Legislator Case Law & Legislation
1076/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence documents and factual evaluation.

Case Number 1076/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's labor compensation decision. The appellant argued that the lower court distorted evidence and failed to address specific claims, but the Court ruled that the contested documents were procedural rather than substantive evidence. Furthermore, the Court determined that the lower court's findings on employment duration and salary calculations were based on a correct evaluation of the facts and did not constitute a legal error warranting annulment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 20 KPolD; Art. 339, 432 KPolD: Documents defining the grounds for annulment under Art. 559 no. 20 KPolD are substantive evidence, not procedural records; therefore, claims of distortion regarding procedural minutes or pleadings are inadmissible, and annulment requires a diagnostic error in reading the document, not a disagreement with the court's factual evaluation.

Keywords

AI generated
annulment appeal procedural documents substantive evidence factual evaluation labor compensation diagnostic error inadmissible grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 20 KPolD
Art. 339 KPolD
Art. 432 KPolD
Art. 1 § 1 no. 1346/1983
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του α.ν.
Art. 2 § 7 no. 2639/98

Cited Case Law

AI generated
ΣΣΕ 14-7-2003
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις, 2 § 7 ν.2639/98, της ΣΣΕ 14-7-2003, της ΔΑ 31/2004, της ΣΣΕ 22-7-2005, 3 της 19040/1981 Απ.
ΔΑ 31/2004
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις, 2 § 7 ν.2639/98, της ΣΣΕ 14-7-2003, της ΔΑ 31/2004, της ΣΣΕ 22-7-2005, 3 της 19040/1981 Απ.
ΣΣΕ 22-7-2005
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις, 2 § 7 ν.2639/98, της ΣΣΕ 14-7-2003, της ΔΑ 31/2004, της ΣΣΕ 22-7-2005, 3 της 19040/1981 Απ.
19040/1981 Απ. Υπ. Οικονομικών και Εργασίας
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις, 2 § 7 ν.2639/98, της ΣΣΕ 14-7-2003, της ΔΑ 31/2004, της ΣΣΕ 22-7-2005, 3 της 19040/1981 Απ. Υπ. Οικονομικών και Εργασίας, 2 § 1 του α.ν.
α.ν. 539/1945
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ν.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1076 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1076/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χατζηαναγνώστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπαλασούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 18-1-2007 ανταγωγή δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 639/2008 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 19-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339, 432 και επ. του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα, όχι δε και τα διαδικαστικά. Έτσι, δεν είναι έγγραφο, με την έννοια αυτή, η αγωγή, η έφεση και τα πρακτικά (κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, κατά το σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης κατά το μέρος που περιέχουν την κατάθεση της μάρτυρα ΑΑ, του εφετηρίου της αναιρεσείουσας και της ένδικης αγωγής, κρίνεται απαράδεκτος, διότι τα εν λόγω έγγραφα είναι διαδικαστικά της προκείμενης δίκης και ως τέτοια δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με μέρος του ίδιου λόγου αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της από 8-5-06 Α' Έκθεσης Επιτόπιου Ελέγχου του ΙΚΑ, δεχόμενο ότι το περιεχόμενό της σχετικά με το χρόνο εργασίας της αναιρεσίβλητης δεν προέρχεται από την τελευταία παρά την υπογραφή της αλλά από την αναιρεσείουσα και β) των αναφερόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη ένορκων βεβαιώσεων , με την παράλειψη περικοπών τους περί του χρόνου και του τρόπου εργασίας της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το άνω μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του για τα ανωτέρω ζητήματα κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων (μάρτυρες και άλλα έγγραφα) και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα, δεν υπέπεσε, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων αλλά, συνεκτιμώντας αυτά με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, στις υποθέσεις που δικάζονται με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας εφαρμόζεται το άρθρο 671 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Έτσι, στις δικαζόμενες με την εν λόγω ειδική διαδικασία διαφορές, το δικαστήριο αποδεσμεύεται από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 393 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και μπορεί να στηρίξει την κρίση του σε αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και, επομένως, στη διαδικασία αυτή επιτρέπονται και μάρτυρες ακόμα και αν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης μαρτυρικής αποδείξεως κατά τις διατάξεως των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ ή άλλου νόμου.

Κατά το ίδιο άρθρο 671 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης υποχρεούται να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, καθόσον η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη αλλά ανυπόστατη και, συνεπώς, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε και ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και με τον τίτλο "Βελτίωση σχέσεων κράτους - πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατίας", γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με το σκοπό του τίτλου της προκύπτει, ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, η κατά την παραπάνω διάταξη υπεύθυνη δήλωση τρίτου δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου μπορεί να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987).

Τέλος, με το άρθρο 261 ΚΠολΔ "κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση, είναι η μη αμφισβήτηση απ' αυτόν του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.

Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν έχει εφαρμογή το άρθρ. 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συναγάγει ομολογία, παρά την ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού από τον διάδικο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 11 περ.

β' ΚΠολΔ, δηλ. της παρά το νόμο λήψης απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε. Πάντως, από τη γενική αναφορά της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας στα "όσα ο εναγόμενος συνομολόγησε", δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη ομολογία για την απόδειξη συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν ...

όπως μερικά από αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ..." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εξής έγγραφα: Την από 1-6-2004 αναγγελία πρόσληψης μερικής απασχόλησης μισθωτού υποβληθείσα στο Παράρτημα του ΙΚΑ στην ..., τον από 15-11-2005 Πίνακα Προσωπικού του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης, αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις της αναιρεσείουσας στο ΙΚΑ, το ειδικό βιβλίο καταχώρησης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού του ΙΚΑ και την από 8-5-2006 Έκθεση Επιτόπιου Ελέγχου του ΙΚΑ.

Επομένως, ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 30-5-2007 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 196/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή από 27-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρα ΑΑ για την απόδειξη της πρόσληψης της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα, καθώς επίσης και την ένορκη βεβαίωση του ΒΒ, δεν υπέπεσε στο σφάλμα του άρθρου 559 αριθ. 11 α' του ΚΠολΔ και γι' αυτό είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τη διάταξη αυτή.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. .../17-1-2007, .../17-1-2007 και .../17-1-2007 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στον Ειρηνοδίκη Λάρισας. Όμως, όπως με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου βεβαιώνεται, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν λήφθηκαν υπόψη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι είχαν ληφθεί μετά προηγουμένη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης.

Και ,ακόμη, όπως με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου βεβαιώνεται, οι ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .../19-1-2007 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας λήφθηκαν υπόψη, διότι αποδείχθηκε ότι είχαν ληφθεί μετά προηγουμένη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης- αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αρ. 11 γ' ΚΠολΔ μέρος του είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 17-1-2007 υπεύθυνη δήλωση της ΔΔ, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, προς απόδειξη ότι η αναιρεσίβλητη παρέδιδε μαθήματα από το Σεπτέμβριο 2003 μέχρι την οικειοθελή αποχώρησή της από το φροντιστήριο της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση τρίτου δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, αφού έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην προκείμενη δίκη.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο με την παραδοχή ότι "αυτή εργαζόταν στο φροντιστήριό της ως καθηγήτρια από το Σεπτέμβριο του 2002, αφού τελικά κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης η ενάγουσα εγκατέλειψε την προσπάθεια αυτή (την προετοιμασία της ως μαθήτριας της εναγομένης για απόκτηση CAMBRIDGE PROFICIENCY), ενώ συνέχιζε να εργάζεται σ' αυτήν" δέχθηκε την ύπαρξη ομολογίας της σχετικά με το γεγονός ότι η ενάγουσα εργαζόταν σ' αυτήν και πριν τις 31-12-2002.

Ωστόσο, από την ανωτέρω παραδοχή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει ότι την απόδειξη της εργασίας της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα από το Σεπτέμβριο του 2002 στήριξε το Εφετείο σε ομολογία της τελευταίας για το ως άνω γεγονός. Αντιθέτως, προκύπτει ότι την προαναφερόμενη κρίση στήριξε η αναιρεσιβαλλομένη στη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπόψη, πλην των άλλων μνημονευομένων εκεί αποδεικτικών μέσων, και "τις επιμέρους ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται έμμεσα από τις προτάσεις τους (άρθρ. 261 ΚΠολΔ)".

Από τη γενική αυτή αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη τέτοια ομολογία για την απόδειξη συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού και μάλιστα του ισχυρισμού της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί προσλήψεως της τελευταίας την 1-9-2002. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το σχετικό μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ.2 του αυτού Κώδικα), από τις οποίες προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της ομολογίας, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη δημόσιων εγγράφων, με τα οποία αποδεικνυόταν η πρόσληψη της αναιρεσίβλητης την 1-6-2004 ως ωρομίσθιας μερικής απασχόλησης, είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης ιδρύονται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο από τον αρ. 1 και πέμπτο από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει, αντίστοιχα, τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο αφενός παραβίασε το άρθρο 393 § 2 ΚΠολΔ και αφετέρου αναιτιολόγητα έκρινε ότι οι προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "έγιναν επίτηδες για να χρησιμεύσουν ως μαρτυρία στην προκείμενη δίκη".

Οι λόγοι όμως αυτοί είναι απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι οι πιο πάνω διατάξεις δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

ΙΙΙ.- Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου, τούτο δε συμβαίνει και στην περίπτωση της παροχής εργασίας από εργαζόμενο που δεν έχει τα απαιτούμενα, κατά νόμο, για τη συγκεκριμένη εργασία τυπικά προσόντα.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (ΟλΑΠ 23/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει από το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή, με την οποία ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβλήθηκε.

Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά (νομική αοριστία), οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Αν τυχόν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά σ' αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική αοριστία) ή έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα (ποσοτική αοριστία), τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 27-10-2006 αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι την 1-9-2002 συνήψε με την εναγομένη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως καθηγήτρια Αγγλικής γλώσσας σε μαθητές του φροντιστηρίου που η τελευταία διατηρεί στην πόλη της ...

του Ν. ... . Ότι σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στην εναγομένη τέσσερις ημέρες την εβδομάδα επί 6 διδακτικές ώρες κάθε ημέρα μέχρι τις 11-5-2006, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών, επιδόματα αδειών και αποζημίωση λόγω απόλυσης κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας αυτής και επικουρικά, για την περίπτωση που θα θεωρηθεί άκυρη η σύμβασή της, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το Εφετείο Λάρισας έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, αφού αναφέρεται σ' αυτήν ο χρόνος της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας και το είδος της παρεχόμενης από αυτήν εργασίας. Επίσης, έκρινε ότι είναι ορισμένη και ως προς την επικουρική βάση της, διότι η μη επίκληση του λόγου ακυρότητας της σύμβασης δεν καθιστά την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, αόριστη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί το άρθρο 904 ΑΚ για τη θεμελίωσή της, το οποίο και δεν παραβίασε (ούτε παραβίασε τα άρθρα 183 και 300 ΑΚ), ούτε έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ν. 1346/1983, για να αποκτήσει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, απαιτούνται δύο βασικές προϋποθέσεις: 1) Η ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας και 2) η συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση, που θεωρείται ως βασικός χρόνος ίδρυσης του δικαιώματος.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις αποτελούν και τα στοιχεία της αγωγής για τη χορήγηση της άδειας και την καταβολή των αποδοχών και του επιδόματός της, που είναι παρακολούθημα της άδειας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, σ' αυτήν αναφέρονται τα παραπάνω στοιχεία και, επομένως, το Εφετείο Λάρισας που έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και ως προς το κονδύλιο του επιδόματος αδείας, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί η προαναφερόμενη διάταξη για τη θεμελίωσή του, την οποία και δεν παραβίασε, ούτε έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα.

Συνεπώς, οι σχετικοί, ενιαία κρινόμενοι, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος έβδομος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΙV.- Η καταγγελία ως μονομερής και απευθυντέα δήλωση βουλήσεως ολοκληρώνεται αμέσως μετά την περιέλευσή της στον αντισυμβαλλόμενο και από το χρονικό εκείνο σημείο επιφέρει τα κατά νόμο αποτελέσματά της. Τούτο σημαίνει ότι από το χρονικό εκείνο σημείο και εφεξής αποκλείεται και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα η τυχόν ανάκλησή της, εκτός αν η τελευταία περιήλθε στον αντισυμβαλλόμενο πριν του γνωστοποιηθεί η καταγγελία ή ταυτόχρονα με αυτήν (ΑΚ 168), καθώς επίσης και στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος συναινεί σ' αυτήν (δηλαδή στην ανάκληση).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, σε τρόπο ώστε αυτή να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Η ενάγουσα την 1-9-2002 προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως καθηγήτρια της αγγλικής γλώσσας στους μαθητές του φροντιστηρίου που η εναγομένη διατηρεί στην Αγιά Λάρισας.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα εργάσθηκε ως καθηγήτρια ξένης γλώσσας στο ως άνω φροντιστήριο, παραδίδοντας μαθήματα αγγλικών σε μαθητές που της υποδείκνυε η εναγομένη, η οποία είχε την επίβλεψη και διεύθυνση ως προς τον τόπο, χρόνο και κυρίως τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος. Παρείχε δε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη με την ως άνω ιδιότητα μέχρι 11-5-2006, οπότε η τελευταία την απέλυσε.

Την κρίση του το Δικαστήριο, για το ότι ο χρόνος πρόσληψης της ενάγουσας ήταν την 1-9-2002 και όχι την 1-9-2004, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, στηρίζει κυρίως στην μάρτυρα της ενάγουσας ΑΑ, η οποία κατέθεσε ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε το Σεπτέμβριο του 2002 και αυτή την έπαιρνε καθημερινώς από τη δουλειά. Η κατάθεση της ως άνω μάρτυρα δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και δη από την κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης ΕΕ, της οποίας η κατάθεση δεν κρίνεται πειστική, αφού τελεί σε επαγγελματική εξάρτηση από την εναγομένη.

Ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια η ενάγουσα δήλωσε στον επιθεωρητή του ΙΚΑ , κατά τον έλεγχο που έκανε στο φροντιστήριο της εναγομένης στις 8-5-2006, ότι προσελήφθη από την εναγομένη το έτος 2004, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, αφού η ως άνω μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε ότι ο υπάλληλος του ΙΚΑ που διενήργησε τον πρώτο έλεγχο, δεν ρώτησε την ίδια σχετικά αλλά την εναγομένη αργότερα και, ακολούθως, συμπλήρωσε το σχετικό φύλλο επιθεώρησης και έτσι για το λόγο αυτό του επιβλήθηκε πρόστιμο από τον προϊστάμενό του.

Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1- 4-2004, που αποτελεί και λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ... . Τέλος, από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι αιτία της απολύσεώς της υπήρξε το γεγονός ότι στις 11-6-2005 διενεργήθηκε έλεγχος από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ (τμήμα εσόδων) στο φροντιστήριο της εναγομένης και η ενάγουσα που βρισκόταν εκεί δήλωσε τις ώρες που απασχολούνταν, ως και το χρόνο πρόσληψής της, γεγονός το οποίο είχε δυσμενείς επιπτώσεις σε βάρος της επιχείρησης της εναγομένης, καθόσον η τελευταία δεν είχε ασφαλίσει την ενάγουσα για το διάστημα από 9/2002 έως 5/2004, ενώ την ασφάλισε με λιγότερες ημέρες εργασίας (Τετάρτη και Παρασκευή για 3 διδακτικές ώρες συνολικά) για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος της η υπ' αριθμ. .../2006 ΠΕΕ-χρηματικού καταλόγου του ΙΚΑ ...

ποσού 17.594,18 ευρώ ... . Η εναγομένη στις 17-5-2006 απέστειλε εξώδικη πρόσκληση που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα, με την οποία την καλούσε να προσέλθει στην εργασία της , δηλαδή μετά την από 16-5-2006 πρόσκληση που δέχθηκε η ίδια από την αρμόδια επιθεωρήτρια του σώματος επιθεώρησης εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την επίλυση της διαφοράς ενώπιόν της , όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα της εξωδίκου, και για να διασκεδάσει προφανώς τις εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν από το ότι η προσφεύγουσα ενώπιον των ως άνω οργάνων (ενάγουσα) έκανε λόγο για καταγγελία της συμβάσεως.

Κατά τα ανωτέρω η ενάγουσα δικαιούται και αποζημίωση απόλυσης που ανέρχεται στο ποσό των 1436,68 ευρώ. Ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας της αγωγής της είναι καταχρηστική, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, και ο σχετικός ισχυρισμός της, που αποτελεί και λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η ανταγωγή, με την οποία η εναγομένη ζητούσε να της καταβάλει η ενάγουσα- αντεναγομένη το συνολικό ποσό των 195,12 ευρώ ως αποζημίωση λόγω απροειδοποίητης λύσης της σχέσης εργασίας, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η δε αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.264,284 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ, που δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, διότι δεν πρόκειται για καταγγελία εργασιακής σύμβασης για σπουδαίο λόγο και με την οποία δεν ασχολήθηκε το Εφετείο, 281 ΑΚ και 4 ν. 2112/1920, ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Επομένως, οι ενιαία κρινόμενοι έκτος, δέκατος, κατά ένα μέρος, εντέκατος, κατά ένα μέρος, δέκατος τρίτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, πέραν της αοριστίας του λόγου για την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρ. 281 ΑΚ, λόγω μη αναφοράς της επικλήσεως από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο και του τρόπου της επικλήσεως των περιστατικών που συνιστούν την επικαλούμενη με το αναιρετήριο κακόβουλη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.

V.- Όταν η σύμβαση είναι άκυρη (άρθρ. 3, 174, 180 ΑΚ), ακυρότητα η οποία, επειδή αφορά στη δημοσία τάξη, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ο εργαζόμενος διατελεί με τον εργοδότη σε απλή σχέση εργασίας και δικαιούται να αξιώσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας, που αποκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία του.

Η ωφέλεια αυτή, αποτιμωμένη, συνίσταται στον μισθό, που θα κατέβαλλε ο εργοδότης δυνάμει έγκυρης συμβάσεως εργασίας σε άλλον μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις, που θα δικαιούταν αυτός εάν συνήπτε έγκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπο τους ιδιαιτέρων περιστάσεων και ειδικότερα, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του εργαζομένου που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως.

Ο απασχολούμενος μισθωτός με τέτοια σχέση εργασίας έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, ενώ δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα εορτών και αδείας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς διά των εκκλήτων προτάσεων προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης, από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Τέλος, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, εκτός των όσων παραπάνω αναφέρθηκαν, και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εργαζόταν από 1/9 έως και 31/5 εκάστου διδακτικού έτους. Ειδικότερα, μέχρι 31-5-2005 επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) για πέντε (5) διδακτικές ώρες ( 50 λεπτά η ώρα) την ημέρα, ήτοι από 14.00 έως 18.30' με ενδιάμεσα σύντομα διαλείμματα και συνολικά για είκοσι πέντε (25) ώρες την εβδομάδα (5 ημέρες Χ 5 ώρες) και ακολούθως από 1-9-2005 μέχρι 20-5-2006 επί τέσσερις (4) μέρες την εβδομάδα (Δευτέρα-Παρασκευή πλην της Τρίτης) για πέντε ώρες κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, ήτοι από 14.00 έως 18.30'και τρεις (3) ώρες κάθε Πέμπτη , ήτοι από 14.00 έως 17.15' και συνολικά για δεκαοκτώ (18) ώρες την εβδομάδα ( 3 ημέρες επί 5 ώρες συν 3 ώρες).

Οι νόμιμες δε αποδοχές της ενάγουσας καθορίζονταν με τις από 15-7-2002, 14-7-2003 και 22-7-2005 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των καθηγητών ξένων γλωσσών που εργάζονται στα κέντρα ξένων γλωσσών όλης της χώρας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας" (πράξεις κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 78/16-7-2002, 53/15-7-2003 και 84/28-7-2005 αντίστοιχα), καθώς και τις διαιτητικές αποφάσεις με αριθμούς 31/2004 και 174/1982 (πράξεις καταθ.

Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 22/20-9-2004 και ΥΑ 21174/82 και 15490/83). Ενόψει του ότι αυτή κατά την πρόσληψη της ήταν άγαμη και άνευ προϋπηρεσίας, ο μηνιαίος μισθός της για 18ωρη εβδομαδιαία απασχόληση διαμορφωνόταν ως εξής: α) από 1-9-2002 έως 31-3-2003 στα 457,77 ευρώ, β) από 1-4-2003 έως 31-5-2003 στα 471,50 ευρώ, γ) από 1-9-2003 έως 31-3-2004 στα 480,93 ευρώ, δ) από 1-4-2004 έως 31-5-2005 στα 559 και ε) από 1-9-2005 έως 11-5-2006 στα 615,72 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος πολυετίας από 5% επί του βασικού μηνιαίου μισθού λόγω της συμπλήρωσης από την ενάγουσα 27 μηνών υπηρεσίας στο φροντιστήριο της εναγομένης.

Επίσης, για την εβδομαδιαία απασχόληση πέραν των 18 ωρών η ενάγουσα δικαιούταν το οριζόμενο (για τους ωρομίσθιους) ωρομίσθιο (παραγ. 2 περ. α' και γ' της ΔΑ 174/82), το οποίο διαμορφωνόταν για τα ως άνω χρονικά διαστήματα στο ποσό των α) 6,35 ευρώ, β) 6,54 ευρώ, γ) 6,67 ευρώ, δ) 7,75 ευρώ και ε) 8,54 ευρώ, αντίστοιχα. Περαιτέρω, η ενάγουσα δικαιούταν ως εξωδιδακτικό επίδομα που χορηγούταν στους καθηγητές ξένων γλωσσών επιπλέον αμοιβή μιας (1) ώρας για την πέρα από την διδασκαλία απασχόληση, για προετοιμασία του μαθήματος (διόρθωση γραπτών κ.λ.π.) κάθε δέκα (10) ώρες διδασκαλίας (σχετ.

το αρθρ. 4 της από 15-7-2002 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής των καθηγητών ξένων γλωσσών που εργάζονται σε κέντρα ξένων γλωσσών και της από 14-7-2003 όμοιας ΣΣΕ). Σημειωτέον ότι το ως άνω επίδομα καταργήθηκε από 1-4-2004, ενσωματούμενο πλέον στο νόμιμο μηνιαίο μισθό και ωρομίσθιο. Για τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος δεν απαιτούνταν η ενάγουσα να απασχοληθεί για επιτήρηση, συνάντηση με τους γονείς, σύσκεψη διδακτικού προσωπικού ως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον στις ως άνω ΣΣΕ ορίζεται μόνο ότι η αμοιβή για την ως άνω απασχόληση δεν προσαυξάνεται με την προβλεπόμενη προσαύξηση για την προετοιμασία του μαθήματος και διόρθωση γραπτών στο σπίτι, ήτοι η ως άνω απασχόληση δεν συνυπολογίζεται για τη χορήγηση του εξωδιδακτικού επιδόματος.

Η ενάγουσα κατά το χρόνο της πρόσληψής της ναι μεν ήταν κάτοχος πιστοποιητικού Proficiency του Πανεπιστημίου MICHIGAN στην αγγλική γλώσσα από 2-3-2002, πλην όμως κατά την έναρξη της εργασίας της στο φροντιστήριο της εναγομένης δεν είχε εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας, την οποία απέκτησε αργότερα και συγκεκριμένα στις 30-5-2003.

Επομένως, η παροχή της εργασίας της ήταν παράνομη και η σύμβαση εργασίας άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη (1704, 180 ΑΚ) για το διάστημα μέχρι 30-5-2003, οπότε δικαιούται για την προσφερόμενη εργασία της τις διαφορές αποδοχών μεταξύ καταβαλλόμενου και νόμιμου κατώτατου ορίου του μισθού της, όπως καθορίζεται από τις σχετικές ως άνω ΣΣ Εργασίας, με βάση τις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Αντιθέτως, δικαιούται τις υπόλοιπες παροχές ως στηριζόμενες απευθείας στο νόμο. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 30-5-2003 και επέκεινα η σύμβαση εργασίας της παράγει κανονικώς ως έγκυρη πλέον όλες τις έννομες συνέπειες, διότι, εφόσον μετά την απόκτηση της άδειας εργασίας συνεχίσθηκε η παροχή υπηρεσιών θεωρείται ότι σιωπηρά καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση.

Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ενάγουσα τον Δεκέμβριο του 2002 ήταν μαθήτριά της προετοιμαζόμενη να δώσει εξετάσεις για να αποκτήσει το CAMBRIDGE PROFICIENCY που θεωρείται ανώτερο του MICHIGAN που ήδη είχε και αληθής υποτιθέμενος δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτή εργαζόταν στο φροντιστήριο της ως καθηγήτρια από το Σεπτέμβριο του 2002, αφού τελικά κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης η ενάγουσα εγκατέλειψε την προσπάθεια αυτή, ενώ συνέχιζε να εργάζεται σ' αυτήν.

Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούταν για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών α) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2002 έως 31-3-2003 το ποσό των 3.493,49 ευρώ [(457,77 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών επί 7 μήνες ίσον 3204,39 ευρώ) + (7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 7 μήνες Χ 6,35 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο) = 1244,60 ευρώ + (25 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 7 μήνες) = 700 ώρες, ήτοι 70 ώρες αμειβόμενες επιπλέον ως εξωδιδακτικό επίδομα προς 6,35 ευρώ η ώρα = 444,50 ευρώ = 4894,49 ευρώ) - 1400 ευρώ το καταβληθέν για το ως άνω διάστημα ποσό, (ήτοι 200 ευρώ μηνιαίως Χ 7 μήνες)], β) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-5-2003 το ποσό των 1040,04 ευρώ (ήτοι 471,50 ευρώ ο νόμιμος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών επί 2 μήνες ίσον 943 ευρώ + 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 1 δώρου Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 2 μήνες Χ 6,54 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο ίσον 366,24 ευρώ συν 25 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 2 μήνες ίσον 200 ώρες, ήτοι 20 ώρες αμειβόμενες επιπλέον ως εξωδιδακτικό επίδομα προς 6,54 ευρώ η ώρα ίσον 130,80 ευρώ μείον 400 ευρώ το καταβληθέν για το ως άνω διάστημα ποσό, ήτοι 200 ευρώ μηνιαίως Χ 2 μήνες).

Τα ανωτέρω υπό στοιχεία α και β ποσά δικαιούται με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον η εναγομένη έγινε σε βάρος της αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού αυτά θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας. γ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 έως 31-3-2004 το ποσό των 3040,73 ευρώ (ήτοι 480,93 ο νόμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών επί 7 μήνες ίσον 3366,51 + 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ωρου Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 7 μήνες Χ 6,67 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο ίσον 1307,32 ευρώ συν 25 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 7 μήνες ίσον 700 ώρες, ήτοι 70 ώρες αμειβόμενες ως εξωδιδακτικό επίδομα προς 6,67 ευρώ η ώρα ίσον 466,90 ευρώ μείον 2100 ευρώ το καταβληθέν για το ως άνω διάστημα ποσό, ήτοι 300 ευρώ μηνιαίως Χ 7 μήνες), δ) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-5-2004 το ποσό των 952 ευρώ (ήτοι 559 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών επί 2 μήνες ίσον 1118 ευρώ + 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 2 μήνες Χ 7,75 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο ίσον 434 ευρώ μείον 600 ευρώ το καταβληθέν για το ως άνω διάστημα ποσό, ήτοι 300 ευρώ μηνιαίως Χ 2 μήνες), ε) για το διάστημα από 1-9-2004 έως 31-5-2005 το ποσό των 3384 ευρώ (ήτοι 559 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών Χ 9 μήνες ίσον 5031 ευρώ + 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως Χ 9 μήνες Χ 7,75 ευρώ τον νόμιμο ωρομίσθιο ίσον 1953 ευρώ μείον 3600 ευρώ το καταβληθέν για το άνω διάστημα ποσό, ήτοι 400 ευρώ μηνιαίως Χ 9 μήνες) και στ) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 30-4-2006 το ποσό των 925,76 ευρώ (ήτοι 615,72 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών Χ 8 μήνες ίσον 4925,76 ευρών μείον 4000 ευρώ ο καταβληθείς, ήτοι 500 ευρώ μηνιαίως επί 8 μήνες και εν όλω για την εν λόγω αιτία το ποσό των (3493,49 + 1040,04 + 3040,73 + 952 + 3384 + 925,76 =) 12.836,02 ευρώ.

Επίσης δικαιούται Α) για επιδόματα εορτών (παροχές τις οποίες δικαιούται ευθέως εκ του νόμου ανεξαρτήτως του ότι στηρίζει την αγωγή της λόγω ακυρότητας της εργασιακής σχέσης στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις) α) για την αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2002 το ποσό των 359,04 ευρώ (ήτοι 2/25 του πραγματικά καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού κατά τη 10η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους για κάθε 19 ημέρες χρονικής διάρκειας της εργασιακής σχέσης από 1-9-2002 έως 31-12-2002, ήτοι για 122 ημέρες δια 19 ίσον 6,42 επί 2/25 ίσον 12,84/25 του μηνιαίου μισθού από 699,07 ευρώ, ήτοι 457,77 ευρώ ο μισθός για 18ωρη απασχόληση συν 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες ίσον 28 Χ 6,35 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο ίσον 177,80 ευρώ συν 63,50 ευρώ για 10 ώρες αμειβόμενες, επιπλέον ως εξωδιδακτικό επίδομα), β) για το επίδομα εορτών Πάσχα 2003 το ποσό των 360,01 ευρώ (1/2 του μηνιαίου μισθού από 720,02 ευρώ, ήτοι 471,50 ευρώ ο μισθός για 18ωρη εβδομαδιαία απασχόληση συν 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες ίσον 28 Χ 6,54 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο ίσον 183,12 ευρώ συν 65,40 ευρώ για 10 ώρες αμειβόμενες επιπλέον ως εξωδιδακτικό επίδομα, γ) για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2003 το ποσό των 734,39 ευρώ (1 μηνιαίος μισθός ήτοι 480,93 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών συν 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες ίσον 28 Χ 6,67 ευρώ το ωρομίσθιο ίσον 186,76 ευρώ συν 66,70 ευρώ για 10 ώρες αμειβόμενες επιπλέον ως εξωδιδακτικό επίδομα), δ) για το επίδομα εορτών Πάσχα 2004 το ποσό των 367,195 ευρώ (1/2 του μηνιαίου μισθού από 734,39 ευρώ ήτοι 480,93 ο μισθός για 18ωρη εβδομαδιαία απασχόληση συν 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες ίσον 28 Χ 6,67 ευρώ το ωρομίσθιο ίσον 186,76 ευρώ συν 66,70 ευρώ για 10 ώρες αμειβόμενες επιπλέον ως εξωδιδακτικό επίδομα), ε) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 776 ευρώ (1 μηνιαίος μισθός, ήτοι 559 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών συν 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης, πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες ίσον 28 Χ 7,75 το ωρομίσθιο ίσον 217 ευρώ), στ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2005 το ποσό των 388 ευρώ (1/2 του μηνιαίου μισθού από 776 ευρώ, ήτοι 559 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για εβδομαδιαία απασχόληση 18 ωρών συν 7 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης πέραν του 18ώρου Χ 4 εβδομάδες ίσον 28 Χ 7,75 το ωρομίσθιο ίσον 217 ευρώ), ζ) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2005 το ποσό των 615,72 ευρώ (1 μηνιαίος μισθός) και η) για επίδομα εορτών Πάσχα 2006 το πόσο των 307,86 ευρώ (1/2 μηνιαίου μισθού από 615,72 ευρώ) και εν όλω για την εν λόγω αιτία το ποσό των 3908,215 (359,04 ευρώ + 360,01 + 734,39 + 367,125 + 776 + 388 + 615,72 + 307,86) ευρώ και Β) 1.

Για αποδοχές αδείας έτους 2003 το ποσό των 705,014 ευρώ (ήτοι 734,39 ευρώ οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές δια 25 Χ 24) και για το επίδομα αδείας το ποσό των 367,195 ευρώ (734,39), 2) για αποδοχές αδείας έτους 2004 το ποσό των 776 ευρώ (τακτικές αποδοχές 1 μηνός) και για επίδομα αδείας το ήμισυ αυτού, ήτοι 388 ευρώ, 3) για αποδοχές αδείας έτους 2005 το ποσό των 615,72 ευρώ (τακτικές αποδοχές 1 μηνός) και για επίδομα αδείας το ήμισυ αυτού, ήτοι 307,86 ευρώ και 4) για αποδοχές αδείας έτους 2006 το ποσό των 615,72 ευρώ (τακτικές μηνιαίες αποδοχές κατά την απόλυση) και για επίδομα αδείας το ήμισυ αυτού, ήτοι 307,86 ευρώ και εν όλω για την εν λόγω αιτία το ποσό των 4.083,369 (705,014 + 367,195 + 776 + 388 + 615,72 + 307,86 + 615,72 + 307,86) ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις, 2 § 7 ν.2639/98, της ΣΣΕ 14-7-2003, της ΔΑ 31/2004, της ΣΣΕ 22-7-2005, 3 της 19040/1981 Απ. Υπ. Οικονομικών και Εργασίας, 2 § 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ν. 1346/1983 και 904 ΑΚ, ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Επομένως, οι ενιαία κρινόμενοι εντέκατος κατά ένα μέρος και δέκατος τέταρτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με μέρος του το δέκατου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, αναφορικά με τα επιδικασθέντα στην αναιρεσίβλητη ως αποδειχθέντα κονδύλια των αποδοχών της, ότι δεν δικαιούται επίδομα πολυετίας 5%, γιατί αυτή δεν επικαλέστηκε ότι ενημέρωσε την αναιρεσείουσα για ύπαρξη προϋπηρεσίας της σε άλλον εργοδότη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού με βάση τις παραδοχές του Εφετείου υπολογίστηκε επίδομα πολυετίας από την προϋπηρεσία της αναιρεσίβλητης μόνο στην αναιρεσείουσα και όχι σε άλλον εργοδότη. Ο εντέκατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με επίκληση της από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

α' ΚΠολΔ πλημμέλειας υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν κάθε ημέρα στην αναιρεσείουσα από 14.00 έως 18.30, πράγμα που δεν προτάθηκε με την αγωγή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, η μη λήψη αυτού υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο.

Ο δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε σε λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονιόταν ότι δεν αποδείχθηκε η απασχόληση της αναιρεσίβλητης κατά τους μήνες Μάρτιο 2003 και Απρίλιο 2004, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη εργάστηκε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ερεύνησε και απέρριψε κατ' ουσίαν τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 639/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ