Προσκυρώσεως-αναλογισμού υπάρχει προσκυρούμενο τμήμα επιφανείας 24,30 τ.μ., με αποτέλεσμα το οικόπεδο στο οποίο η ανοικοδόμηση να μην έχει πρόσωπο επί της οδού Αχελώου.
Η κρίση του Εφετείου, βέβαιη και ασφαλής, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών (για τη διεκδικητική βάση της αγωγής επί τη βάσει του επικληθέντος παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητος, που μόνον ως προς αυτήν έχει εκκληθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ για την αγωγική βάση της χρησικτησίας (τακτικής, άλλως έκτακτης), καθώς και τη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αρνητική βάση, απορριφθείσα επίσης, δεν υπάρχει λόγος εφέσεως), ενισχύεται και από την πειστική κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, ενώ δεν θα μπορούσε (η κρίση του Δικαστηρίου τούτου) να κλονισθεί και να διαφοροποιηθεί απ' την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, ούτε δε και από τις επιμελεία αυτών δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις, λόγω της ασάφειας, γενικολογίας και, άρα, μη πειστικότητάς τους (μαρτυρικής καταθέσεως-ενόρκων βεβαιώσεων)".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές του το Εφετείο έκρινε, ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ενάγοντες δεν έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (δωρεά κατά τα 2/10 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους δύο πρώτους από αυτούς και κατά το 1/10 εξ αδιαιρέτου στην τρίτη από αυτούς από την Α. θυγατέρα Σ.
Μ., δυνάμει του .../1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτας Μπαρμπαλιά, σε συνδυασμό με την .../2001 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, και κληρονομική διαδοχή κατά τα άλλα 5/10 εξ αδιαιρέτου η τρίτη από αυτούς, δυνάμει της .../1977 δημοσίας διαθήκης της γιαγιάς της Α.
χήρας Δ. Δ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Οικονόμου, αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της για την αποδοχή .../1990 πράξης, σε συνδυασμό με την .../2001 διορθωτική πράξη της ως άνω συμβολαιογράφου Σταμάτας Μπαρμπαλιά, που έχει επίσης νόμιμα μεταγραφεί), ο οποίος - παράγωγος τρόπος - αποτελεί την κύρια βάση της ένδικης - από 31.1.2003 - διεκδικητικής του επίδικου ακινήτου αγωγής τους, ακολούθως δε, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεσή τους (με την οποία είχαν παραπονεθεί για την κύρια αυτή βάση) κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής και, ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, ότι δηλαδή εμπίπτει το τελευταίο τους τίτλους (όχι των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων, αλλά) των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς το ζήτημα αυτό, αφού εκτίμησε - ανέλεγκτα από τον Άρειο Πάγο τόσο τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Κ., όσο και τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα μηχανικού Ξ., μέρος της οποίας παρέθεσε ως άνω, δέχτηκε με σαφήνεια ότι η τελευταία "δεν πλήττει ...την ορθότητα της πραγματογνωμοσύνης Κ. ...
παρά το ότι σε αυτήν δεν μνημονεύονται οι εν λόγω αεροφωτογραφίες (των ετών 1953, 1999)" και κατέληξε με σαφήνεια, επίσης, ότι "το έτος 1996, όταν οι (ήδη αναιρεσείοντες) ενάγοντες περιτοίχισαν την ιδιοκτησία τους με μανδρότοιχο, επεκτάθηκαν κατά 50,40 τ.μ. (όσα και το επίδικο εδαφικό τμήμα) μέσα στην ιδιοκτησία των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγομένων", και ότι "το Μάρτιο 2001 οι (ήδη αναιρεσίβλητοι) εναγόμενοι ...
το επανακατέλαβαν". Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και τον πρώτο - και μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, 1) τη με αριθμό κατάθεσης 57/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε.
Μ. και τα με αριθμούς 1, 2, 3, 7, 9 και 10 τοπογραφικά διαγράμματα που τη συνοδεύουν, που είχε διαταχθεί με την 9609/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε άλλη δίκη και αφορούσε το όλο ακίνητο των αναιρεσειόντων, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη εδαφική λωρίδα, 2) το από Ιουλίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ.
Τ., το οποίο εμφανίζει τη νότια πλευρά του ακινήτου των αναιρεσειόντων ως τεθλασμένη γραμμή, 3) την από 11-12-2004 έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, Χ. Γ., η οποία εντόπισε ασάφειες και ατέλειες της πραγματογνωμοσύνης του Β. Κ. που διατάχθηκε από την 6646/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) το από Φεβρουαρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Γ., που συνοδεύει τη 275/1996 άδεια περιτοίχισης του οικοπέδου των αναιρεσειόντων και 5) το από Οκτωβρίου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα του όλου ακινήτου των αναιρεσειόντων του αρχιτέκτονος μηχανικού Σ. Μ., το οποίο είναι συνημμένο στη 2736/1976 δημόσια διαθήκη της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Α. Δ., δηλαδή έγγραφα, που - με εξαίρεση την ως άνω 57/2001 έκθεση που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι - οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους τίτλους αυτών και των δικαιοπαρόχων τους.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχεία από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμός των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων δεν είναι έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, ώστε ενδεχόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου τους, να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, α) αναφορικά με την από 30-6-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα μηχανικού Γ.
Ξ. και τη συνημμένη σ' αυτή από Μαρτίου 2008 τεχνική έκθεση και φωτοερμηνεία, ότι η έκφραση "περίπου" της έκθεσης για το πλάτος της επίδικης εδαφικής λωρίδας καθιστά ολόκληρο το περιεχόμενο της έκθεσης "μη πειστικό", πράγμα που σημαίνει ότι δέχτηκε για το σύνολο της έκθεσης διαφορετικό περιεχόμενο απ' αυτό που έχει, και β) αναφορικά με τις αεροφωτογραφίες των ετών 1953 και 1...
ότι οι αεροφωτογραφίες αυτές δεν πλήττουν την ορθότητα της πραγματογνωμοσύνης του Β. Κ., πράγμα που σημαίνει ότι δέχτηκε προφανώς διαφορετικά γεγονότα από εκείνα που περιέχονται στις εν λόγω αεροφωτογραφίες, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και των πιο πάνω αεροφωτογραφιών.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, όσον αφορά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γιατί ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όσον αφορά δε τις αεροφωτογραφίες, γιατί με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο αυτών, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.6.2009 αίτηση των: 1) Σ. Μ. του Α. και Ε. κ.ά. για αναίρεση της 1490/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τον από 16.12.2010 πρόσθετο λόγο της.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ