Supreme Court reverses appeal court on burden of proof regarding contract termination for serious cause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court reversed the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant sued for payment of independent services fees, while the respondent argued the contract was terminated for a serious cause, shifting the burden of proof to the appellant. The court found the lower court erred by incorrectly assigning the burden of proof for the termination defense to the plaintiff instead of the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(13) and 672 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof for a contract termination based on a serious cause lies with the party alleging the termination, not the party seeking payment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1076 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1076/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζαχόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (Ο.Α.Ε) Α.Ε" το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5382/2002 μη οριστική, 282/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 364/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Απριλίου 2007 αίτησή της ως και τους από 12 Οκτωβρίου 2001 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής ως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής δημιουργείται λόγος αναιρέσεως για τον διάδικο, στον οποίο επιβλήθηκε το βάρος της αποδείξεως και όχι υπέρ του αντιδίκου του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 672 ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και επί καταγγελίας συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται στο έγγραφο της καταγγελίας ο λόγος για τον οποίο γίνεται αυτή. Η επίκληση των περιστατικών της συνδρομής του σπουδαίου λόγου αποτελεί ένσταση του καταγγέλλοντος (άρ.262 ΚΠολΔ), ο οποίος υποχρεούται να αποδείξει αυτά (άρθρα 338 και 335 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 552 και 553 παρ.1 ΚΠολΔ, αν γίνει δεκτή τυπικά, η έφεση και απορριφθεί κατ'ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ'ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολομ.ΑΠ, ΑΠ40/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα), με την αγωγή της κατά του δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσιβλήτου (Ο.Α.Ε), ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει την αμοιβή για τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρονικού διαστήματος. Ο εναγόμενος, με το κύριο σώμα των από 8-10-2001 προτάσεών του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται την αξιούμενη αμοιβή, διότι αυτός κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής και έπρεπε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδείξει τα αποτελούντα τη βάση αυτής πραγματικά γεγονότα. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι ορθώς τάχθηκε, με την συνεκκαλούμενη υπ'αριθμό 5382/2002 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το θέμα αποδείξεως της ενστάσεως αυτής του εναγομένου, στην ενάγουσα (υπό την αρνητική του μορφή), και ακολούθως δέχθηκε αυτή κατ'ουσίαν και απέρριψε την αγωγή.
Έτσι όμως εσφαλμένως εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς την επιβολή του βάρους της αποδείξεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚπολΔ), μειωμένη, κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμό 364/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στο δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ