1076/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1076/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β) Ό τι η ίδια διάταξη, όπως προκύπτει από την α διάστικτη διατύπωσή της ("μισθωτοί εν γένει ..."), έχει εφαρμογή και στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου όταν αυτές λύνονται με τις προϋποθέσεις της, μετά από καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη ή τον εργαζόμενο για σπουδαίο λόγο(άρθρο 672 ΑΚ), καταγγελία που έγινε πριν από το συμβατικό χρόνο λήξεως της συμβάσεως (πρβλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1076 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1076/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ν. Σ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Παναγιώτου, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 23-05-201 δήλωση για παράσταση του άρθρου 242παρ 2ΚΠολΔ και παρίσταται αυτοπροσώπως .
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας - Ανώνυμη Μεταφορική , Τουριστική και Εμπορική εταιρία" , που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-07-2007 και 10-07-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Επί των αγωγών εκδόθηκε η 422/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 957/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 5-05-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955,το οποίο προστέθηκε με την παρ.4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/1957,όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σ' όλες τις περιπτώσεις αυτές, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%,οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως την οποία δικαιούνται κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
Για την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη, στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους μισθωτούς, αποζημίωση εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955,καθώς και από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 ..., όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, και από το β.δ/μα της 16/18 Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 "περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων" και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση".
Περαιτέρω, κατά την παρ.2 του άρθρου 5 του ως άνω ν. 435/1976, "προκειμένου περί μισθωτών ασφαλισμένων σε άλλο, πλην του ΙΚΑ, Οργανισμό κύριας ασφαλίσεως, ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρ.1 του παρόντος νοούνται οι για τους ασφαλισμένους το ΙΚΑ προβλεπόμενες τέτοιες". Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις συνάγεται:
α) Ότι το άρθρο 8 εδ.β' του ν. 3198/1955 όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 5 παρ 1 του ν. 435/1976,έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου (ανεξάρτητα αν πρόκειται για έγκυρη ή άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση εργασίας),στις οποίες, για τη διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο την καινοτομία ότι μειώνει την οφειλόμενη αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη όταν ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, ενώ παράλληλα, για πρώτη φορά, ιδρύει δικαίωμα λήψεως της ίδιας μειωμένης αποζημιώσεως από τον εργαζόμενο όταν, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του.
β) Ό τι η ίδια διάταξη, όπως προκύπτει από την α διάστικτη διατύπωσή της ("μισθωτοί εν γένει ..."), έχει εφαρμογή και στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου όταν αυτές λύνονται με τις προϋποθέσεις της, μετά από καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη ή τον εργαζόμενο για σπουδαίο λόγο(άρθρο 672 ΑΚ), καταγγελία που έγινε πριν από το συμβατικό χρόνο λήξεως της συμβάσεως (πρβλ.
ΟλΑΠ 26/1992). γ) Ότι μόνη προϋπόθεση της αξιώσεως του μισθωτού για καταβολή της οριζόμενης ως άνω μειωμένης αποζημιώσεως αποτελεί η συνδρομή στο πρόσωπο αυτού των προϋποθέσεων της συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος από το ΙΚΑ. Έτσι, όταν χορηγηθεί στο μισθωτό από τον ασφαλιστικό οργανισμό σύνταξη λόγω γήρατος, ο υπόχρεος στη καταβολή της ανωτέρω μειωμένης αποζημιώσεως δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη συνδρομή στο πρόσωπο του δικαιούχου των νόμιμων προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησή του λόγω γήρατος.
Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 6 του ν. 2112/1920,"μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του β.δ.16/18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του ν.3514/1928. Παρόμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ.1 και 2 του π.δ. 572/1988 με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι υφίστανται αυτές κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης διότι αν είχαν λήξει νόμιμα (π.χ.
θάνατος, οικειοθελής αποχώρηση, καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη κλπ) τότε δεν επέρχεται μεταβίβαση. Επομένως στην περίπτωση αυτή ο χρόνος υπηρεσίας για το καθορισμό της ως άνω αποζημιώσεως θα υπολογιστεί από την αρχική πρόσληψη, η δε αποζημίωση θα βαρύνει εξ ολοκλήρου τον τελευταίο εργοδότη. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθ ρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ),ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εισπράκτορας, η οποία διήρκεσε μέχρι τις 22-4-2007 οπότε απεχώρησε λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής του από το ΙΚΑ ... .
Κατά την αποχώρησή του η εναγομένη του κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 9603 ευρώ, λαμβάνοντας ορθά για τον υπολογισμό αυτής ως χρόνο έναρξης της εργασιακής σύμβασης την 27-2-1989. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί, στις 29.5.1971, από τον νόμιμο εκπρόσωπο του ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας, στην θέση του οποίου ως καθολικός διάδοχος υπεισήλθε η εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως έκτακτος (εφεδρικός) εισπράκτορας των λεωφορείων, που ήταν εντεταγμένα στη δύναμη του προαναφερομένου ΚΤΕΛ.
Στη συνέχεια απασχολήθηκε με την ιδιότητα του αυτή, δυνάμει αλλεπαλλήλων συμβάσεων εργασίας διάρκειας εκάστης(σύμβασης)το πολύ έξι μηνών, μέχρι και στις 17/1/1978, οπότε λόγω τραυματισμού του, εξαιτίας της σύγκρουσης του λεωφορείου, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του εισπράκτορα, με φορτηγό αυτοκίνητο έπαυσε να απασχολείται στο ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας και η εργασιακή σχέση του με το τελευταίο έληξε. Τα ανωτέρω έγιναν δεκτά τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 7437/1987 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία επικυρώθηκε με αντικατάσταση εν μέρει της αιτιολογίας της), με την αρ. 1203/1988 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 2/4/ 1987 αγωγής του ενάγοντος κατά του δικαιοδόχου της εναγομένης ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας, με την οποία αυτός, ισχυριζόμενος ότι η συνδέουσα αυτόν και το ΚΤΕΛ, εργασιακή σύμβαση ήταν αορίστου διαρκείας και ότι εργάστηκε σ' αυτό από το έτος 1971 έως 17/9/1978, οπότε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και εξαιτίας αυτής κατέστη ανίκανος και επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ, ότι με την απόφαση 15/1987 της Α.Υ.Ε του ΙΚΑ Πατρών και την 349/1987 απόφαση του Δ/ντή του ΙΚΑ κρίθηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 25% από 1. 1.1987 έως 31.12.1988 και δεν είναι πλέον ανάπηρος κατά την έννοια του νόμου και ότι μετά την προαναφερόμενη απόφαση ζήτησε από το ως άνω νομικό πρόσωπο την εκ νέου ανάθεση της εργασίας του πλην όμως, αυτό αρνήθηκε, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας είχε υποχρέωση να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να καταδικαστεί τούτο στην καταβολή σ' αυτόν, για μισθούς υπερημερίας, 458.875 δρχ. Το δεδικασμένο που παράγεται από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση καταλαμβάνει και την προκειμένη υπόθεση ως προς τον νομικό χαρακτήρα της μέχρι 7/9/1978 εργασιακής σχέσεως μεταξύ του ενάγοντος και του ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας, δεκτής καθισταμένης της σχετικής ένστασης της εναγομένης, η οποία υποβλήθηκε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προς υπεράσπιση αυτής κατά της ασκηθείσας αντέφεσης του ενάγοντος και συνεπώς ορθά η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της για τον καθορισμό του ύψους της δικαιούμενης από τον ενάγοντα αποζημιώσεως, τον χρόνο εργασίας του από το έτος 1971 έως 1978, αφού, όπως κρίθηκε μετά δυνάμεως δεδικασμένου, η συνδέουσα αυτόν και το ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας εργασιακή σχέση έληξε με την αποχώρησή του από την υπηρεσία του, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το έτος 1978 και έκτοτε έπαυσε να είναι αυτή ενεργός». Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον, όταν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, έλαβε χώρα η αλλαγή στο πρόσωπο του εργοδότη, ήδη είχε λήξει η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος με τον αρχικό εργοδότη του (ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας), με συνέπεια να μη δικαιούται αυτός να ζητεί να υπολογισθεί στον καθορισμό της αποζημίωσης απόλυσης και το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του σ' αυτόν (αρχικό εργοδότη). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση που έκρινε την ύπαρξη ή μη ενός δικαιώματος, με βάση συγκεκριμένες διατάξεις αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη που διεξάγεται μεταξύ των αυτών διαδίκων και έχει ως αντικείμενο το ίδιο δικαίωμα.
Εάν όμως εκδοθεί στη νέα δίκη τελεσίδικη απόφαση που έχει για οποιοδήποτε λόγο αντίθετο περιεχόμενο σχετικά με την ύπαρξη ή μη του κριθέντος στην προηγούμενη δίκη δικαιώματος, δημιουργούνται αντιφατικά δεδικασμένα, η σύγκρουση των οποίων δεν μπορεί να αρθεί όταν οι αντίθετες αποφάσεις δεν υπόκεινται πλέον σε αναίρεση ή αναψηλάφηση.
Στην περίπτωση αυτή επικρατεί η άποψη ότι, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 544 αριθ. 1, 545 παρ.3α και 549 παρ.2 του ΚΠολΔ, που ορίζουν αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση αναψηλαφήσεως προς εξαφάνιση της δεύτερης αποφάσεως, υπερισχύει το δεδικασμένο που παράγεται από την δεύτερη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, και σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα ανελέγκτως και τα εξής: "Επίσης, αποδείχθηκε ότι πριν από την έκδοση της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης είχε εκδοθεί μεταξύ των ιδίων ως άνω διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η 2061/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη με τη μη άσκηση ενδίκου με σου κατ' αυτής ... .
Με την απόφαση αυτή, κρίθηκε παρεμπιπτόντως ότι η συνδέουσα από το έτος 1969, τον ενάγοντα και το εναγόμενο ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας σχέση, είχε τη νομική μορφή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Δεδομένου όμως, ότι οι δύο ως άνω αποφάσεις, κατά των οποίων δεν χωρεί πλέον αναίρεση ή αναψηλάφηση, παράγουν αντιφατικό δεδικασμένο, υπερισχύει το δεδικασμένο που παράγεται από τη νεώτερη ως άνω με αρ. 7437/1987, επικυρωθείσα με την υπ' αριθ. 1203/1988 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, σύμφωνα με τα προεκθέντα στη μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος, ότι υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την άνω με αρ. 2061/1980 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ως προς το νομικό χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν απέρριψε παρά το νόμο τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (αντένσταση) περί ύπαρξης δεδικασμένου από την προδιαληφθείσα 2061/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη, σε σχέση με το νομικό χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, ως τέτοιας αορίστου χρόνου και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει, η νέα αυτή δίκη να αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και να στηρίζεται στη ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό κλπ.
της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτίθεται στη προηγηθείσα στην αρχή σκέψη, δεν θεμελιώνεται όταν ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος. Επίσης ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το Εφετείο έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό και το απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, και κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται αυτός, προβάλλει ο αναιρεσείων την αιτίαση ότι το Εφετείο αγνόησε τον ισχυρισμό του, περί της ύπαρξης δεδικασμένου, πηγάζοντος από την 537/1978 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ως προς το ότι η σύμβαση που είχε καταρτίσει αυτός με το ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας, στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχος η αναιρεσίβλητη, το 1971 και μέχρι το 1978,ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και συνεπώς εξακολουθούσε να είναι ενεργός και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κριθείσα ως τέτοια από το γεγονός της μεταξύ τους κατάρτισης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας εξάμηνης διάρκειας, που υπερίσχυε αυτού (δεδικασμένου) που απέρρεε από τη νεώτερη 2061/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που κατέστη τελεσίδικη με τη 1203/1988 απόφαση του Εφετείου Πατρών και με τις οποίες κρίθηκε τελεσιδίκως και αμετακλήτως ότι οι συμβάσεις εργασίας που κατάρτισε αυτός (αναιρεσείων) με το ως άνω ΚΤΕΛ κατά το διάστημα από 1971 έως και το 1978,ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα εξάμηνης διάρκειας και ό τι η εργασιακή του σχέση με την μορφή αυτή έληξε οριστικά το έτος 1978 συνεπεία σοβαρού τραυματισμού του, που προήλθε από σύγκρουση του λεωφορείου στο οποίο εργαζόταν ως εισπράκτορας.
Πλην ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος και ενάγοντος, που συνιστά αντένσταση στον ισχυρισμό περί δεδικασμένου που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη και εναγομένη, ήταν μη νόμιμος για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, ότι δηλαδή το δεδικασμένο από τις προαναφερθείσες νεώτερες δικαστικές αποφάσεις υπερίσχυε αυτού που απέρρεε από την ανωτέρω παλαιότερη απόφαση, για το λόγο αυτό το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να τον λάβει υπόψη και να απαντήσει και ως εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης και κατά το εκτεθέν μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος λόγος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του έλαβε υπόψη τον φερόμενο ως αγνοηθέντα περί δεδικασμένου ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ότι υπερισχύει το δεδικασμένο των νεώτερων αποφάσεων και συγκεκριμένα της 2061/1980 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και της 1203/1988 απόφασης του Εφετείου Πατρών και σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα της φύσης της εργασιακής σχέσης του αναιρεσείοντος με το ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας κατά το διάστημα από 1971 έως και 1978 και περί του ότι αυτή έπαυσε να είναι ενεργός το έτος 1978. Επειδή, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων των διαδίκων, την 7643/22.10.2007 ένορκη βεβαίωση του Χ.
Τ., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών, Θεοδώρας Μεταξά-Μαντά) και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και πάλι, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και το έγγραφο που αναφέρεται στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης(τρίτο μέρος), την 537/1978 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Συνεπώς, κατά το τρίτο μέρος του, που προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός (δεύτερος), ως αβάσιμος. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ.β' και γ' του Ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ.4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/ 1976, ορίζονται τα εξής:
Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%,οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955,καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920,πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2556/1997,του οποίου η ισχύς άρχισε από 24-12-1997, οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά-υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του Α.Ν 173 /1967.
Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει όχι μόνο τις εκκρεμείς δίκες ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, όπως ρητά προβλέπεται από την ίδια διάταξη, αλλά και όσους δεν είχαν ασκήσει τη σχετική αγωγή πριν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, αν κατά τον χρόνο αυτό δεν είχε συμπληρωθεί η εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία της αξιώσεώς τους, διότι ο αποκλεισμός της αναδρομικότητας της διατάξεως αυτής, για όσους δεν είχαν ασκήσει αγωγή πλήρους αποζημιώσεως μέχρι την έναρξη ισχύος της, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού δεν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (Ολ.Α.Π. 19/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967,σε όσες περιπτώσεις εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, στις οποίες συγκαταλέγονται και τα ΚΤΕΛ (Ολ.Α.Π. 18/2003), η οφειλόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., το οποίο μετά την αναπροσαρμογή του με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 ανήλθε στο ποσό των 1.500.000 δρχ. (και με το άρθρο 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003 στο ποσό των 15.000 ευρώ).
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι στα υπεραστικά ΚΤΕΛ, των οποίων η σύμβαση εργασίας λύεται με συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, δικαιούνται (οι επικουρικώς ασφαλισμένοι) την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, όπως εξειδικεύθη κε αυτή με το άρθρο 30 του Ν. 2556/1997 σε ποσοστό 40%,αφού με την τελευταία διάταξη ήρθη ο περιορισμός της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας στο ποσό των 1.500.000 δρχ.
για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ και συνεπώς, εφόσον συντρέχουν κατά τον Ν. 2112/1920 οι προϋποθέσεις μεγαλύτερης του ποσού αυτού αποζημιώσεως, οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αποζημίωση (Ολ.ΑΠ 41/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία την 28-2-1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε ως εισπράκτορας μέχρι την 23-4-2007,οπότε και αποχώρησε λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ. Η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 9.603 ευρώ, δηλαδή το 40% της πλήρους αποζημιώσεως που ορίζεται από τον Ν. 2112/ 1920, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955,όπως ισχύει. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 του Ν. 2556/1997 και 8 του Ν. 3198/ 1955, αφού με την πρώτη από τις παραπάνω δια τάξεις ήρθη για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ ο περιορισμός του ανωτάτου ορίου αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και δεν εθίγη το ποσοστό της αποζημιώσεως του 40% ή 50% για τους επικουρικώς ή μη ασφαλισμένους αντίστοιχα, που προβλέπονται από το άρθρο 8 του Ν. 3198/1955 και το οποίο, σε περίπτωση που υπερβαίνει το ποσό των 1.500.000 δρχ., που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, καταβάλλεται ολόκληρο, όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-12-2009 αίτηση για αναίρεση της 957/ 2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ